Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

a perfect PUNISHMENT in a perfect life...

(αυτοτελής φαντασίωση, στη σειρά "perfect")







- Άργησες!


Μέτρησε τα ψιλά του, μόλις και μετά βίας έφταναν για ταξί. Περίμενε ήδη είκοσι λεπτά στη στάση και λεωφορείο πουθενά. Άρχισε να κόβει το δρόμο με γρήγορο βήμα μπας και μίκραιναν την απόσταση και του έφταναν τα χρήματα.


Το παιδί, λαχανιασμένο και με τρελό χτυποκάρδι είχε ήδη γδυθεί τελείως και είχε πάρει τη στάση της υποταγής μπροστά του. Ο Ζήσης ξεφύσηξε το καπνό από μια βαθειά, νευριασμένη τζούρα.
- Άργησες, ξανάπε!
Υπομονετικά, το άτριχο ικετευτικό κορμί περίμενε να του δώσει την άδεια να μιλήσει, να δικαιολογηθεί. Μόλις στο τρίτο ραντεβού με τον άντρα, είχε μάθει καλά πώς να φέρεται.


* ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΙΔΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ, ΚΑΙ Ο ΣΚΛΑΒΟΣ ΕΧΕΙ ΑΡΓΗΣΕΙ ΚΑΙ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΑΠΟΛΟΓΗΘΕΙ Η ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ ΑΛΛΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ, ΠΑΙΡΝΕΙ ΤΗ ΣΤΑΣΗ «ΥΠΟΤΑΓΗ» (9, VI), ΖΗΤΑΕΙ ΑΚΡΟΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΦΕΝΤΗ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΕΙΤΑΙ/ΑΠΟΛΟΓΕΙΤΑΙ!*


- Δεν ακούω τίποτα, άργησες, τέλος!
Ο Ρήνος ξεφύσηξε απαλά.


- Έχω μόνο τρία ευρώ κι ογδόντα λεπτά, μπορείτε να με πάτε μέχρι τη λεωφόρο Αμφιθέας στην αγία Κυριακή;
Το σπίτι του Ζήση ήταν τέσσερα τετράγωνα από τη λεωφόρο, θα έτρεχε μ' όλη του τη δύναμη. Είχε ήδη αργήσει είκοσι λεπτά κι έτρεμε την αντίδρασή του. Ήδη το άγχος και το περπάτημα φοβόταν πως θα τον είχαν ιδρώσει και φοβόταν τη δυσαρέσκεια του άντρα, ο κουτός.
- Θα σε πάω, φτάνουν, είπε ο ταξιτζής κόβοντας το πανέμορφο αγόρι.
- Αφού βιάζεσαι τόσο, θα σε πάω, ξανάπε ειρωνικά.


- Πάνω στο κρεβάτι σού έχω κάτι πράγματα, τσακίσου, τσίμπα ένα κι έλα!
Υποψιάστηκε ότι κάτι κακό τον περίμενε αλλά σηκώθηκε σβέλτα να κάνει ότι του είπε.
"Θέλω να του το πω, δε γίνεται" σκέφτηκε και στα μισά της κάμαρας ξαναγύρισε και πήρε τη στάση της υποταγής.
Ο Ζήσης σηκώθηκε απότομα όρθιος κι έτσι όπως ήταν ο μικρός με το μέτωπο ακουμπισμένο στο πάτωμα, με την άκρη του αθλητικού του τού γύρισε πλάγια το κεφάλι και το πάτησε με δύναμη.
- Πας καλά μικρέ; είπε στρίβοντας τη σόλα του στο αυτί του αγοριού. Σου είπα να κάνεις κάτι και δεν το κάνεις;
- Δε.. δεν ερχόταν λεωφορείο, είπε ξέπνοα ο Ρήνος, …δεν είχα αρκετά λεφτά για ταξί, ..δεν…
- Τις δικαιολογίες σου θα τις ακούσω όποτε κι αν θέλω πουστράκι, φώναξε ο άντρας και με μια ελαφριά κλωτσιά σαν σπρώξιμο στο πλάι των γλουτών έκανε το παιδί να χάσει την ισορροπία του και το ξάπλωσε χάμω.
- Τσακίσου να κάνεις αυτό που σου είπα!
Το αγόρι σηκώθηκε, και τρίβοντας ελαφριά τ' αυτί του πήγε προς τη κρεβατοκάμαρα.


- Γκομενάκι, γκομενάκι είπε πρόστυχα ο οδηγός.
Ο Ρήνος δεν είπε τίποτα.
- Εμ, για να τρέχεις έτσι, κανένα μουνάκι πας να σκάψεις, ε;
Το αγόρι, βουτηγμένο στο άγχος, δεν απαντούσε, κοιτάζοντας τα κτήρια της Συγγρού να τρέχουν, παρακαλώντας αν ήταν δυνατό κάνοντας ένα "τσακ" με τα δάχτυλά του να βρισκόταν ήδη εκεί, να του χτυπούσε το κουδούνι του, το λατρεμένο κουδούνι του…
- Είσαι κι όμορφος, κάποιο ωραίο κοριτσάκι θα τρέχεις να βρεις, άκουσε πάλι φλυαρία.
Και δεν είχε καμία απολύτως όρεξη…


Ο Ζήσης, ήδη μισοερεθισμένος από την μισάωρη αναμονή κι έναν θυμό, κάπου πραγματικό, κάπου προσποιητό, με το γυμνό εφηβικό κορμί να ξεμακραίνει κι ειδικά με τη κίνηση των ολοστρόγγυλων γλουτών, καύλωσε τελείως.
"Θα φας καλά πάλι τυχεράκια" σκέφτηκε αυτάρεσκα τρίβοντας τον φουσκωμένο καβάλο.

Το αγόρι απορημένο χάζεψε τις τρεις βίτσες που ήταν αραδιασμένες πάνω στο ξέστρωτο κρεβάτι. Δύο καλαμένιες, η μια χοντρή και μακριά, σαν μπαστούνι, η άλλη λεπτή και πιο κοντή, και η τρίτη δερμάτινη, μ' ένα μικρό κομματάκι δέρμα στην άκρη της.
Σαν αστραπή πέρασε απ' το μυαλό του η ανάμνηση από ένα Πάσχα στο χωριό του, όταν γύρω στα εφτά-οχτώ παίζοντας με το Φώτη το ξάδερφό του δίπλα στη θράκα που έψηναν το αρνί οι μεγάλοι, από μια απρόσεκτη κίνηση με το πόδι του χύθηκε ένα μεγάλο μπουκάλι νερό σβήνοντας ένα μεγάλο μέρος από τα κάρβουνα. Ούτε που κατάλαβε για πότε ο πατέρας του έκοψε ένα κλαδί μυγδαλιάς, τον ξεβράκωσε μπροστά σ' όλους τους συγγενείς και παρ' όλα τα παρακάλια και τις φωνές και τα κλάματα του και τις συγνώμες του, με καμιά δεκαριά βιτσιές τού σημάδεψε με κοκκινίλες και γδαρσίματα τα μπούτια και το κωλαράκι.


- Σου λέω τα χρειάζομαι τώρα, δεν μπορώ να πάω, έχω το φαί στη φωτιά.
- Δε μπορώ ρε μαμά, σου λέω βιάζομαι!
- Ας μην έκανες μια ώρα μπάνιο! Ήθελα να' ξερα, μια ώρα γλούτσου-γλούτσου τα νερά εκεί μέσα, τι κάνεις μια ώρα;
Το αγόρι κατακοκκίνησε. Αναρωτήθηκε αν μπορούσε να περάσει απ' το μυαλό της μάνας του τι έκανε μέσα στο μπάνιο. Προσπαθούσε να είναι όσο το δυνατό πιο καθαρός για τον Ζήση του, μη τον σιχαθεί, πλενότανε σχολαστικά με τον τρόπο που του είχε εξηγήσει στη διαδικτυακή τους συνομιλία πριν ακόμα γνωριστούνε. Σήμερα όμως σαν να έμενε λίγο νερό μέσα του και αναγκάστηκε να πλυθεί δυο- τρεις φορές μέχρι να σιγουρευτεί, κι ακόμα τελείως σίγουρος δεν ήταν και τον άγχωνε σαν κόλαση η σκέψη.
Κι αν κι έπρεπε να είχε ήδη φύγει, δεν μπόρεσε να μη κάνει το χατίρι της γυναίκας, και ξεχνώντας να πάρει παραπάνω χρήματα, έτρεξε για το μαγαζί στο επόμενο τετράγωνο.


- Τέλειωνε! τον έβγαλε από τη σκέψη του η φωνή του Ζήση του απ' το σαλόνι, και διάλεξε βιαστικά το λεπτό καλάμι.

- Γονάτισε πάνω στη καρέκλα και πιάσου από τη πλάτη της.

Μέχρι τότε, στα δύο προηγούμενα ραντεβού, ενώ διαδικτυακά του είχε μιλήσει περί βίτσας, περί μαστιγίου και τιμωριών γενικότερα, ο Ζήσης τον είχε δείρει μονάχα με το χέρι του, στα γόνατα του, χαϊδεύοντας του κιόλας τα κωλομέρια και τη σχισμάδα που και που, καυλώνοντας τον όμορφα για το γαμήσι που ακολούθησε. Τη ζώνη του τη δοκίμασε στο πρώτο τους ραντεβού, πρώτα στο γιαπί όταν πρωτοσυναντήθηκαν κι αργότερα το ίδιο βράδυ, βάζοντάς τον να ξαπλώσει μπρούμυτα στο κρεβάτι, πονώντας τον αρκετά, αλλά πάντα ερεθιστικά, μάλιστα κάποια στιγμή του έχωσε ένα γκλομπ από καουτσούκ που είχε και συνεχίζοντας να τον δέρνει – έτσι, χωρίς λόγο - με αργές, σταθερές ζωνιές, η ζώνη κτύπαγε το γκλομπ κάποιες φορές, αναγκάζοντας τον να σφίξει τον πρωκτό του για να κρατήσει το στυλιάρι στη θέση του και καύλωνε έτσι ακόμα περισσότερο, τόσο που όταν μετά στήθηκε στα τέσσερα για να φάει τον πούτσο που του άξιζε – όπως χαρακτηριστικά άκουσε τον άντρα να λέει - , χοντρές κηλίδες από σπέρμα λέκιασαν το σεντόνι, κι έφαγε για τιμωρία δυό πολύ δυνατά χαστούκια,και τα δυό στο ίδιο μάγουλο, επειδή λέρωσε το κρεβάτι.
Αλλά με βίτσα θα τις έτρωγε πρώτη φορά.

Ο Ζήσης τη σφύριξε δυνατά στον αέρα.
- Η πρώτη σου πραγματική τιμωρία παιδί, είπε κι άρχισε με αργά βήματα να κάνει κύκλους γύρω απ' τη καρέκλα που είχε γονατίσει το αγόρι.
Το θέαμα της γυμνής, αψεγάδιαστης γυμνασμένης πλάτης και των γλουτών που είχε προτείνει ανεπαίσθητα, τον είχαν πια ερεθίσει για τα καλά. Θα μπορούσε να φορέσει τη καπότα που είχε πάντα στη κωλότσεπη και να τον πάρει εκεί και τώρα, αλλά ήθελε να τον μάθει κι άλλα πράγματα πριν. Φτάνανε ήδη παρέα στο τρίτο τους ραντεβού, ο μικρός δεν είχε μάθει ακόμα τι σημάνει πόνος, αληθινός, ανελέητος πόνος, ήθελε να τον τσεκάρει και σ' αυτό. Ίσως  - όπως κάθε φορά – μπορεί να μην τον ξανάβλεπε, να φόβιζε το παιδί, αλλά τώρα τον είχε, εκεί, μπροστά του, παραδομένο, δεκτικό, και όπως πάντα θα εξαντλούσε τα όρια.

- Πόση ώρα άργησες παιδί;
Ο Ρήνος ξεροκατάπιε.
- …μισή ώρα…, νομίζω..
Ο Ζήσης σφύριξε πάλι το καλάμι στον αέρα.
- Πόσα λεπτά άργησες λοιπόν;
Ο Ρήνος γούρλωσε τα μάτια του καρφώνοντας τα σ' ένα διακοσμητικό ακριβώς απέναντί του σ' ένα ράφι, ένα παρδαλό πιερότο που χαμογελούσε σατανικά.
"Τριάντα βιτσιές χριστέ μου"
- …τριάντα.
Στάθηκε μπροστά του και του ανασήκωσε το πηγούνι κάνοντάς τον να τον κοιτάξει κατάματα.
- Τριάντα τέσσερα λεπτά μικρέ.
Ο Ρήνος κούνησε ελαφρά καταφατικά το κεφάλι του.
- Κάθε φορά που θα αργείς, συνέχισε χαμηλόφωνα, θα ισχύει το ίδιο, ανεξάρτητα από το λόγο.
Το αγόρι ξανάκανε "ναι" με το κεφάλι του, κι ο Ζήσης πρόσεξε πως τα μάτια του ήταν κιόλας υγρά.
- Μετά από κάθε χτύπημα, θα λες τον αριθμό του.
Έσφιξε δυνατά τα μάτια του, μάταια όμως, ένα χοντρό δάκρυ ξέφυγε στο μάγουλο του.
"Αγαπημένο μου, μικρό μου" σκέφτηκε ο άντρας, "και μόνο αυτό το δάκρυ μού φτάνει" να τον αγκαλιάσει, να τον σφίξει, να του κόψει την ανάσα από τον έρωτα και το πόθο, να τον χαϊδέψει παντού, στοργικά, πατρικά, καυλιάρικα, όχι να τον πονέσει, μια μπουκιά να γίνει στην αγκαλιά του παιδιού, να χωρέσει, να κουρνιάσει, να χαθεί.

Το πρώτο χτύπημα τον βρήκε στη μέση των κάτασπρων μπουτιών, και σχημάτισε αμέσως μια κατακόκκινη γραμμή.
- Μία, ξεροκατάπιε ξαφνιασμένα.
Το δεύτερο, το τρίτο, το τέταρτο, το πέμπτο, το δέκατο, το εικοστό έσκασαν με δύναμη όλα στον όμορφο προτεταμένο κώλο, κάθε φορά τραντάζοντας τον, κάνοντας τα κωλομέρια να κοκκινίζουν, να μπλεδίζουν και να τρέμουν, τις ιδρωμένες γροθιές να σφίγγουν όλο και περισσότερο τη πλάτη της καρέκλας, το σώμα να σειέται συθέμελα, με τα χείλη σφιγμένα, να ψελλίζουν τα νούμερα κάθε φορά όλο κι αργότερα από κάθε βιτσιά, συνεπαρμένα απ' τον πόνο, το σουβλερό τσούξιμο.


Και πετώντας με πανικό το αλάτι και τη μπουκάλα με το λάδι στο τραπέζι της κουζίνας, μόλις που πρόλαβε να κλειδωθεί για τελευταία φορά το μπάνιο, να σκύψει καθισμένος στη λεκάνη και να χώσει όσο πιο βαθειά μπορούσε ένα δάχτυλο για ένα τελευταίο έλεγχο.
Κάθισε στη μπανιέρα, ξεβίδωσε το ντους και ξανάχωσε την άκρη του λάστιχου στο άνοιγμά του, γεμίζοντας νερό το έντερό του.
- Μπορείς παιδάκι μου να μου πεις τι κάνεις εκεί μέσα συνέχεια; Τι νερά είναι αυτά; Άκουσε τη μάνα του απ' έξω με δυνατά χτυπήματα στη πόρτα.
- Μ΄ αφήνεις να κάνω τη δουλειά μου;
- Ποιά δουλειά σου; Ποιά δουλειά σου; Που πας και πλένεσαι μια ώρα; Σαν να μη πω τι;
Ο ήχος απ' το νερό που άδειαζε με βία από μέσα του στη τσίγκινη μπανιέρα αυτ'ή τη φορά του φάνηκε πως αντήχησε εκκωφαντικά στο μικρό, γυμνό από κάθε πολυτέλεια μπάνιο.
- Τι κάνεις; φώναξε η γυναίκα.
Το αγόρι, σίγουρο για τη καθαριότητα του, ξέπλυνε με λίγο σαπούνι τη τρυπούλα του και λίγο πιο μέσα, σκουπίστηκε, ανέβασε το παντελόνι του κι όρμησε έξω.
- Με παρατάς; Καινούργιο είναι αυτό τώρα;
- Καινούργια είναι τα δικά σου! Τα μπάνια μια ώρα και τα έξω μετά! Που πας;
- Όπου θέλω!
- ΠΟΥ ΠΑΣ!
- ΟΠΟΥ ΘΕΛΩ, φώναξε το παιδί, κι έσκασε τη πόρτα πίσω του ξεχνώντας να πάρει τα λεφτά για τα ψώνια απ' το τραπέζι.


Κι ο Ζήσης με γουρλωμένα, ψύχραιμα μάτια, να σφίγγει το καλάμι, να το σφίγγει τόσο που άσπριζαν οι κόμποι στα δάχτυλά του, να σφάζει απανωτά τον δεκαεννιάχρονο θεό του, να τον κόψει στα δυό αν γινόταν, να μετράει τις βιτσιές από μέσα του, μια, δυό, πέντε, είκοσι, να του κόβεται η ανάσα σε κάθε μια, να τον λατρεύει λυσσασμένα με τον τρόπο που μόνο αυτός ήξερε και καταλάβαινε, που ήλπιζε, να ικετεύει τη μαύρη, γλιτσιασμένη ενέργεια που πλημμύριζε το χώρο ανάμεσα τους να τον καταλάβαινε αυτό τον τρόπο κι ο μικρός του ολοκάθαρος, κατάλευκος μικρός πρίγκιπας.


- Άου, συγγνώμη, μη μπαμπά μου.
- Σκάσε κωλόπαιδο, μια ώρα παιδευόμουν με τα βρωμοκάρβουνα, να μου τα σβήσεις εσύ.
- Έλα ρε Σάββα.
- Σκάσε κι εσύ, ατσούμπαλο μου τον έκανες, σαν τα μούτρα σου.
- Άου, μπαμπά, μπαμπά, μπαμπά…


Δεν άντεξε...
- Εικοσιένα, …δεν πέρναγε το λεωφορείο, …άργησα λίγο να…, εικοσιδύο, …να.. να φύγω από το σπίτι, …η μάνα μου, … εικοσιτρία, α…, α…, η…, …μάνα μου ήθελε να με στείλει στο…, στο σούπερ μάρκετ, … μαλώσαμε, … δεν είχα καιρό…, της είπα, δεν… δεν είχα χρόνο, α, …εικοσιτέσσερα, … δεν είχα χρόνο…, δεν ήθελε να καταλάβει…, δε μπορούσα, … πήγα τρέχοντας…, άου, …εικοσιπέντε - ένοιωσε μια δυνατή βιτσιά σαν ξυραφιά στη πλάτη - …έλεγα θα προλάβω, συγνώμη - κι άλλη στη πλάτη - "πονάω", …μετά δεν ερχόταν το δεύτερο λεωφορείο στη Συγγρού - δε κουνιόταν ρούπι, μόνο μίλαγε κι έκλαιγε και πονούσε, πονούσε πολύ, ήθελε να αντέξει - κι έτρεξα για την άλλη στάση, …εικοσιέξι, …και δεν… και δεν είχα λεφτά για ταξί…, εικοσιοχτώ… - πάλι στη πλάτη, ψηλά, ανάμεσα στις ωμοπλάτες, πολύ δυνατή, ν' αντέξει και γι αυτόν, και για τον άντρα - "γιατί δε σηκώνομαι;", "γιατί δε φεύγω", εικοσιεφτά - ξανά στο κώλο, μούδιασμα, πόνος, σαν μαχαιριά – "συγνώμη μπαμπά μου" …κι έτρεξα να φτάσουν τα λεφτά, … εικοσιοχτώ, … κι-όταν-έφτασα-στην-εκκλησία-έγραφε-το-ταξίμετρο-τέσσερα-και-κάτι-κι-έριξα-τρεισήμισι-ευρώ-στο-κάθισμα και… και… και... κι άνοιξα τη πόρτα κι έτρεξα το' βαλα στα πόδια, ντροπή, σα κλέφτης, μη... μη... μην αργήσω κι άλλο - κι άλλη στο κώλο, και το πουλί του να πάει να σπάσει από τη στύση, να ξεροχύνει συνέχεια -  τριάντα… ένα… κι έφτασα, και…, …συγγνώμη… "συγγνώμη μπαμπά μου", συγγνώμη, χτύπησα το κουδούνι και σκεφτόμουν συγγνώμη, συγγνώμη, συγγνώμη,  "πονάω, άντρα μου, για σένα, για σένα, πονάω γαμότη μου"…
Ο Ζήσης στάθηκε μπροστά του, όσο πιο ατάραχος μπορούσε να προσποιηθεί.
- Τριανταένα; είπε ειρωνικά.
Ο μικρός δε κατάλαβε, έκλαιγε, έκλαιγε κανονικά πια, το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο, πρησμένο, μούσκεμα από τα δάκρυα και τις μύξες.
- …ορίστε…
- Τριανταένα;
- …ναι, …δε ξέρω…, είπε σαν σε πυρετό, ναι, …τριανταένα, είπε και τον κοίταξε φοβισμένα, …δε…, δε ξέρω, …ναι...
- Τριάντα! είπε έντονα ο άντρας.
Ο μικρός έσκυψε αποκαμωμένα το κεφάλι του.
- …τριάντα, τριάντα…
Άκουσε ένα σφύριγμα στον αέρα αλλά χωρίς πόνο.
- Τι περιμένεις τώρα;
- ..ε…;
Ο Ζήσης ξεφύσηξε δυνατά.
- Λέω! Ποια έχει σειρά, ποιο νούμερο!
- …τη… τη τριανταμία…, …το τριανταένα, ψέλλισε.
Ο Ζήσης απομακρύνθηκε κουνώντας το κεφάλι του δεξιά-αριστερά
- Δε μου λες πουσταριό; Τους κανόνες που σου είχα στείλει τους διάβασες;
- …ναι, μάλιστα.
- Τους θυμάσαι;
Ο Ρήνος έκλεισε τα μάτια του όσο πιο σφιχτά μπορούσε, θυμήθηκε.


*ΓΙΑ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ Η ΑΜΕΛΕΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΚΛΑΒΟ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΤΙΜΩΡΙΑΣ, Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΙΣΧΥΕΙ ΕΙΣ ΔΙΠΛΟΥΝ!*


- Ακούω! ούρλιαξε ο άντρας.
- …μάλιστα… περιμένω… τη… πρώτη…, μουρμούρισε με φόβο και τρόμο μέσα του, έφτιαξε λίγο τα γόνατα του πάνω στο σκληρό ξύλινο κάθισμα κι έσφιξε μ' όλη του δύναμη τη πλάτη της και τις γροθιές του.

Τριαντατέσσερις βιτσιές με το λεπτό καλάμι, τις περισσότερες φορές ανελέητες, ένοχες, αδικαιολόγητες βιτσιές, τον βρήκαν στον ήδη ταλαιπωρημένο κώλο, τα μπούτια, τα πλευρά, τη πλάτη, ψηλά στους ώμους και πίσω απ' τα μπράτσα, χαράζοντας του το δέρμα, τη ψυχή και το μυαλό του, χωρίς να χύσει σταγόνα άλλο δάκρυ, μόνο ένα ανέλεγκτο τρέμουλο να τον έχει κυριέψει, τραντάζοντάς του το κορμί και το είναι του ολόκληρο.
Και μια στύση σκληρή, φυτρωμένη σαν κοντάρι ανάμεσα στα μπούτια του, να στάζει συνέχεια υγρά και να του υπενθυμίζει στη διαπασών το λόγο που δεν το έβαζε στα πόδια από κει μέσα.


Δε πέρασε απαρατήρητη από τον Ζήση η στύση του αγοριού, αλλά δεν ήθελε να του την πολυαναλύσει τώρα, θα τη καταλάβαινε μόνος του κάποια στιγμή, πολύ σύντομα.

- Θέλω να μάθεις να σ' αρέσει να σε τιμωρώ, να το ζητάς και γιατί όχι να το επιδιώκεις. Μην απορείς, χαμογέλασε, μπορεί και να την επιδιώξεις, και δεν είναι ντροπή. Δεν είναι ντροπή να έχεις ανάγκη τη τιμωρία, όποια και να είναι αυτή.
Το  μουσκεμένο από τα δάκρυα, σφιγμένο πρόσωπο, έγνεψε πάλι καταφατικά.
- …μάλιστα, είπε μ' ένα λυγμό, …θα μ' αρέσει, …σας το υπόσχομαι, είπε αθώα και καυλιάρικα και πρόστυχα κι ερωτεύσιμα το μικρό του.
"Θέλω να' μαι 'δω, δίπλα σου, κοντά σου, από κάτω σου, εδώ…"
- Φτιάξε τα πράματα στη θέση τους και βάλε μου ένα ποτό τώρα, είπε και του χάιδεψε το κεφάλι.
"Αγγελούδι μου, πράμα μου, δικό μου…"
Κι όσο αυτός μισοξάπλωσε στο καναπέ χώνοντας το χέρι του βαθιά μέσα στο παντελόνι του να' χει τα πουλιά του χουφτωμένα, παρακολουθούσε την ομορφιά του αγοριού να βάζει κουρασμένα τη καρέκλα στη θέση της, να στρώνει το χαλί όπως έπρεπε να είναι, να πηγαίνει τη βίτσα ξανά στο κρεβάτι, να φυσάει τη μύτη του, να χαιδεύει τους γλουτούς του, να πλένει τα χέρια του μετά, να βγάζει ποτήρι, πάγο, ουίσκι, και με αδύναμα βήματα να του προσφέρει το ποτό και να πέφτει στα τέσσερα δίπλα στα πόδια του, ολόγυμνο, κουρασμένο, ποθητό, σημαδεμένο όσο δεν έπαιρνε.





Πέρασε καμιά ώρα έτσι, κάποια στιγμή του είχε πει να ξαπλώσει στον καναπέ απέναντί του αν ήθελε, να ξεκουραστεί, τον ορμήνεψε όμως να' ναι γυρισμένος προς τη μεριά των μαξιλαριών, και για να μη νοιώθει το βλέμμα του πάνω του, αλλά και για μη χάσει στιγμή από την ταλαιπωρημένη πλευρά του γυμνού κορμιού, και το μόνο που ακουγόταν στο σαλόνι ήταν ο ήχος των ειδήσεων από τη τηλεόραση.
Κάποια στιγμή ο Ρήνος ανασηκώθηκε και γύρισε προς το μέρος του, ήπιε λίγη μπύρα – είχε πάρει την άδεια αν ήθελε να έπινε κι εκείνος κάτι – και τον κοίταξε κατάματα.
Έκανε λίγη ώρα να τον πάρει είδηση, αλλά κάποια στιγμή διασταυρώθηκαν τα βλέμματα τους.
- Τι συμβαίνει μικρέ;
         - …τίποτα, είπε ανασηκώνοντας ελαφρά τους ώμους του, σας κοιτάω.
Ο Ζήσης συνοφρυώθηκε απορημένος.
- Θες κάτι;
Ο μικρός δεν είπε τίποτα.
- Θες πούτσο μικρέ; είπε και μόνο που άκουσε τον εαυτό του να το λέει ερεθίστηκε. Λαχτάρησε γαμησάκι η σούφρα σου;
Είχε κατανίκησει την απίστευτή του καύλα να τον σκίσει αμέσως μετά το ράβδισμα έτσι όπως ήταν πάνω στη καρέκλα, ειδικά αν έτσι όπως ήταν μέσα του τον έριχνε στο πάτωμα και τον γαμούσε στα τέσσερα, το θέαμα της σημαδεμένης πλάτης θα τον έκαναν να τελειώσει σε λίγα λεπτά, αλλά είχε κουραστεί, και σωματικά και ψυχικά κι ήθελε να ηρεμήσει λίγο η ατμόσφαιρα. Έτσι κι αλλιώς είχε καιρό ακόμα μέχρι την ώρα που ο μικρός του θα' πρεπε να φύγει.
- Ότι θέλετε εσείς, είπε ονειρεμένα το αγόρι απέναντί του, κρύβοντας τα χέρια του ανάμεσα στα μπούτια του.
- Όχι μικρέ, εσύ πες μου τι θες, σου δίνω το ελεύθερο.


- Μη μπαμπά, άου, άου, δε θα το ξανακάνω…
- Άστο βρε Σάββα το παιδί, μέρα που είναι του θεού.
- Συγγνώμη μπαμπά μου, άου, συγνώμη.
- Ωραίον σ' έκαμα μπαγάσα! Να προσέχεις άλλη φορά.
- Άου!
- Εκεί, στη γωνιά τώρα, και μη τολμήσεις να βγάλεις κιχ, σ' έγδαρα! Και με τα βρακιά κατεβασμένα, να παίρνεις αέρα, χα, χα, να φαίνεται το κωλί σου πληγιασμένο, βλέπεις Φώτη; χα, χα, χα… βλέπεις κώλο που του' φτιαξα του ξαδερφούλη σου;
- Συγγνώμη μπαμπά μου..
- Σκάσε κωλόπαιδο, στη γωνιά σου και με το βρακί στα γόνατα!


Και ο μικρός, σηκώθηκε ξεκούραστα όρθιος και βγήκε απ' το δωμάτιο, επιστρέφοντας λίγο αργότερα, περπατώντας στα τέσσερα, υποτακτικά, κρατώντας ανάμεσα στα δόντια του τη δερμάτινη βίτσα.
Ο Ζήσης δε πίστευε στα μάτια του όταν το μικρό του, αφήνοντάς τη βίτσα να πέσει από το στόμα του, σχημάτισε ένα ανεπαίσθητα πονηρό χαμόγελο και ψιθύρισε.
- Άργησα τριαντατέσσερα λεπτά, κύριέ μου.
Και σηκώθηκε, με αργές κινήσεις τράβηξε τη καρέκλα, γονάτισε πάνω της, έσκυψε το κεφάλι και πρόσφερε το σημαδεμένο του σώμα στον άντρα του.


Γι αυτό που άρεσε και στους δύο…






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αν σκέπτεσαι κάτι, γράψτο...

security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY