Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

security (on) my foot...! (05.05.2003)








«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο.


Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβού. Είχα κρύψει το δονητή κάτω απ’ το μαξιλάρι, τις δερμάτινές μου χειροπέδες στο συρτάρι του κομοδίνου δίπλα μου, και το καθρεφτάκι στημένο έτσι ώστε ενώ κάνω ότι κοιμάμαι, να βλέπω την εξώπορτα.


Χαμήλωσα με το dimmer τα φώτα στο ελάχιστο, γδύθηκα και ξάπλωσα στο κρεβάτι μισομπρούμυτα, μισοπλάγια, με το ένα πόδι αρκετά ψηλότερα απ’ το άλλο, να ‘χω σε πλήρη έκθεση τη σχισμάδα μου και τους όρχεις. Προσπάθησα να φέρω και το όργανό μου κάτω απ’ τα πόδια μου αλλά ήταν αδύνατο, είχα καυλώσει και μόνο με τη σκέψη της επίσκεψης και του όλου σεναρίου που είχαμε συμφωνήσει.


Άκουσα το τρίξιμο της πόρτας και απ’ το καθρεφτάκι τον είδα να μπαίνει δειλά, μη μπορώντας μάλλον να πιστέψει ότι επιτέλους θα του ικανοποιούταν η φαντασίωσή του, και πανύψηλος όπως ήταν και ντυμένος με τη σκούρα στολή του security, κατέκτησε το δωμάτιο και τη προσμονή μου και το μικρό καθρεφτάκι απ’ όπου τον έβλεπα.




@




Ο Δημήτρης ήταν η δεύτερη φορά που έμπαινε σπίτι μου.




Όταν πριν μια βδομάδα περίπου είχαμε πρωτοσυναντηθεί στην Αμφιθέας στο ύψος της Αγίας Κυριακής, παραλίγο η φάση να είχε χαλάσει. Πολύ ντροπαλός, με ένα βλέμμα πανικού, μου είχε πει ένα βιαστικό «άστο καλύτερα» και είχε χαθεί ο 25χρονος security στη γωνία σαν κυνηγημένος. Με το που έκλεισα τσαντισμένος για τη χαμένη βραδιά τη πόρτα του διαμερίσματός μου, μού έστειλε μήνυμα.


moy areses poli


Τι κουφό, τι ταλαιπωρία ψυχής σκέφτηκα, του άρεσα τόσο που ντράπηκε να τ’ ομολογήσει.


«και γιατί έφυγες τότε;»


mou fanikes agrios


«και…;»


de kserw..”


Ούτε κι εγώ ήξερα τι να απαντήσω. Δε μπορούσα να κάνω κάτι γι αυτό, ακόμα και σε στιγμές ηρεμίας τα βλέμμα μου φοβίζει, άθελα μου αλλά υπέρ μου τις περισσότερες φορές, ειδικά όταν θέλω κάτι, αρκεί απλά να κοιτάξω τον άλλον στα μάτια και να το ψιθυρίσω.


na erthw twra?” έφτασε το επόμενο μήνυμα.


Η ντροπή του και το ότι του είχα φανεί άγριος με είχαν ερεθίσει αρκετά. Φυσικά να’ ρχόταν τώρα!




@




Πλησίασε το κρεβάτι αθόρυβα, γονάτισε, κι ένιωσα τη γλώσσα του ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών μου, στις πατούσες μου, στους αστράγαλούς μου, παρ’ όλο που του άρεσε πολύ αυτό που έκανε, το έκανε βιαστικά, ήθελε να φτάσει όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στο κυρίως πιάτο της βραδιάς.


Σε λίγο, ένιωσα να στηρίζεται με τις παλάμες του στο κρεβάτι και να έρχεται από πάνω μου, κι αμέσως μετά το καλύτερο μου, το πρόσωπο του ανάμεσα στους γλουτούς μου. Χωρίς να μ’ ακουμπήσει με τα χέρια του, έχωσε ανάλαφρα τη μούρη του ανάμεσα μου και με την άκρη της γλώσσας του προσπάθησε να σκαλίσει τη τρύπα.


Παίζει να ήταν κι από τις καλύτερες στιγμές που έχω ζήσει.


Έχω δώσει αμέτρητες φορές το κώλο μου για γλείψιμο, είτε υποχρεωτικά έχοντας καθίσει στη μούρη του άλλου, είτε τουρλωμένος προσφέροντας με μετά από εντολή μου, είτε σηκώνοντας τα πόδια μου και σπρώχνοντας τον άλλο με τις φτέρνες μου απ το σβέρκο και πατώντας τον στους ώμους τον διατάζω να χορτάσει με τις δίπλες του ανοίγματος του πρωκτού μου μέχρι να βαρεθώ.


Αλλά ποτέ μ’ αυτό τον τρόπο.


Κάνοντας ότι κοιμόμουν, ένιωθα τελείως αντικείμενο, πράγμα, άψυχο σώμα, αφήνοντας τον να κάνει ότι θέλει, να κινηθεί όπως μπορεί, έστω και αδέξια, με τη μύτη του να μου πιέζει τη κορφή της σχισμάδας μου και τη γλώσσα να προσπαθεί να φτάσει παραμέσα. Μ’ έκανε να νοιώθω τέλεια. Μύριζε τα σάλια του και τη μυρωδιά μου, κι έχοντας ανοιχτό το στόμα του ένοιωθα την ανάσα του στο νοτισμένο μου άνοιγμα, άθελά του φύσαγε να στεγνώσω. Δεν ήταν από τα καλύτερα γλειφοκώλια που μου έχουν κάνει, έχω νιώσει γλώσσα τόσο επιδέξια και μακριά, που είχε φτάσει μέχρι τον προστάτη μια φορά ανεπανάληπτη, αλλά ακόμα κι έτσι η αίσθηση του αφήματος ήταν μοναδική.


Ήταν κάτι που δεν είχε κάνει  πολλές φορές ούτε του άρεσε και πολύ, αλλά ήταν ο όρος μου για να γίνει αυτό που θα επακολουθούσε, αυτό που είχαμε συμφωνήσει να γίνει την επόμενη φορά που θα συναντιόμασταν.




@




“tha thela na milisoume omws prwta”


Να μιλήσουμε μικρέ αλλά με τους δικούς μου όρους, σκέφτηκα.


«Οκ, αλλά με το που θα μπεις, θα πέσεις στα 4, κι ότι έχουμε να πούμε θα το πούμε έτσι»


entaksei” ήρθε το επόμενο μήνυμά του και του’ στειλα τη διεύθυνση και το όνομα στο κουδούνι.




- … και μ’ αρέσει να με πονάνε στη τρύπα, ψιθύρισε λίγο μετά, στα τέσσερα, με το κεφάλι του σκυφτό ανάμεσα στα μπράτσα του.


Αν απλά είχα ερεθιστεί με το που τον είδα να μπαίνει στο δωμάτιο, ντροπαλός και αναψοκοκκινισμένος και χωρίς να χάσει καιρό να πέφτει μπροστά μου στα τέσσερα, αν το σάλεμα στο εσώρουχό μου μ έκανε κάθε τόσο να τακτοποιώ τη στύση μου όσο μου περιέγραφε τις μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού εμπειρίες του και το πόσο του αρέσει να φαντασιώνεται να του αγγίζουν πέλματα το γυμνό του σώμα και να του τα δίνουν στο στόμα με τη βία και να τελειώνει έτσι, μ’ αυτό το τελευταίο που είπε, κατακαύλωσα.


- Δηλαδή; ρώτησα. Σ’ αρέσει να γαμιέσαι με μεγάλες ψωλές;


Δεν είχαμε πει κ πολλά διαδικτυακά. Εκείνη την εποχή έμπαινα στο gay.gr ως “Top_hard_&_and_kinky”. Μου είχε ανοίξει παραθυράκι, είχε δηλώσει «bottom είμαι, με λίγο παράξενα γούστα», ίσως και μόνο αυτό μου’ φτασε εκείνη το βράδυ, ξέροντας ότι το πιθανότερο θα' ταν να έριχνα τουλάχιστον ένα πούτσο με μερικά κωλοσφάλιαρα, μου άρεσαν και τα stats του «175, 72, 25yo», του είπα ότι αυτό που θέλω είναι υποταγή κι υπακοή σ’ ότι πω, και χωρίς πολλά-πολλά τα βρήκαμε και του είπα που να έρθει να βρεθούμε.




- Όχι απαραίτητα, δεν έχω πηδηχτεί και πολλές φορές, απλά μ’ αρέσει ο πόνος εκεί.


Αυτό το «δεν έχω πηδηχτεί και πολλές φορές» το ακούω συνήθως βερεσέ, αλλά κάτι μ’ έπεισε στη φωνή του.


- Μόνο εκεί;


- Και αλλού, αλλά περισσότερο εκεί.


Δε το σκέφτηκα παραπάνω, άλλωστε η βραδιά έπρεπε να πάρει το δρόμο της.


- Για σήκω όρθιος μωρό.


Υπάκουος, ίσως και κολακευμένος, έκανε ότι του είπα.


- Να βλέπω τη πλάτη σου, είπα, αν και το αρρενωπό καλοξυρισμένο πρόσωπο δε μ’ άφηνε καθόλου αδιάφορο.


- Δείξε μου που σου αρέσει να πονάς, είπα με τη φωνή μου κι μ’ αυτά που έλεγα να ερεθίζομαι όλο και περισσότερο.


Ντροπαλά ο μικρός, χάιδεψε τους γλουτούς του και τη ραφή του εφαρμοστού παντελονιού της στολής του.


- Καλά, δε κάνουμε τίποτα έτσι. Κατέβασέ τα και ξαναδείξε μου.


Μόλις που δίστασε, αλλά έλυσε την υφασμάτινη ζώνη, κατέβασε πρώτα το μπλε σκούρο παντελόνι αποκαλύπτοντας ένα γκρι εφαρμοστό μποξεράκι που με τη σειρά του το κατέβασε κι αυτό.


- Εδώ, ψιθύρισε, βάζοντας τις άκρες από τα δάχτυλά του ανάμεσα απ’ τους γλουτούς του.


Κάπως αγύμναστος και κρεατωμένος, με όμορφο, άτριχο, γεμάτο αλλά στητό κώλο.


«Μια χαρά» σκέφτηκα!


- Πέσε στα τέσσερα και δείξτο μου καλά.


Γονάτισε απέναντί μου, έσκυψε ακουμπώντας το κεφάλι του στο πάτωμα, κι άνοιξε διάπλατα τη σχισμάδα του, δείχνοντας άτεχνα με το δάχτυλό του τη σφιχτή του τρύπα ανάμεσα από μερικές ιδρωμένες τρίχες.





Θα μπορούσα να τον πηδήξω ασάλιωτα εκεί και τότε, αλλά πάντα μ’ αρέσει να παίζω το παιχνίδι της αναμονής, όσο γίνεται πιο αργά, σπασονεύρικα, υπομονετικά.


- Είσαι καθαρός;


Έφερε τα δάχτυλα του στη μύτη του.


- …απ’ τη δουλειά έρχομαι, …νομίζω ναι, …δε ξέρω, …όχι και πολύ καθαρός μάλλον.


Την επόμενη ανυπόμονη στιγμή είχα κιόλας γονατίσει δίπλα του, τον είχα αγκαλιάσει απ' τη μέση με το ένα μου χέρι και με το άλλο ετοιμαζόμουν να τον δείρω, έτσι, στη ψύχρα, σαν μικρό άταχτο παιδί.


- Την άλλη φορά να είσαι ολοκάθαρος πουστράκι.


Κι άρχισα να του σφαλιαρίζω τους άμαθους γλουτούς.


Σαν να μην ήξερε τι του συνέβαινε ξαφνικά, σαν αφημένος στο πρωτόγνωρο αίσθημα, δεν έβγαλε μιλιά.


- Τα πουστράκια που τους αρέσει να πονάνε στη τρύπα, τα θέλω ολοκάθαρα, το καταλάβαμε μικρέ;


- …μάλιστα, είπε βραχνά, κ παρ’ όλο που τα κωλομέρια ρόδισαν γρήγορα για τα καλά, δεν διαμαρτυρήθηκε διόλου, καυλώνοντας με ακόμα περισσότερο.


- Και ειδικά εδώ, είπα και ρίχνοντας το βάρος μου στη μέση του αναγκάζοντας τον να τουρλωθεί τού σφαλιάρισα δυνατά το πρόσφορο άνοιγμα των γλουτών.


Εκεί βόγκηξε.


- Καταλάβαμε; είπα δυνατά.


- …μάλιστα, είπε ζαλισμένα.


Έψαξα με το χέρι μου από κάτω του και είδα ότι ήταν κατακαυλωμένος, με μια δυνατή, αξιοπρεπή στύση.


Και συνέχισα να του ρίχνω δυνατές, τσουχτερές σφαλιάρες ακριβώς πάνω στη τρύπα που έσκαγαν καυλιάρικα και τον έστελναν κυριολεκτικά.


- …ναι, …μάλιστα, …εκεί, ψέλλιζε.


- Εκεί σ’ αρέσει πουστράκι;


- …ναιαιαιαι…


- Όχι εδώ, ρώτησα και του έριξα μια δυνατή στο κώλο.


- …κι εκεί, …αλλά εκεί πιο πολύ…


- Έχεις πονέσει έτσι άλλη φορά;


- …όχι…


- Δε σ’ έχει δείρει κανένας άλλος έτσι;


- …όχι…


- Ούτε όταν παίζεις μαλακία; Δε βαράς το κώλο σου λίγο;


- …όχι, …κανένα δάχτυλο βάζω…


- Ούτε έτσι; είπα και τον τσίμπησα ελαφρά δίπλα στη τρυπούλα.


- ..αχ, …όχι, είπε χωρίς να κουνηθεί ούτε χιλιοστό.


Τον τσίμπησα δυνατότερα σ’ ένα σημείο πιο κοντά στη τρύπα, στρίβοντας το δέρμα. Είδα τη σούφρα του να σφίγγεται ρυθμικά και κατάλαβα ότι η όλη φάση τον τρέλαινε τόσο, που ξερόχυνε. Έβαλα το χέρι μου από κάτω του κι ένιωσα την υγρασία από πηχτές σταγόνες σπέρμα στα δάχτυλα μου.


- Μας αρέσει βλέπω.


- ..ναι, …πολύ…


Όσο αφέντης και να νιώθω, όσο και να μ’ αρέσει να κου κάνουν οι άλλοι τα γούστα και να απολαμβάνω, η χαρά τού να ερεθίζω τον άλλο σε τέτοιο σημείο μου δίνει απίστευτη ικανοποίηση, ειδικά όταν τον κάνω νοιώθει πρωτόγνωρες αισθήσεις.


- Ούτε αυτό το έχεις κάνει στον εαυτό σου ποτέ;


- …όχι, …ίσως λίγο, μάντεψα σωστά.


Πιάνοντας μια τουφίτσα με δυό-τρεις τρίχες τις τράβηξα ξεριζώνοντάς τες με δύναμη, δεν κρατήθηκε και τινάχτηκε, άλλα παρέμεινε στην ίδια θέση, εκστασιασμένος.


- Ούτε αυτό μάλλον, είπα με ικανοποίηση.


- …όχι, …αλλά μ’ αρέσει, …μ’ αρέσει πολύ,  …ότι κάνεις μ’ αρέσει πολύ.


Δεν ήταν ανάγκη να του πω να μου εκφράζει την ευγνωμοσύνη του όπως με άλλους, άλλες φορές, ούτε να με ευχαριστεί γι αυτό που του προσφέρω, ένιωθα τη χαρά στο λαχάνιασμα του.


- Σήκω τώρα μικρέ και πήγαινε στο μπάνιο.




Αν καταλάβω με κωλοδάχτυλο ότι ο άλλος είναι άπλυτος, ειδικά αν έχει έρθει για να γαμηθεί και δεν είναι τζάμι, μου τη δίνει όσο τίποτα, ειδικά αν δεν είναι και τόσο του γούστου μου και τον έχω φέρει σπίτι μου περασμένα μεσάνυχτα απλά και μόνο για να χύσω, του δίνω μια πίπα και τον διώχνω άχυτο χωρίς δεύτερη κουβέντα. Σε γενικές γραμμές όμως το να πλένω τον άλλον και να του μαθαίνω πώς να πλένεται εσωτερικά, μ’ αρέσει πολύ. Ειδικά σε άμαθους νεαρούς, με καυλώνει να κομπλάρουν, να παραξενεύονται, το χαίρομαι απίστευτα. Τις περισσότερες φορές πλένοντας τους, δεν σιχαίνομαι καθόλου ότι και να βγει μαζί με το νερό, ίσα-ισα που ξέρω πως θα είναι καθαρός, κι αν όχι τίποτε άλλο, αν δεν μάθει για τα δικά μου γούστα, έχω επιτελέσει κοινωνικό έργο μαθαίνοντας του πως θα πρέπει να είναι στον επόμενο...!




Μεθυσμένος από τη καύλα που τον έκανα να νιώσει, δεν έφερε αντίρρηση, πήγα κι εγώ πίσω του, τον κάθισα στη λεκάνη, τον έβαλα να σκύψει και του σφήνωσα το κεφάλι στον καβάλο μου, ανάμεσα στα μπούτια. Ξεβίδωσα το τηλέφωνο απ το ντους, έλεγξα τη θερμοκρασία να είναι χλιαρό το νερό κι άρχισα να τον πλένω. Του σκάλισα μ’ ένα σαπουνισμένο κωλοδάχτυλο την όμορφη τρυπούλα, σφιχτή και τόσο δοτική κάτω απ’ τα μάτια μου, ανάμεσα στους ορθάνοιχτους στρογγυλούς γλουτούς του, ακούμπησα το στόμιο του σωλήνα πάνω της κι άφησα να μπει αρκετή ποσότητα μέσα.


- Σφίξου τώρα σαν να θες να κάνεις κακά σου, είπα μωρουδίστικα, αλλά το ένιωθα τόσο να μιλήσω έτσι εκείνη τη στιγμή.


Η απορημένη, ανήξερη σουφρίτσα τελικά έβγαλε ολοκάθαρο νερό, δε χρειάστηκε να το επαναλάβω, απλά του τη σαπούνισα χώνοντας του βαθύτερα το δάχτυλό μου αυτή τη φορά, τον ξέπλυνα και τον σκούπισα.


- Άντε στο σαλόνι πάλι τώρα μικρό, να φας πόδια με τις ώρες και τον πούτσο μου μετά, είπα σίγουρα.




@




Αφού ένιωσα αρκετά το πρόσωπό του ανάμεσα στα τριχωτά μου κωλομέρια να κάνει ότι έπρεπε να κάνει, έκανα ότι αναδεύτηκα μέσα στον ύπνο μου και γύρισα ανάσκελα, σημάδι ότι έπρεπε να πιάσει δουλειά κι από μπροστά.


Ήρεμα, έτσι όπως έλεγε το σενάριο, μούλιασε καλά τους όρχεις μου με το σάλιο του, και πιάνοντας ανάλαφρα το όργανό μου, σαν να μην ήθελε να με ξυπνήσει, το έφερε στο στόμα του.


Και πάλι, δεν ήταν η καλύτερη πίπα που μου είχαν πάρει, αλλά έτσι όπως προσποιούμουν ότι κοιμάμαι, του έδινα το ελεύθερο να κάνει ότι θέλει, και ακόμα αυτό το αδέξιο, ανυπόμονο, βιαστικό τσιμπούκι με ικανοποιούσε απόλυτα.


Τον άφησα για μερικά λεπτά να το ευχαριστηθούμε και οι δύο κι ήρθε η στιγμή για τη δεύτερη πράξη.


- Ωπ! Τι έγινε; Ποιος είσαι εσύ;


Ο Δημήτρης με κοίταξε τόσο απορημένος και ξαφνιασμένος που προς στιγμήν αναρωτήθηκα μήπως είχε χαθεί στη φάση ξεχνώντας τι θα επακολουθούσε.


- Τι κάνεις εδώ ρε πούστη; είπα απειλητικά και στηρίχτηκα με τους αγκώνες μου στο κρεβάτι, άντρας θυμωμένος, τριχωτός, καυλωμένος, ψαρωτικός.


- …ε, …εγώ…


- Τι κάνεις μωρή πουστάρα ψωλογλείφτρα; είπα δυνατά κι όσο πειστικότερα μπορούσα, τον άρπαξα απ’ το μαλλί και με μια δυνατή ανάποδη σφαλιάρα του έκρυψα το ντροπιασμένο πρόσωπο στα μαξιλάρι.




Στο μαξιλάρι που είχα κρύψει τον 30άρη σκληρό δονητή μου, αυτόν με το μεγάλο κεφάλι και τις ανάγλυφες φουσκωτές φλέβες που τόσο τον είχε λιγώσει όταν του τον είχα πρωτοδείξει, μ’ αυτόν που σε λίγο θα τον βίαζα και θα τον έσκαβα όσο πιο βίαια μπορούσα, που θα του μάτωνα τη σούφρα αν τύχαινε, ακολουθώντας το προφορικό, ντροπαλά σιγοψιθυρισμένο σενάριο που μου διηγήθηκε με άρρυθμη αναπνοή όσο στο πρώτο μας ραντεβού μου έγλειφε τα πόδια και με χώνευε μετά, το σενάριο που θα πραγματοποιούσε τη φαντασίωση μιας ολόκληρης ζωής…






(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αν σκέπτεσαι κάτι, γράψτο...

security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY