Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013

a perfect MORNING in a perfect life...










Σχεδόν κάθε μέρα κατά τις 8-9 το πρωί, σαν βιολογικό ξυπνητήρι τον ξύπναγε η στύση του, ειδικά αν είχε φορέσει στενό σλιπάκι για να κοιμηθεί και του τραβούσε τις τρίχες ή πάλευε να βγει από το λάστιχο. Ότι ώρα και να 'χε πέσει, ακόμα και ξημερώματα, πιωμένος ή όχι, χυμένος ή άχυτος από το προηγούμενο βράδυ, σαν ξυπνητήρι μια σκληρή κατουρόκαυλα έκανε τη εμφάνισή της, γλυκιά, πυρωμένη, βιαστική. Συνήθως δεν έκανε τίποτα, απλά την έπιανε, την έσφιγγε και τη χαιρόταν, την ξεχνούσε λίγο μετά μέσα στον ύπνο του, τον ξέχναγε κι αυτή και τον άφηνε να ξαναβυθιστεί. Σήμερα όμως για πρώτη φορά το πουστράκι του, το δικό του πουστράκι, το όνειρο του, κοιμόταν δίπλα του.

Μετά από κάπου δέκα μέρες που γνωρίζονταν, και πέντε που τον είχε επισκεφτεί, τον είχε τσεκάρει σε διάφορα. Πρόθυμο κι υποτακτικό, είχαν ήδη κάνει πολλά. Μαζοχάκι από ένστικτο στη ψυχή και στο σώμα, έφαγε όσο ξύλο ήθελε να του δώσει, ειδικά όπως του άρεσε να δέρνει, στα γόνατα του, με το χέρι, σαν μικρό άτακτο παιδί – η βίτσα, η ζώνη κι όλα τα άλλα θα' χαν σειρά αργότερα, υπάκουο υπηρετάκι του είχε πλύνει μετά από σχετική εντολή κάτι πιάτα που είχε αφήσει επίτηδες στον νεροχύτη και μερικά εσώρουχα στο χέρι, έβαλε ένα απόγεμα ηλεκτρική σκούπα ολόγυμνο και ορεκτικό, έκανε ότι άλλο του έλεγε να κάνει, πίπες και γλειφοκώλια με τις ώρες, και μάλιστα πάντα με χαρά, πρόθυμο. Ακόμα δε πίστευε τη τύχη του, βρήκε το πλάσμα που θα ικανοποιούσε όλες του τις ορέξεις, ίσως κάποια στιγμή ακόμα και τις φαντασιώσεις που δεν τολμούσε να ομολογήσει ούτε και στον εαυτό του.
Προς το παρόν είχε να τσεκάρει και το πόσο καλά θα μπορούσε να ανταποκριθεί και στις πρωινές του καύλες, πόσες αμέτρητες φορές δεν είχε ευχηθεί να κοιμόταν δίπλα του ένα αγόρι όποτε τον ξύπναγε το θυμωμένο πουλί του. Όχι ότι δεν είχε ξανακοιμηθεί με κάποιον, αλλά για να χύσει θα' πρεπε να χαϊδέψει κι όχι μόνο για τη δική του ευχαρίστηση, να καυλώσει κάπως τον άλλον, ίσως να του δώσει πίπα τις περισσότερες φορές που τη βαριόταν λίγο τέτοια ώρα, και σίγουρα όταν θα' χαν ξυπνήσει κι οι δυό για τα καλά, να επακολουθήσει καφές και κουβέντα που ποτέ δεν ήταν το καλύτερό του. Τώρα απλά ήθελε να γαμήσει, να χωθεί στα ζεστά και να στραγγίξει. Στη ψύχρα δεν το είχε ξανακάνει κι ήταν ευκαιρία να το δοκιμάσει.

Μια δοκιμή ακόμα, ένα βήμα παραπάνω.

Ο Ρήνος κοιμόταν με γυρισμένη τη πλάτη. Άπλωσε το χέρι του κάτω απ' το ζεστό πουπουλένιο άπλωμα, βρήκε τον όμορφο κώλο και τον χούφτωσε. Χωρίς τρυφερότητα, τον μάλαξε σκληρά και χωρίς πολλά-πολλά έψαξε για τη τρύπα. Με το που την ένοιωσε με τον αντίχειρα του, εκμεταλλεύτηκε το καθαρό νυχτερινό νότισμα στις λιγοστές τρίχες ανάμεσα στους γλουτούς και τον έχωσε μέσα της. Ο Ρήνος με το εξερευνητικό κωλοδάχτυλο, μ' ένα ελαφρύ αναστεναγμό αναδύθηκε από τον ύπνο του, γύρισε προς το μέρος του και προσπαθώντας να ανοίξει τα μάτια του, παρόλο το απότομο ξύπνημα, τού χαμογέλασε.

- Θα ξυπνήσουμε, θέλετε καφέ; είπε όσο μπόρεσε πιο καθαρά, ανάμεσα απ' τη νύστα και τα σάλια του ύπνου, κι ο Ζήσης δε μπορούσε να πιστέψει πόσο ήθελε να του κάνει όλα τα γούστα το μικρό αγόρι, πόσο "το' χε" όλο αυτό που έψαχνε μια ζωή.

Δεν του απάντησε, μόνο ξεσκέπασε λίγο και τους δύο τους, τόσο όσο χρειαζόταν για να έρθει από πάνω του, να τον τραβήξει απ' τα λαγόνια να πέσει μπρούμυτα, να του ανοίξει δυνατά τη σχισμάδα με τα χέρια του, να φτύσει γεμάτα ανάμεσά της και να τους ξανασκεπάσει. Έπεσε πάνω του μ' όλο του το βάρος, τον κάλυψε, κι ανοίγοντας διάπλατα τα γυμνασμένα πόδια κλωτσώντας τα με τα μπούτια του άρχισε να τρίβεται στο φυσικά άτριχο κορμί, ψάχνοντας με τη χοντρή του βάλανο να κεντράρει.

Το μόνο που προσπάθησε ο μικρός του πούστης ήταν να ανασηκώσει τα λαγόνια του ελαφρά για να τον ευκολύνει, χωρίς άλλη κουβέντα.

"Μωράκι μου" σκέφτηκε, "παιδί μου, θησαυρέ μου;"

Με τη πλατειά του παλάμη τού κάλυψε τελείως το πρόσωπο έτσι όπως ήταν πλαγιασμένο και το' χωσε βίαια βαθιά στο μαξιλάρι αφήνοντας ελεύθερο μόνο το αυτί του ανάμεσα στον δείκτη και τον αντίχειρα.

- Κιχ μη βγάλεις, του ψιθύρισε μασώντας του το λοβό με το μυτερό του σκυλόδοντο.

Κι άρχισε να χώνει αργά το στραβό του όργανο μέσα στο υποταγμένο αγόρι.

Δεν ήταν ανάγκη να ξεντεριάσει πάλι την όμορφη τρύπα, δεν υπήρχε λόγος. Το είχε κάνει ήδη δυο-τρεις άλλες φορές για να μάθει στον άμαθο μικρό πώς του αρέσει, και μάλλον θα το έκανε όποτε ήθελε, παρ' όλο που δε πρόβαλε τη παραμικρή αντίσταση, απλά τον είδε να σφίγγει τις γροθιές του, ας μη τραβούσε τώρα το σχοινί των αγουροξυπνημένων αντοχών του.

Τον είδε να δαγκώνει το μαξιλάρι για να μη φωνάξει. Παρ' όλη την έστω και μικρή προσπάθεια που έκανε για να μη τον πονέσει, ή έστω τη διάθεση που είχε για αυτό, από μόνο του το μεγάλο όργανο με τη κλίση προς τα δεξιά θα τον πονούσε όσο χαλαρωμένη κι αν ήταν η τρυπούλα λόγω του ύπνου, ειδικά μέχρι να περάσει η μεγάλη βάλανος το στενό του άνοιγμα. Ένοιωσε όμως τη γοητεία του να προκαλεί πόνο με τη προικισμένη του σκληράδα γι ακόμα μια φορά και με το που το ζηλευτό του πουτσοκέφαλο πέρασε τον στενό σφιγκτήρα, δε κρατήθηκε και χώθηκε όλος μέσα του με τη μια.

Ο μικρός γρύλισε πνιχτά, αλλά αυτό ήταν όλο. Ούτε κουνήθηκε, ούτε τίποτα.

"Τέλειος"

- Πολλές φορές με ξυπνάει η καύλα στον ύπνο μου αγορίνα, του μίλησε εξακολουθώντας να του τρώει δυνατά το τρυφερό κομματάκι κρέας του αυτιού, κοίτα να το συνηθίσεις. Όποτε θα κοιμάσαι εδώ, περίπου τέτοια ώρα καυλώνω και θέλω να γαμήσω, περίπου τέτοια ώρα κάθε φορά θα τρως το πούτσο μου, άρχισε να του μιλάει καυλιάρικα για να χύσει γρήγορα, γιατί να μη ξανακοιμόταν μετά;

- Θα τον τρως όλο, συνέχισε, άλλες φορές με μια γερή ροχάλα στη σκατότρυπά σου όπως τώρα που σου' κανα τη χάρη να μη θελήσω να σε σκίσω πολύ, άλλες φορές στεγνό. Θα τρως τη ψωλάρα μου και δε θα βγάζεις μιλιά, κιχ, αλλιώς κι εγώ δε ξέρω τι θα παθαίνεις, και ξέρεις πόσο κακός μπορώ να γίνω με το πουστράκι μου.

Άρχισε να τον γαμάει κανονικά πια, να κοπανιέται πάνω του άγαρμπα μ' όλο του το βάρος, να μπαινοβγαίνει ρυθμικά ξεχειλώνοντας το άμαθο ακόμα άνοιγμα, να φαντάζεται το τεντωμένο δέρμα της τρυπούλας να του βυζαίνει το στυλιάρι και να μπαινοβγαίνει κι αυτό λίγο μέσα-έξω μαζί με το πούτσο του και να καυλώνει περισσότερο, να ευχαριστιέται καθαρό καυτό έντερο με τον ξεσκούφωτο στραβό ψώλο, να τρίβεται το ακάπωτο πουτσοκέφαλο στο καυτό μέσα τού αγοριού και να του' ρχονται σπασμοί από τη καύλα κι ο μικρός από κάτω του να βαριανασαίνει.

- Χέστηκα αν πονάει το πουστράκι μου, είναι εδώ για να μου καταπίνει το πούτσο με το κώλο, να τον τρώει όποτε γουστάρω κι όπως γουστάρω, να μου βυζαίνει με το κωλάντερό του τη καύλα μου να με στραγγίζει το πουστράκι μου, το πουστράκι μου, να του οχταριάζω τ' άντερο και να μου λέει ευχαριστώ, γουστάρεις γαμήσι μωρό, γουστάρεις να τρως ψώλα στο κώλο, να με χωνεύεις μέχρι τέρμα, α, να σε χύσω μωρό, να γεμίσεις ψωλόχυμα να σου χύνεται απ' τ' αυτιά και τα μάτια, πηχτό ψωλόχυμα στη κωλάρα σου, στη κωλάρα σου πουστράκι, χύσια, χύσια να πλημμυρίσεις ζουμιά, να σου φεύγουν απ' τη μουνότρυπα και να στα ταΐζω στο στόμα, το πουστράκι μου, πουστράκι μου, πουστράκι μου, παραλήρησε κι άδειασε μέσα του.

Σαν να του φάνηκε πως τέλειωνε ώρες μέσα στο μισοξύπνιο-μισοκοιμισμένο, το χύσιμο του τού φάνηκε θριαμβευτικό, κατορθωματικό, λυτρωτικά πλούσιο, δε μπορούσε να χορτάσει την αίσθηση του να συνεχίσει να τρίβει το πουτσοκέφαλο στη γλιστερή βλεννογόνο για να αδειάσει μέχρι και τη τελευταία σταγόνα.


Δε τραβήχτηκε, όντας ακόμα μέσα στο αγόρι βρήκε τους κανονικούς ρυθμούς η καρδιά του κι η ανάσα του, έτσι όπως ήταν πάνω του, βολεμένος πάνω στο γυμνασμένο μαλακό κορμί με τη βαριά ανάσα και βυθίστηκε πάλι στον ύπνο.


Λίγη ώρα μετά που ξύπνησε από το σφίξιμο που ένιωσε από τον σφιγκτήρα που συνερχόταν, άνοιξε τα μάτια του κι είδε τα μισάνοιχτα μάτια του Ρήνου με το πλαγιασμένο πρόσωπο, χωμένο ακόμα στο μαξιλάρι να προσπαθεί να πάρει κανονικές ανάσες προσπαθώντας να μην τον ενοχλήσει.

"Το τέλειο πράμα μου" σκέφτηκε μουρόχαβλα, "το δικό μου τέλειο πράμα".

Άτσαλα κι άσκεφτα για το πώς ίσως θα ένιωθε ο μικρός, έχωσε τον αντίχειρά του στη κλειστή τρυπούλα, τη τράβηξε δυνατά να ανοίξει και τράβηξε από μέσα του το μισοπρησμένο του πράμα. Γύρισε κι άλλαξε πλευρό, χωρίς να του πει κουβέντα, χωρίς να του δώσει τη παραμικρή σημασία.

"Έτσι" σκέφτηκε ικανοποιημένος καθώς τον έπαιρνε πάλι ο ύπνος.



Τη επόμενη φορά που ο μεσημεριανός Ρήνος ήρθε σπίτι του, με τη καύλα της αναμονής που όπως πάντα τον έκαιγε κάθε φορά που τον περίμενε μέχρι να' ρθει, με το που μπήκε στο διαμέρισμα τού τα κατέβασε, τον έσκυψε σφηνώνοντας το κεφάλι του στη γωνία και τον πήδηξε ασάλιωτα κι ακάπωτα στη ψύχρα, όπως και τη προηγούμενη φορά, πλάι στη σχεδόν μισάνοιχτη πόρτα. Αργότερα το βράδυ, πριν κοιμηθεί, πριν τον αφήσει να συμμαζέψει το σαλόνι από τασάκια και πιάτα και ποτά, φυσικά όσο πιο αθόρυβα ήταν δυνατό, τον φώναξε στη κρεβατοκάμαρα και τον έβαλε να του πάρει μια ατέλειωτη πίπα με τα χέρια σταυρωμένα πίσω απ' το σβέρκο του, ηλιοθεραπεία κανονική, και με το που έχυσε, τον έβαλε να του τον καθαρίσει με το στόμα και τον ξαπόστειλε πάλι στο σαλόνι, γύρισε πλευρό και τον πήρε ένας βαθύς ευεργετικός ύπνος. 

Πριν καν προλάβει να νοιώσει τη στύση του το επόμενο πρωί την ίδια περίπου ώρα, ένιωσε τη γλυκιά του γλώσσα στο μεγάλο του μυρωδάτο πουτσοκέφαλο και το ρούφηγμά του στο στραβό του όργανο με τα υπολείμματα του χθεσινοβραδινού οργασμού και με το που άνοιξε τα μάτια του και σήκωσε το κεφάλι του για να χορτάσει το θέαμα του μπουκωμένου αγοριού, αυτό, κρατώντας τρυφερά το χοντρό του μέλος, το έβγαλε από το στόμα του και τον ρώτησε απίστευτα:

- Να καθίσω εγώ πάνω σας σήμερα να με πάρετε έτσι;

Και χαμογέλασε αθώα…

- Μη κουραστείτε…;








Μέσα στον ύπνο του ένοιωσε να του μαλάζει το κωλομέρι. Αναρωτήθηκε τι ώρα να' ναι, "ξύπνησε κιόλας;" αλλά πριν προλάβει να θυμηθεί ότι το κινητό το είχε στη κωλότσεπη του παντελονιού του που κρεμόταν στον καλόγερο - σε σίγαση φυσικά, ο Ζήσης δεν ήθελε παρεμβολές στη καλοπέρασή του, ένα στεγνό, απειλητικό κωλοδάχτυλο χώθηκε μέσα του ψάχνοντας τον και του σηκώθηκε αμέσως. Έσφιξε στιγμιαία τον μυ της τρυπούλας του να το χαρεί καλύτερα.

Ο Ζήσης του είχε ξυπνήσει. Να 'χε ξανακαυλώσει; Οι ορέξεις του τού φάνηκαν υπερβολικές για την ηλικία του, κάπου φυσικά κολακεύτηκε που τον ήθελε τόσο πολύ και συνέχεια, ακόμα και με τον τρόπο που τον ήθελε.

"Έτσι είναι μια σχέση;" σκέφτηκε χαρούμενα.

- Θα ξυπνήσουμε, θέλετε καφέ; τον ρώτησε όσο πιο ευγενικά μπόρεσε.

Χωρίς να του απαντήσει τον ένοιωσε να έρχεται από πάνω του και να τον ετοιμάζει για να τον ξαναγαμήσει. Καύλωσε ακόμα περισσότερο με τη πλούσια ροχάλα πάνω στη τρυπούλα του, κι ακόμα πιο πολύ όταν σωριάστηκε πάνω του κόβοντας του την ανάσα και πιέζοντας του άτσαλα γύρω απ' το περίνεο να ψάχνει να χωθεί μέσα του. Προσπάθησε να σηκώσει τη λεκάνη του να τον βοηθήσει, κι έτσι έφτασε με το ένα του χέρι να χουφτώσει και τη δική του στύση. Ευτυχώς ο Ζήσης μέσα στη καύλα του δεν τον πήρε είδηση, δεν έπρεπε να καταλάβει ότι έκανε κάτι τέτοιο, κάπου ντρεπόταν κιόλας. Με το που τού βύθισε το κεφάλι στα μαξιλάρια και του δάγκωσε δυνατά τ' αυτί ένοιωσε κιόλας τη παλάμη του να υγραίνεται.

- Κιχ μη βγάλεις, άκουσε τη λαχανιασμένη του ανάσα.

Μα δεν επρόκειτο να βγάλει τσιμουδιά, δεν ήθελε πια, θα προσπαθούσε όσο περισσότερο γινόταν να μείνει σιωπηλός, βουβός κι ακίνητος. Ήξερε πια πως άρεσε στον Ζήση να τον πηδάει, και προσπαθούσε να μάθει να το χαίρεται και αυτός έτσι. Και το χαιρόταν. Ακόμα κι αυτή τη στιγμή που το χοντρό πουτσοκέφαλο του πούτσου του Ζήση έψαχνε πιέζοντας δυνατά τη σχισμάδα του για το άνοιγμα κι ετοιμαζόταν να του το παραβιάσει, μόλις θα κέντραρε την επίτηδες χαλαρωμένη τρυπούλα, θα χωνόταν μέσα της απότομα και θα πονούσε απίστευτα για τουλάχιστον μέχρι να χύσει, ακόμα και μ' αυτό το δυνατό πόνο, που άλλωστε ένοιωθε κάθε φορά όσο καυλωμένος κι αν ήταν, χοντρές σταλαγματιές σπέρμα θα έσταζαν και από τη δική του βάλανο, γι αυτό τη χούφτωσε με τη παλάμη του, για να μη λερώσει τα σεντόνια, όχι για να παίξει και να τελειώσει κι αυτός, όχι, όχι, αυτό απαγορευόταν, μόνο κατόπι εντολής, δεν έπρεπε ούτε καν να ζητήσει την άδεια για κάτι τέτοιο.

Πόσο του άρεσε κι αυτό, να πρέπει να ζητήσει την άδεια για οτιδήποτε, να περιμένει εντολές, να πλένει τα πιάτα του, τα βρακιά του, ακόμα κι εκείνο τ' απόγεμα που έβγαλε ο Ζήσης την ηλεκτρική απ' το ντουλάπι και τον έμαθε να τη χρησιμοποιεί και τον χάζευε να καθαρίζει ολόγυμνος κι εκείνη τη στιγμή που έσκυψε να καθαρίσει κάτω απ' το καναπέ του έδωσε μια τσουχτερή σφαλιάρα στο κώλο γελώντας, ναι, γι αυτό ζούσε, γι αυτό ακριβώς.

Με το που ένοιωσε το σκίσιμο και τον ξαφνικό πόνο στον δακτύλιο του πρωκτού του, ένοιωσε και ολόκληρο το μεγαλειώδες όργανο του Ζήση του να τον εμβολίζει. Γέμισε, ολοκληρώθηκε, πόνεσε, σκίστηκε, αλλά ήταν εκεί, να μη μπορεί να πάρει ανάσα από το βάρος του άντρα, αλλά να γαμιέται, παραδομένος, να γαμιέται, να γαμιέται, πάλι, ξανά και ξανά, "όποτε θέλει ο Ζήσης, όπως θέλει".

- Πολλές φορές με ξυπνάει η καύλα στον ύπνο μου αγορίνα... κοίτα να το συνηθίσεις… όποτε θα κοιμάσαι εδώ… περίπου τέτοια ώρα καυλώνω και θέλω να γαμήσω… περίπου τέτοια ώρα κάθε φορά θα τρως το πούτσο μου, του σάλιωνε τ' αυτί δαγκώνοντάς του το δυνατά, σαν να' θελε να το φάει, θα τον τρως όλο… άλλες φορές με μια γερή ροχάλα στη σκατότρυπά σου όπως τώρα που σου' κανα τη χάρη να μη θελήσω να σε σκίσω πολύ… άλλες φορές στεγνό, άκουγε τα σάλια του κι ένοιωθε το χοντρό πούτσο στα βάθη του μη μπορώντας ακόμα να τον συνηθίσει, με κάψιμο, τσουχτερό κάψιμο, και καύλωνε, όλο και περισσότερο, η παλάμη του ήταν μούσκεμα.

- Θα τρως τη ψωλάρα μου και δε θα βγάζεις μιλιά, κιχ, αλλιώς κι εγώ δε ξέρω τι θα παθαίνεις, και ξέρεις πόσο κακός μπορώ να γίνω με το πουστράκι μου.

Όμορφα λόγια, αντρικά, τρυφερά με το τρόπο τους, απογειωτικά.

- Χέστηκα αν πονάει το πουστράκι μου, είναι εδώ για να μου καταπίνει το πούτσο με το κώλο, να τον τρώει όποτε γουστάρω κι όπως γουστάρω, να μου βυζαίνει με το κωλάντερό του τη καύλα μου να με στραγγίζει το πουστράκι μου, να του οχταριάζω τ' άντερο και να μου λέει ευχαριστώ, γουστάρεις γαμήσι μωρό, γουστάρεις να τρως ψώλα στο κώλο, να με χωνεύεις μέχρι τέρμα, α, να σε χύσω μωρό, να γεμίσεις ψωλόχυμα να σου χύνεται απ' τ' αυτιά και τα μάτια, πηχτό ψωλόχυμα στη κωλάρα σου, στη κωλάρα σου πουστράκι, χύσια, χύσια να πλημμυρίσεις ζουμιά, να σου φεύγουν απ' τη μουνότρυπα και να στα ταΐζω στο στόμα, το πουστράκι μου, πουστράκι μου, πουστράκι μου, παραλήρησε λαχανιασμένα κι ένοιωσε τους σπασμούς του στη τρύπα του και τα υγρά του να τον γεμίζουν πάλι.

Έχυσε κι αυτός την ίδια στιγμή κι ευτυχώς δεν τον πήρε είδηση, έχυσε σιωπηλά, σίγουρα ο σφιγκτήρας του θα ανοιγόκλεινε σε κάθε σπασμό του πνίγοντας τον, το' ξερε καλά αυτό το φαινόμενο, πόσες φορές όταν έπαιζε μαλακία κι έχυνε δεν ένοιωθε τη τρυπούλα του να ευχαριστιέται με τη σειρά της σφίγγοντας ρυθμικά το σαλιωμένο του κωλοδάχτυλο, αλλά μέσα στο χύσιμό του δεν ο Ζήσης δεν τον κατάλαβε, ευτυχώς, δεν ήθελε ούτε να τον θυμώσει ούτε να τον δυσαρεστήσει παρακούοντας τον.

Ούτε που κατάλαβε πότε από το χύσιμο του άντρα του και τα καυλιάρικα λόγια του, άκουσε κάτι σαν ελαφρύ ροχαλητό. Κι ήταν ακόμα μέσα του, σωριασμένος πάνω του.

"Άντρα μου, άντρακλα μου" σκέφτηκε κι ούτε που τον ένοιαξε ότι δεν μπορούσε να ανασάνει κανονικά με το πρόσωπο χωμένο στο μαξιλάρι κι απ' το βάρος του, "να ξεκουραστεί, μη ξυπνήσει, να κοιμηθεί", λίγο αργότερα, όσο πιο επιδέξια μπορούσε, ίσως να προσπαθούσε να τον σπρώξει απαλά να πέσει στο πλευρό του, να συνεχίσει τον ύπνο του, κι αυτός να πήγαινε να πλυθεί, να πλυθεί καλά, για το επόμενο γαμήσι ίσως ή για οτιδήποτε άλλο, να έβαζε καφέ στο φίλτρο στης καφετιέρας και να τον περιμένει να ξυπνήσει για να πατήσει το κουμπί, μέχρι να πάει απόγευμα και να φύγει με την άδειά του, η μάνα του θ' ανησυχούσε πάλι, θα γκρίνιαζε, "που κοιμήθηκες πάλι, που εξαφανίζεσαι", που να' ξερε πόσο ευτυχισμένος, πόσο πλήρης ένιωθε μακριά της και κοντά του.

Χαμένος στις σκέψεις του ένοιωσε τον Ζήση να αναδεύεται κι ένα άγριο δάχτυλο να τον ξεχειλώνει άγαρμπα και τον Ζήση να τραβιέται απότομα από μέσα του. Έπνιξε την όποια δυσφορία και πήγε να του χαμογελάσει αλλά γύρισε πλευρό χωρίς να του δώσει σημασία.

"Κουράστηκε ο άντρας μου".

Και σηκώθηκε όσο πιο αθόρυβα κι απαλά απ' το κρεβάτι τρίβοντας τα υγρά του στο στομάχι του να μη στάξει τίποτα στα σεντόνια και προδοθεί και πηγαίνοντας ανάλαφρα στο μπάνιο ευχήθηκε την επόμενη φορά που θα ξύπναγε δίπλα του, να τον προλάβει, να ανοίξει τα μάτια του πρώτος, να προλάβει την πρωινή του όρεξη, να βάλει μπόλικο λιπαντικό πίσω του και λίγο μέσα του, ίσως και να προσπαθήσει να χαλαρώσει τη τρυπούλα του με δυο-τρια δάχτυλα να μη ταλαιπωρήσει καθόλου τον άντρα του και να τολμήσει να του πάρει την άδεια να καθίσει εκείνος πάνω του, να τον χωνέψει όσο γινόταν πιο άνετα δίχως εκείνος να χρειαστεί να κάνει τίποτα, να κουραστεί καθόλου.


- Να καθίσω εγώ πάνω σας σήμερα να με πάρετε έτσι; να τον ρωτήσει.

Και να του χαμογελάσει, να τον γλυκάνει, να τον κερδίσει…

- Μη κουραστείτε…;








security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY