Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Μια ανάμνηση απ’ τον Μένιο



 








Ήθελα από την αρχή να έχει το παντελόνι του κατεβασμένο, όχι πολύ, ακριβώς κάτω από κει που τελειώνουν τα κωλομάγουλα.
Μιλάμε για τέλεια κωλομάγουλα,. Ολοστρόγγυλα, κάτασπρα, πεταχτά, όχι μυώδη αλλά σφιχτά, άτριχα με λίγο μόνο χνούδι γύρω από τη τρυπούλα και στο περίνεο, ανάμεσα απ’ τα αρχίδια και τη τρύπα. Έτσι ακριβώς όπως μου αρέσει να είναι τα κωλομάγουλα των αγοριών μου.

Λάτρης του κώλου από το δημοτικό ακόμα, να βάζω τα κολλητάκια μου, τον Σταμάτη και τον Τάκη να μου τον δείχνουν όταν βρισκόμασταν μόνοι μας στο δωμάτιό μου ανάμεσα από mecano και πλαστελίνες, επηρεασμένοι από ότι σε σχετικές σκηνές άφηνε να εννοηθεί ο «άγνωστος πόλεμος» να παίζουμε «βασανιστήρια» της πλάκας με το Φώτη που έμενε ακριβώς απέναντι κάτω από το παράθυρό μου και να δέχεται ξυλιές στο σπυριάρικο - θυμάμαι - κωλί του, μέχρι που στο γυμνάσιο, με το Νικόλα το διπλανό μου στη τρίτη, αφού κατάλαβα ότι του άρεσε να του τον χουφτώνω και να του τον ζουλάω σε άσχετες φάσεις, στην ώρα των θρησκευτικών καθόμασταν τελευταίο θρανίο και τον κωλοδαχτύλιαζα κανονικά. Μια φορά σ’ ένα διάλειμμα στις τουαλέτες, του έχωσα ένα στυλό και του είπα να το κρατήσει μέχρι το επόμενο. Ο Νίκος, αν και δε κάναμε τίποτα περισσότερο ποτέ εκτός από το ανταλλάσσουμε εμπειρίες αργότερα στην εφηβεία μέχρι που χαθήκαμε τελείως, ήταν και ο πρώτος που κρίνοντας την εμφάνιση του στυλό όταν του το έβγαλα του είπα πώς να πλένεται εσωτερικά, καθότι το «αμφί» με είχε διδάξει περί τούτου. Ακόμα και το δικό μου κώλο μου άρεσε να βλέπω, είτε πιτσιρικάς να τα κατεβάζω μπροστά στο καθρέφτη του κομό της μάνας μου, είτε αργότερα στα 14 – 15 όταν γυμναζόμουν με το bullworker μπροστά στο σκούρο τζάμι του σύνθετου στο σαλόνι τα μεσημέρια που όλοι είχαν ξαπλώσει και να μαλακίζομαι μετά χαζεύοντας το φρεσκοτονισμένο μου στήθος, είτε να παίρνω ένα καθρεφτάκι, να σηκώνω τα πόδια μου, και να μού χαζεύω τη τρύπα και την ιδιότητα της να σφίγγει, να χαλαρώνει, να καυλώνω στην ιδέα του τι θα μπορούσα να κάνω σε τρυπούλες αλλονών κάποια στιγμή…

Το ότι τον ήθελα από τη αρχή με κατεβασμένο το παντελόνι μ’ αυτό το τρόπο, το σκέφτηκα με το που μού έστειλε τη γυμνή του φωτογραφία, που κατέβηκε μετά από δέκα ολόκληρα λεπτά στο μειλ μου εκείνες τις μακρινές μέρες του gay.com και του hotmail του ’99. Είχε ποζάρει με μαγιό, μπρούμυτα, ξάπλα στη πετσέτα, σε μια πολυσύχναστη παραλία μάλλον της αττικής. Τα πάντα με είχαν σεξουαλίσει σ’ αυτή τη φωτογραφία... Από τον ήλιο που γυάλιζε τις σταγόνες στους ώμους του, τα βρεμένα μαλλιά, το τρόπο που χαμογελώντας ρούφαγε με καλαμάκι το καφέ του, το είδος του μαγιό του, σορτσάκι φαρδύ, μέχρι φυσικά το πώς το βρεγμένο μαγιό αγκάλιαζε δύο φουσκωτούς, υπέροχους γλουτούς.
Όταν ήρθε σπίτι μου, χωρίς κουβέντα, με το που μπήκε, κατέβασε το παντελόνι με μια λοξή ματιά και μ’ ένα αμυδρό χαμόγελο και στράφηκε στη κουζίνα όπου τον περίμεναν κάτι «άπλυτα» πιάτα, έτσι όπως είχαμε συνεννοηθεί μέσω του chat. Ήξερε την ομορφιά, και την 22χρονη τη δική του, και του κώλου του. Έσφιξε τη ζώνη του λίγο κάτω από τη αδιόρατη δίπλα κάτω από τα κωλομάγουλα να μη του πέφτει το παντελόνι κι ακούμπησε τη κοιλιά του στο νεροχύτη. Κατακαυλωμένος εγώ τον πλησίασα κι έχωσα το χέρι μου ανάμεσα στα πόδια του, να νιώσω τη ζέστη, τη τρύπα, το νιάτο του…

Όλος του ο κώλος ανατρίχιασε με το λιγοστό του χνούδι να στέκεται όρθιο παντού, ίσως από τη προσμονή, το χάδι. Δε ξέρω γιατί, αν και κιόλας ήμουν πανέτοιμος, δεν ήθελα να τον γαμήσω, ήθελα να τον αφήσω διψασμένο. Άνοιξα το συρτάρι με τα μαχαιροπήρουνα και πήρα ένα κουταλάκι του γλυκού. Γονάτισα πίσω του, και ενώ συγχρόνως εκείνος έπλενε τα πιάτα, μάλλον πλατσούριζε αδέξια και άτσαλα με τα νερά και το περιεχόμενο του νεροχύτη, πλάτιασα τη περιοχή της τρύπας και με τη κρύα στρογγυλεμένη βάση του κουταλιού άρχισα να χαϊδεύω όλη τη περιοχή. Από τη βάση των αρχιδιών μέχρι τη τρύπα, γύρω, γύρω, κι όλο να ανατριχιάζει και να τρέμει. Έψαξα απαλά και τη τρυπούλα, ανοίγοντας τη ελαφρά και χώνοντας το κουταλάκι στις δίπλες της, να νοιώθω τον μικρό να τουρλώνει περισσότερο και να τοξιάζει τη μέση του από τη καύλα.
Έχωσα μέσα του το μικρό αντικείμενο. Ακόμα και κάτι τόσο μικρό, μπορεί να κάνει θαύματα στη καύλα της τρύπας. Κρατώντας το και στριφογυρίζοντας το μέσα του οχταριάζοντάς το, σηκώθηκα όρθιος κι έχωσα το κεφάλι μου στο λαιμό του, δαγκώνοντάς τον ελαφρά. Θα μπορούσα να τον φάω, να τον καταπιώ ολόκληρο έτσι μικρόσωμος και φρέσκος που ήταν. Η επιδερμίδα του λεία, καθαρή, μυρωδάτη από καθαριότητα. Έχωσα τα δάχτυλά μου στο στόμα του αναγκάζοντάς τον να το ανοίξει διάπλατα και με το άλλο χέρι, έβγαλα το κουταλάκι και τού το έβαλα στο στόμα από τη πλατιά πλευρά. Πλησίασα την άλλη άκρη στη μύτη του.
- Σε μυρίζεις μωρό;
Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.
- Σ’ αρέσει που σε μυρίζεις μωρό;
Ξαναέκανε τη  ίδια κίνηση.
- Θες σιροπάκι μωρό;
Είχα κατακαυλώσει.
Κατέβασα το παντελόνι μου, του πήρα το κουτάλι από το στόμα κι ακούμπησα τη πλατιά του πλευρά στο πουτσοκέφαλό μου. Έσφιξα λίγο το πούτσο μου και μια χοντρή γουλιά προσπερματικό υγρό έκανε την εμφάνισή της εκείνη τη στιγμή και μ’ ένα ελαφρύ σπασμό τον άδειασα στο κουταλάκι και του το ξανάβαλα στο στόμα.
Ο δικός του σπασμός ήταν σαφώς δυνατότερος όταν κατάλαβε το ζουμί μου στη γλώσσα του.  Έψαξε με τα χέρια του τον πούτσο μου κι αμέσως πήγε να γονατίσει, έτοιμος να με καταπιεί με λύσσα. Τον τράβηξα απότομα από τα μαλλιά.
- Όχι πρωτοβουλίες με μένα μωρό, είπα σηκώνοντάς τον με δύναμη και ρίχνοντας του ένα ελαφρύ χαστούκι.
Κατέβασε το κεφάλι του.
Πήρα το θάρρος και του έριξα άλλο ένα, δυνατότερο.
- Δε μου αρέσουν οι πρωτοβουλίες.
Με κοίταξε στα μάτια τρέμοντας, περιμένοντας.
- Εντάξει, είπε, ότι πεις εσύ, είπε στον άντρα του.
Σαν να μπαίναμε κι οι δύο σ’ ένα παιχνίδι.
- Έτσι, είπα και του έριξα ένα δυνατό αυτή τη φορά, να πέσει ξέπνοο κι απορημένο, και καυλωμένο και κόκκινο το πρόσωπο προς τα αριστερά από τη φόρα.
Δεν είπε τίποτα.
Τον γύρισα πάλι προς τον νεροχύτη.
- Συνέχισε ότι έκανες τώρα.
Πήρα μια καρέκλα, την έστησα δύο βήματα πιο πίσω του, κατέβασα τα παντελόνια μου ως τα γόνατα και κάθισα. Σκληρός, κατάσκληρος, έπιασα να χαζεύω το δέρμα των αρχιδιών μου και τις ορθωμένες τους τρίχες με τις άκρες των δαχτύλων μου.
- Σκούπισε τα χέρια σου.
Μόλις υπάκουσε, πλάτη ακόμα, να περιμένει εντολές, με το κώλο, τον υπέροχο στρογγυλό κώλο στη διάθεσή μου, του είπα να ανοίξει το συρτάρι δίπλα του και να βγάλει τη ξύλινη, βαριά κουτάλα. Του είπα να τουρλωθεί και με το πλατύ μέρος της κουτάλας να ρίξει στα κωλομάγουλα του όσες άντεχε. Αργά, τη μία μετά την άλλη, όπως του έλεγα εγώ, να κοκκινίζουν ίσα, να καυλώνω με τον δυνατό, πλατσουριαστό ήχο κάθε φορά όλο και περισσότερο, πολλές, καμιά 25αριά, δυνατές οι περισσότερες, μερικές ξώφαλτσες, αλλά όλες να με καυλώνουν, σαν πρωτόγνωρα, σαν συνηθισμένα.

Είναι περίεργη η καύλα μου κάποιες φορές. Μερικές φορές τη νοιώθω σαν να είναι η πρώτη – πρώτη φορά και θέλω να κρατήσει για όσο περισσότερο γίνεται, να με βασανίσει, ν’ αγγίζω το πρησμένο πουτσοκέφαλο και να λειώνω, κι άλλες φορές, σαν να’ ναι μία απ’ τα ίδια, να θέλω απλά να χύσω για ν’ αδειάσω.

- Βγάλε τελείως το παντελόνι και το σλιπ.
Χωρίς να βγάλει τα αθλητικά του, έσκυψε κι έκανε αυτό που του είπα με το καλύτερο ποζάρισμα που θα μπορούσε να πάρει. Κι όταν τα πέταξε δίπλα, τού είπα να ανεβάσει το δεξί πόδι στο πάγκο της κουζίνας και να ασχοληθεί με τη τρύπα του και το μακρύ μέρος της ξύλινης κουτάλας. Του είπα στην αρχή να ρίξει 2-3 και μετά να κάνει ότι ήθελε. Μετά από μερικά χτυπήματα, έψαχνε κιόλας λαίμαργα το άνοιγμά του, μ’ αυτή τη καυλιάρικη λύσσα να θες να χώσεις μέσα σου ότι βρεις για να γεμίσεις, γιατί πρέπει να γεμίσεις από κάτι, το λίγο πονεμένο από τα χτυπήματα άνοιγμα, αδιόρατα πρησμένο ίσως, κι έχωνε στεγνή τη λαβή της κουτάλα μέσα του. Του είπα να τη χώσει όσο πιο βαθειά μπορούσε. Υπάκουα, έφτασε μέχρι τέρμα παίζοντας και κουνώντας τη, έτσι που έβλεπα σχεδόν μόνο το πλατύ της μέρος να εξέχει, να το έχει καταπιεί η στενή άτριχη τρυπούλα, αφήνοντας έξω μόνο τη χρήσιμη άκρη, σαν κι όλος ο κώλος να ήθελε να με ταΐσει λες αν μπορούσε, μ’ ότι θα είχα όρεξη.
Τα απαλό κυκλικό χάδι στ’ αρχίδια μου και τη βάση τους είχαν φτάσει το πούτσο μου στα μη περαιτέρω.
- Θα φας ότι έχω να σου δώσω μωρό;
Από τη ζάλη της σκληράδας μου μάλλον το είπα σιγά και καθώς ακόμα έπαιζε με το κομμάτι το ξύλο μέσα του, γύρισε να μου πει ότι δεν άκουσε τι τού είπα. Το πρόσωπο του, αυτό το βλέμμα της νεανικής καύλας, με το μισάνοιχτο στόμα, τα υγρά μάτια, τις μικρές σταγόνες του σαν πυρετικού ιδρώτα στο μέτωπο, με νίκησε. Όχι ότι ήταν και τόσο δύσκολο να με νικήσει, απλά ήθελα να τον αφήσω όσο πιο πεινασμένο γινόταν. Για μια άλλη μέρα, μιαν άλλη φορά, για κάτι περισσότερο, που ίσως και να μη γινόταν, αλλά με μια αίσθηση μαζοχισμού που πάντα ένοιωθα, ήθελα να αφήσω ανικανοποίητο κι εμένα.
Σηκώθηκα και στρέφοντάς τον προς το μέρος μου, έχωσα τη γλώσσα μου και το στόμα μου και το όλο μου μέσα στα στόμα του. Άκαπνο, δροσερό στόμα, υπάκουο κι αυτό, να νοιώθει άβουλα κάπως το βιασμό του και να χαλαρώνει όλο και περισσότερο, να ανοίγει διψασμένα αλλά και καθόλου πρόστυχα, να μου αγκαλιάζει τη γλώσσα με τη δική του, να μ’ αφήνει, και πάλι να χώνομαι όλο και πιο βαθειά, μ’ όλο και περισσότερο σάλιο.
Έχωσα το χέρι μου στο μποξεράκι του. Είχε ένα πολύ μικρό πουλί, κατάσκληρο, μυτερό σχεδόν και υγρό. Έπιασα να του το παίζω, να του χαϊδεύω το γλιστερό κεφαλάκι, την ανασφάλεια της μικράδας του, να του το καμαρώνω με τη χούφτα μου, να ρίχνει το κεφάλι πίσω από τη καύλα και τη προσμονή,
- Θα χύσω, είπε με την ανάσα του.
- Αυτό θέλω, είπα απαλά μέσα στ’ αυτί του.
Σαν να μιλούσαν μονάχα δύο ανάσες…
- Εσύ; ρώτησε.
- Μετά.
- Γιατί;
- Έτσι.
- Μαζί.
- Μετά εγώ.
- Μέσα μου;
- Όχι.
- Γιατί;
- Έτσι.
- Μα…
- Θα με πιεις;
Κόμπιασε.
- Ότι θες.
- Όλα;
- Ναι…
- Σ’ αρέσει να τα πίνεις;
- Όχι.
- Ποτέ;
- Ποτέ.
- Τα δικά μου;
- Ναι…
- Γιατί;
Δεν απάντησε αμέσως. Δυνάμωσα το σφίξιμό μου.
- Χύσε, διέταξα.
Και σχεδόν αμέσως το πουτσάκι του, σαν καπάκι από μπικ σχεδόν το ‘νοιωθα μέσα στο χέρι μου, χωρίς καν να το παίξω κανονικά, σαν αντρικό πούτσο, απλά ανάμεσα από δυό γερά καμαρωτά δήθεν χουφτώματα, άρχισε να μου υγραίνει τη χούφτα, ζεστά, ατέλειωτα. Θαυμάζοντας το πόσο σπέρμα φύλαγαν τα δύο σαν μωρουδίστικα αρχιδάκια, έσφιξα τα δάχτυλά μου μεταξύ τους να μη χάσουν σταγόνα.
- Τέλειωσες;
Και με το πήγε να απαντήσει, τού έφερα τη γεμάτη παλάμη μου στο στόμα.
- Μη χάσεις σταγόνα και θα’ χεις κι άλλο.
Και με τη γλώσσα, λαίμαργα μού καθάρισε τέλεια τη παλάμη. Δε κρατήθηκα να φανταστώ πόσες φορές το είχε κάνει αυτό μόνος του, στο κρεβάτι ή στη μπανιέρα, στη μοναξιά της μαλακίας του.
Τον διέταξα να πέσει στα τέσσερα με το κώλο προς το μέρος μου και με τη κουτάλα ακόμα φορμαρισμένη στη τρύπα, να μου τουρλωθεί. Γονάτισα με τη σειρά μου από πίσω του, γύρισα τη κουτάλα κατάλληλα και μ’ άδειασα προσεκτικά. Αναγκάστηκα να στηριχτώ στο πάγκο της κουζίνας από τους δυνατούς σπασμούς.
Του την έδωσα να τη κρατήσει μπροστά στο πρόσωπο του.
- Μη κάνεις τίποτα μέχρι να σου πω, είπα κι έπιασα να τον ντύσω.
Σαν μάγειρα που διστάζει να δοκιμάσει αλλά και σαν μικρό παιδί συνάμα, του πέρασα το κάθε μπατζάκι από τα παπούτσια, του τα ανέβασα προσεκτικά, έκρυψα τα έχεια του στο φαρδύ μποξεράκι, χούφτωσα για τελευταία ίσως φορά το υπέροχο κωλαράκι και τού έδεσα τη ζώνη.
- Αργά, να μου δείξεις ότι το απολαμβάνεις, είπα σιγανά αλλά με βλέμμα που δε σήκωνε καμιά αντίρρηση. Σαν να είναι το πιο ακριβό έδεσμα που υπάρχει, το πιο εκλεκτό που θα δοκιμάσεις ποτέ, έλα, φέρε το κοντά στο στόμα σου, έτσι μωρό, δοκίμασε το, νόστιμο; Χλιαρό; Μυρίζει, ε; Να τη συνηθίσεις αυτή τη μυρωδιά, είναι του μέσα μου, οι πιο ακριβοί χυμοί μου μωρό, έτσι, γείρε τη κουτάλα στο στόμα, έτσι, κατάπιε, έτσι, κι άλλο μωρό, βγάλε τη γλώσσα, έτσι μωρό, σιγά-σιγά πολύτιμα ζουμιά από τα αρχίδια μου μωρό, με ξανακαυλώνεις μωράκι, το ξέρεις; μη χάσεις σταγόνα, μη χυθεί, γλείφτηνα, καλά, όλο, όλο μου, όλον εμένα…

Έκανα 2-3 βήματα πίσω κι άναψα ένα τσιγάρο προσπαθώντας να μη χάσω στιγμή από το βλέμμα του καθώς τέλειωνε.
- Εντάξει;
Κούνησε το κεφάλι του.
Πόσο πολύ μου άρεσε που δε μίλαγε πολύ. Πόσο πολύ μού άρεσε όλο, το σκηνικό, το chat μας, το βλέμμα του, ο κώλος, η κοιλιά, το μικρό πουλί, το πουκάμισο, το άχαρο φαρδύ μποξεράκι, η ανάσα του, το αγορίστικο στήσιμο, το ντύσιμό του, η πόζα, το ανεπιτήδευτό του, όλα του. Είναι στιγμές που νομίζεις ότι είσαι κιόλας ερωτευμένος αθεράπευτα μέσα σε μια στιγμή, πως όσα κορμιά να έχουν περάσει από τα χέρια σου, όσες θηλές κι αν έχεις δαγκώσει δυνατά, όσες τρύπες κι αν έχεις γλείψει, σ’ όσες σχισμάδες κι αν έχεις χωθεί, αυτό, εκεί, εκεί και τότε, είναι αυτό που πάντα ήθελες, θέλεις, που ξέρεις ότι μπορείς να χαρείς για όσο περισσότερο γίνεται και με χίλιους διαφορετικούς τρόπους, χίλιες και μία φορές.

- Ωραία, κάντηνα τώρα, δε σε χρειάζομαι άλλο.




Μάντευα, ήλπιζα, υπέθετα ότι το άδειο, απορημένο, λυπημένο κιόλας βλέμμα που είδα εκείνη τη στιγμή, θα γέμιζε χαρά και προσμονή και καύλα το ίδιο βράδυ που με το που τον είδα online του έδωσα εντολή να έρθει το επόμενο απόγευμα, την ίδια ώρα.
Δέχτηκε.
Λίγο μετά έχυσα την ανάμνησή του μέσα σ’ ένα σφηνάκι και το’ βαλα στη κατάψυξη…

Για να τον περιμένει…




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αν σκέπτεσαι κάτι, γράψτο...

security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY