Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

"pote tha ksanavrethoyme?" Δεκέμβριος 2000

 

απ' την άλλη μεριά του καθρέφτη...







- Σήκω! είπε έντονα κι άλλαξε το βλέμμα του τελείως.
Με την αδιάφορη κουβέντα παραλίγο να ξεχάσω το λόγο που είχα πάει σπίτι του. Όσο κι αν το σκεφτόμουν συνέχεια μέσα στ’ αμάξι κατεβαίνοντας τη Βουλιαγμένης μέχρι την Άνω Γλυφάδα και περιμένοντας μετά κάτω απ' το σπίτι του καπνίζοντας δυό απανωτά κόκκινα stuyvesant μέχρι να πάει η σωστή ώρα για να του χτυπήσω το κουδούνι, αυτό το τέταρτο της ώρας στο ευρύχωρο σαλόνι με τη λευκή μοκέτα και το πανέμορφο samoyed στα πόδια του, αν και με γοήτευσε σαν εικόνα υπεροχής, μ’ έκανε να αφαιρεθώ έστω και για λίγο. Αστειευτήκαμε αμήχανα, μιλήσαμε για τον κρύο καιρό και την αδιάφορη πολιτική, έπαιξα με το χαρούμενο σκυλί, θαύμασα τη συλλογή του από dvd με παλιές ταινίες και όταν πήγα να καθίσω πάλι στον τριθέσιο κυπαρισσί καναπέ, έπεσε η εντολή:
- Σήκω!
Τέλειωσαν τα ψέματα.
Σηκώθηκα σχεδόν δειλά ο έμπειρος, αδίστακτος Μάριος, σκουπίζοντας τις ιδρωμένες μου παλάμες στα μπούτια μου, υπακούοντας σε κάποιον άλλον αυτή τη φορά, μάστερ, 53άρη, σπίτι του, στο σαλόνι του, υπακούοντας…
- Γδύσου!
Ξεροκατάπια. Ποτέ δε μου είχαν ξαναπεί κάτι τέτοιο στη ζωή μου, ούτε μ' αυτό τον τρόπο.
- Τελείως; ρώτησα ξεκουμπώνοντας το παντελόνι μου προσπαθώντας να μπω στο παιχνίδι, από την απέναντι όμως μεριά.
- Βγάλ' τα όλα αργά και μείνε μ’ αυτό που σου είπα να φορέσεις. Το φόρεσες, σωστά;
Μου είχε πει να φοράω σπασουάρ, λευκό σπασουάρ, να φαίνεται ο κώλος, να τονίζει το κώλο μου, του άρεσε να τονίζεται ο κώλος του άλλου, φόρεσα σπασουάρ για να τονίσω το δικό μου κώλο για να καυλώσω κάποιον, όχι για το δικό μου κέφι επειδή μ' άρεσε το καλοκαίρι να φοράω κάποιο απ' τα jocks μου κάτω απ' το τζιν, ούτε όπως όταν φοράω το leather μου για να' ναι πρόσφορη η κωλότρυπα για γλειφοκώλι, όχι, για να τονίσω το κώλο μου για κάποιον άλλον, ζαλιζόμουν αν και δεν είχα πιει παρά μερικές γουλιές ουίσκι.
- Ναι, το φοράω, είπα.
 - Ωραία, γδύσου!
Έσκυψα και κατέβασα μονορούφι το υπόλοιπο ποτό απ' το old-fashioned ποτήρι.
Ένιωσα πράγμα, αντικείμενο, "γιατί είμαι εδώ; τι κάνω;", σηκώθηκε τραβώντας το σκυλί απ’ το λουρί του, φοβήθηκα για μια στιγμή, σκέφτηκα μήπως πήγαινε να κάνει κάτι με το ζώο πάνω μου, να με φοβίσει, οτιδήποτε, το έβγαλε όμως απλά απ’ το δωμάτιο, κουτές σκέψεις, φοβισμένες, αγχωμένες, ησύχασα, κάθισε πάλι στον καναπέ στη μεριά του, άναψε τσιγάρο, έβγαλα το πουλόβερ μου, το πέταξα κάπου εκεί δίπλα απ' τον καναπέ, μετά το μακό, ανατρίχιασα απ' τη ξαφνική παγωμάρα που κυρίεψε τη ψυχή μου στο ζεστό δωμάτιο, απ’ το λαίμαργο βλέμμα πάνω μου, έσκυψα και κατέβασα το παντελόνι, πόσες φορές είχα χαζέψει να το κάνουν άλλοι αυτό για μένα, ένοιωθα το κώλο μου ήδη βορά στα μάτια του, έβγαλα τις κάλτσες, το φανελάκι, γυμνός, με το σπασουάρ και το πουλί μου μέσα μια μπουκιά ανύπαρκτη, ολόγυμνος ουσιαστικά, θέαμα, σταύρωσα τα χέρια μου μπροστά μου, μ' άφησε να στέκομαι έτσι για ώρα, απλά να με χαζεύει και να νιώθω άβολα.
- Κάνε μια στροφή, είπε μετά από μερικά ατέλειωτα λεπτά σβήνοντας τη κάφτρα του στο τασάκι.
Το' κανα κι αυτό.
- Καλός είσαι, αποφάνθηκε.
Έτριξα τα δόντια μου, αλλά έσκυψα το κεφάλι μπαίνοντας στο ντροπαλό ρόλο που έπρεπε να μπω μην έχοντας κάτι ν' απαντήσω, σηκώθηκε όρθιος και με πλησίασε.
- Καλός είσαι, ξανάπε και μου χούφτωσε το κώλο.
Ανάμικτα συναισθήματα, σκέψεις ανόητα αυτάρεσκες, "του αρέσω", πανικοβλημένες, "τι κάνω", "πως θα πάει", αναβλητικές, "να φύγω;", "να μείνω;"
Κάθισε πίσω μου, στο καναπέ που καθόμουν εγώ πριν λίγο και χτύπησε δυνατά τα μπούτια του κάνοντάς μου νόημα.
- Έλα δω!
"Θα μείνω"


Με το που ξάπλωσα μπρούμυτα στα γόνατα του έπιασε να μου χαϊδεύει το κώλο.
Τον χάιδεψε απαλά, χουφτώνοντας τον πότε-πότε με δύναμη, καταλάβαινα απόλυτα το  συναίσθημα να μην τον χορταίνει παρ' όλο που ήταν μπροστά στα μάτια του, δικός του, συμφωνημένος, σκηνοθετημένος, δοτικός και πρόσφορος, η παλάμη του χαϊδεύοντας έφτασε μέχρι τη μέση μου, τη πλάτη, σ' όλο το μήκος της ραχοκοκαλιάς, ξανακατέβηκε, καθόλου αγχωμένα, ήρεμα, να με καυλώσει, σκάλισε κυκλικά τις τρίχες στης μέση μου, πέρασε τα δάχτυλά του κάτω απ’ το λάστιχο του σπασουάρ, το τράβηξε λίγο και τ' άφησε να σκάσει τσούζοντας ελαφρά τη κορφή της σχισμάδας μου, επιδέξια, χορτάτα από εμπειρίες δάχτυλα, χώθηκε ανάμεσα μου να φτάσει μέχρι τη τρύπα, ερωτογενή περιοχή για όλα τα ερωτικά πλάσματα, με λίγωσε κι εμένα κι ανάσανα βαθιά.
- Δε γαμάω εγώ, το είπαμε, είπε παίρνοντας είδηση τη βαθειά μου ανάσα.
Έσφιξα τα μάτια μου.
"Δεν ήρθα γι αυτό εδώ" σκέφτηκα.
- Οκ, είπα.
- Ελπίζω να μην είσαι κι εσύ σαν κάτι πούστηδες που τάζουν λαγούς με πετραχήλια στο ξύλο και το μόνο που πραγματικά θέλουν μετά από μερικές φάπες είναι να φάνε πούτσα στο κώλο τους.
Τον άκουσα να φτύνει, κι ένα σαλιωμένο δάχτυλο χώθηκε μέσα μου.
- Απλά γουστάρω να ψάχνω μερικές φορές.
Το χοντρό δάχτυλο χώθηκε όσο πιο βαθειά μπορούσε, τσούζοντας.
- Σ' αρέσει;
Δεν απάντησα, δεν ήθελα ούτε να πω αλήθεια, ούτε ψέματα.
- Είσαι καθαρός, είπε ακούγοντας τον να μυρίζει, έπλυνες τον κώλο σου για να γαμηθείς αλλά δε παίζει.
"Τι λέει", αναρωτήθηκα βουβά, "έτσι ακούγομαι κι εγώ στους άλλους;"
- Εδώ θα φας άλλα!

Η πρώτη σφαλιάρα με βρήκε παντελώς απροετοίμαστο και μάλλον αυτό ήθελε. Πριν προλάβω να διαμαρτυρηθώ έστω σιωπηλά, να δικαιολογηθώ στον εαυτό μου γι αυτό που ήθελα να νιώσω, να αναρωτηθώ το ρόλο μου, τη θέση μου, το εγώ μου, η δεύτερη, η τρίτη έπεσαν αραιές αλλά ηχηρές, δυνατές, σίγουρες. Άρχισα να τσούζω, καθώς οι σφαλιάρες γινόντουσαν όλο και περισσότερες το αίσθημα του αφήματος που προσπάθησα να έχω, άφησα να με παραλύσει τελείως. Ξέσφιξα το κώλο μου, να τον αφήσω χαλαρό, πλαδαρό, να νιώσω ότι ήταν να νιώσω. Σε λίγο κιόλας είχα μουδιάσει, το μόνο που ένιωθα ήταν απλά η πίεση απ' το χέρι του καθώς έσκαγε πάνω μου, συνέχεια στα ίδια σημεία, πότε στον ένα γλουτό και πότε στον άλλο, άρχισα να μη νοιώθω πια τη παλάμη του, σαν να είχε φορέσει ξαφνικά πλαστικά γάντια, σαν να είχα κάνει ένεση νοβοκαΐνης στα κωλομέρια.
"Τόσο εύκολο είναι;"
Δε διαμαρτυρήθηκα διόλου, ίσως το μόνο που μαρτυρούσε αυτό που ένιωθα ήταν ο αέρας που έβγαινε βεβιασμένα από το στήθος μου, έτσι όπως η κοιλιά μου πιεζόταν από το ένα του μπούτι σε κάθε κωλοσφάλιαρο.
Στύλωσα το βλέμμα μου στη μεγάλη μπαλκονόπορτα που χάζευε σ’ ένα καταπράσινο φωτισμένο κήπο, δυο ορόφους πιο χαμηλά. Ακόμα και μετά από τόσα χρόνια, θυμάμαι τους φωτισμένους κιτς νάνους σ' εκείνον τον κήπο, έναν-έναν, δίπλα σε υπερφυσικά κόκκινα μανιτάρια με λευκές βούλες, να γυρνάνε προς το μέρος μου και να με κοιτάζουν σαν να με ειρωνεύονταν.
Να νομίζω ότι ειρωνεύονταν τον εγωισμό μου.

Κάποια στιγμή αργότερα μου' πε να σηκωθώ και χωρίς να πει τίποτα μ' έπιασε απ' το μπράτσο και τον σβέρκο και μ' έβαλε να ξαπλώσω μπρούμυτα πάνω στον καναπέ. Τις λίγες στιγμές που επανήλθα στη πραγματικότητα, ειδικά όσο στάθηκα όρθιος, ένιωσα τους γλουτούς μου διπλάσιους σε όγκο και σε βάρος, καυτούς, πρησμένους, φαντάστηκα ότι όλη τους η επιφάνεια είχε καλυφθεί από ένα σκουροκόκκινα χρώμα. Μου τους χάιδεψε, κι όπως τώρα ήταν πονεμένοι, ένιωσα ένα λυτρωτικό αίσθημα ανακούφισης, σκέφτηκα πόσες φορές δεν είχα προσφέρει αυτό το απλό χάδι σε άλλους, μόνο επέμενα για όλο και περισσότερο, στεγνό ξύλο, σκέφτηκα όμως και πόση ανακούφιση είχα προσφέρει σ' αυτούς που είχα χαϊδέψει…
- Έχεις ευαίσθητο δέρμα μικρέ, κοκκίνισες πολύ.
- Ναι, πονάω, είπα αλήθεια.
- Από τώρα; κάγχασε δυνατά και σηκώθηκε.
Έσφιξα τα μάτια μου, καταλαβαίνοντας. Ότι είχαμε πει στο chat room, ότι είχα πειραματιστεί να δοκιμάσω, θα γινόταν, γι αυτό ήρθα, γι αυτό τού το' χα έπαιξα σκλάβος, αυτό ήθελα.
Ένιωσα να μου σέρνει την άκρη από κάτι σκληρό στη πλάτη και γύρισα να δω.
- Τι είναι αυτό;
Μου έφερε μια δερμάτινη βίτσα μπροστά απ' τη μύτη μου. Μια κατάμαυρη, μακριά, χοντρή αλλά εύκαμπτη βίτσα, φτιαγμένη από πολλές δερμάτινες λουρίδες πλεγμένες άψογα μεταξύ τους που κατέληγαν σ' ένα χοντρό κόμπο. Σ' άλλη περίπτωση θα ρωτούσα από που την αγόρασε, θα σκεφτόμουν τα καυλωτικά σημάδια που θα μπορούσε να κάνει στον όποιο διαθέσιμο κώλο μου τύχαινε, αλλά τώρα μόνο φόβο μου προκάλεσε. Την έσκασε με θόρυβο δυο φορές στο πλευρό του καναπέ, λίγα εκατοστά απ' το πρόσωπο μου. Ο κώλος που θα σημάδευε ετούτη η βίτσα θα ήταν ο δικός μου.
Έσκυψε κι έχωσε το στόμα του στ' αυτί μου, κατάλαβα στην κοφτή του ανάσα την έξαψή του, το ίδιο έντονο χτυποκάρδι που ένιωθα κι εγώ στη θέση του κάθε φορά που θα έκανα κάποιον υποχείριο των ακραίων μου πόθων.
- Ότι και να' ναι…, ή θα σε κάνει να υποφέρεις…, ή θα σε κάνει να χύσεις από τη καύλα…, ή και τα δύο…, πάντως ότι και να γίνει…
Σταμάτησε δυο-τρία δευτερόλεπτα να βρει η ανάσα του τον κανονικό της ρυθμό.
- …ότι και να γίνει απ' τα δύο, …θα σε λιώσω, ψιθύρισε.
"Γι αυτό δεν ήρθες εδώ; Αυτό δε συμφώνησες;"
- Θα σε λιώσω μέχρι να βαρεθώ.
"Μίλα μαλάκα, γι αυτό δεν ήρθες; Βίτσα, μαστίγιο, σανίδα, αρβύλα, σιδερόβεργα, τι σημασία έχει; Γι αυτό δεν ήρθες εδώ; Γι αυτό δεν έκανες να διαλέξεις μια ολόκληρη ώρα το σπασουάρ τη δευτέρα στ' αθλητικά; Για να του αρέσει; Γι αυτό δε γδύθηκες στον 53άρη πατσουριασμένο άντρα με το διπλοσάγονο και τα γκρίζα γένια που ούτε να τον φτύσεις σε άλλη περίπτωση; Σκέψου, φώναξέ το μέσα σου τουλάχιστον, γι αυτό, δεν είναι έτσι;"
- Έχεις καμιά αντίρρηση; συνέχισε.
"Όχι, δεν έχω, γιατί να έχω; Εγώ σε διάλεξα, εγώ σου μίλησα πρώτος, εγώ είπα "οκ" σε μια θολή παρεΐστικη φωτογραφία που μου έστειλες από ένα ξενέρωτο πικ-νικ με αναδιπλούμενα τραπεζάκια φορμάικα και πλαστικές καρέκλες με άτεχνα ξασπρισμένα τα υπόλοιπα πρόσωπα ξέροντας απ' την απόχρωση ότι είχε τραβηχτεί τουλάχιστον μια δεκαετία πριν και ότι δεν είχε καμιά σημασία, καμιά απολύτως σημασία δεν είχε η μούρη σου για μένα, το χέρι σου είχε, το ένστικτο σου είχε, τα ένστικτα που μοιραζόμαστε είχαν, κι ούτε σου περνάει σαν ιδέα απ' το μυαλό ότι μοιραζόμαστε τα ίδια ένστικτα, το να βρεθώ στη θέση που τόσες φορές έχω θαυμάσει είχε, να μάθω πως νοιώθουν τ' αγόρια μου είχε, να κλείσω τα μάτια και να νιώσω είχε, να νιώσω τι σημαίνει, ήξερα τι θέλει να κάνεις, τι ήθελα να δοκιμάσω, τι σου αρέσει, τι υποτίθεται ότι μου άρεσε και φαντασιωνόμουν ο δήθεν αρχάριος υποτακτικός, το συζητήσαμε πολύ διεξοδικά, το σκέφτηκα καλά διεξοδικότερα".
- ΕΧΕΙΣ ΑΝΤΙΡΡΗΣΗ; ούρλιαξε και ξανάσκασε δυνατά το φονικό όργανο ακριβώς πάνω απ' το κεφάλι μου.
Ήξερα ότι το ίδια δυνατά θα έσκαγε και πάνω μου, με την ίδια δύναμη, την ίδια φόρα την ίδια καύλα.
Χαλάρωσα όσο μπορούσα περισσότερο κι έκρυψα το πρόσωπό μου στα μπράτσα μου, κλείνοντάς τα, κλείνοντας με στο δικό μου, ανθεκτικό κόσμο.
- Όχι.
Κι όρθιος από πάνω μου, αφού έλπιζα να ρίξει μερικές στον αέρα για να με προετοιμάσει ψυχολογικά, το πρώτο σφύριγμα της βίτσας προσγειώθηκε ανελέητο πάνω μου, πάνω στον απροετοίμαστο κώλο μου, κι έκοψε τα κωλομέρια μου στη μέση με μια οριζόντια μαχαιριά κι ο χοντρός δερμάτινος κόμπος λιάνισε το πλάι του γλουτού μου και στέλνοντας εκατομμύρια ηλεκτρικές εκκενώσεις πόνου στους νευρώνες του εγκεφάλου μου μού ταρακούνησε συθέμελα όλο μου το είναι.
"Έτσι είναι τελικά" σκέφτηκα.
Κι άρχισε να με λιανίζει.

#

 Τεντώθηκα νωχελικά κι έπιασα να δω την ώρα στο κινητό μου.
Πάλι μεσημέρι είχε πάει.
Σηκώθηκα και ολόγυμνος όπως κοιμάμαι χειμώνα-καλοκαίρι μπήκα στο μπάνιο. Μέχρι να φτιάξω τη θερμοκρασία του νερού, γύρισα πλάτη στον ολόσωμο καθρέφτη που έχω στη μια πλευρά της μπανιέρας και γυρίζοντας πλάι το πρόσωπό μου έριξα μια ματιά, όπως τα περισσότερα πρωινά από τότε.
Ακόμα και μετά από δέκα τόσες μέρες, οι μελανιές ήταν κάτι παραπάνω από εμφανείς, θυμίζοντας μου επίμονα κι επίπονα ότι είχα ζήσει εκείνο το βράδυ. Διάσπαρτες σ' όλο το πίσω μέρος του σώματός μου, από ψηλά στα μπούτια μέχρι ανάμεσα απ τους ώμους, άλλες πλατειές, άλλες απλά στίγματα, υπήρχαν κάποιες που αν τις πίεζα έστω κι ελαφρά με τα δάχτυλά μου, πονούσαν ακόμα. Ένα σημάδι στη κορφή του ανοίγματος του κώλου μου, ακριβώς πάνω στο κοκαλάκι της σπονδυλικής που βρίσκεται εκεί, εξακολουθούσε να' ναι κατάμαυρο, θυμωμένο, νοσηρό. Όλος ο κώλος ήταν γεμάτος μπλε και μαύρα σημάδια που εξασθενούσαν, αλλά αυτό ήταν το χειρότερο, μου θύμιζε τη φάση όσο κανένα άλλο.
Το θέαμα όμως που σαπούνιζα μόλις χλίανε το νερό δε μπορούσε να συγκριθεί μ' αυτό που αντίκρισα εκείνο το βράδυ όταν γύρισα σπίτι μου.

Έκπληξη, τρόμος, φόβος, ίσως μαζί και λίγη αηδία.
Οι γλουτοί μου είχαν χάσει τελείως το σχήμα τους από τα άναρχα πρηξίματα. Άλλα σε σχήμα γραμμής, άλλα σαν μικρές γροθιές, άλλα σαν μικρές φουσκάλες. Η βίτσα είχε αποτυπωθεί με οριζόντιες και κάθετες και πλάγιες κόκκινες γραμμές πάνω στην άμαθη επιδερμίδα, πολλά βυσσινιά κιόλας στίγματα με κυριότερο ένα πλατύ ακριβώς εκεί που χωρίζουν τα κωλομέρια, στη κορυφή της σχισμάδας, στο κόκκαλο, να σχηματίζει ένα τεράστιο, κεφαλαίο "ταυ", αδύνατον καν να το ακουμπήσω. Μερικά απ' τα πλευρά μου διαγράφονταν κόκκινα κάτω απ' το δέρμα, κι είχα και δυό μικρές πληγές, μια στο δεξί μου γλουτό κι μια στον αριστερό ώμο, ίσως από συνεχόμενα χτυπήμετα με κάοιο κακοραμμένο σημείο της βίτσας.

Ένα αδιόρατο συναίσθημα έκανε δειλά την εμφάνισή του όσο με χάιδευα προσεκτικά και ανακουφιστικά σ' όλη τη πλάτη, τα μπούτια και το κώλο, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στο μεγάλο καθρέφτη του μπάνιου πότε στα σημάδια, πότε κοιτάζοντάς με κατάματα, το μαζοχιστικό συναίσθημα που κρύβεται καλά πίσω κάθε αντοχή, πίσω από κάθε ηθελημένο πόνο, πίσω από κάθε ανάγκη να εξερευνήσεις τα όρια σου, σίγουρα πίσω από τα περισσότερα κορμιά που είχαν πέσει στα χέρια μου μέχρι τότε και στα πολλά που ακολούθησαν.
Μια μικρή σκέψη.

"Τα κατάφερα!"

Μπήκα στη μπανιέρα, κάθισα ανακούρκουδα, σφίχτηκα όσο μπορούσα περισσότερο, πήρα μια βαθειά ανάσα και κλείνοντάς τη μέσα μου άνοιξα τέρμα το παγωμένο νερό.

#

Δε μπόρεσα να υπολογίσω πόση ώρα με σκότωνε, πόση ατέλειωτα βασανιστική ώρα έκανα να φτάσω το σώμα μου σε όσο πιο μεγάλο βαθμό αναισθησίας μπορούσα, πόση πολλή προσπάθεια χρειάστηκα για να φτάσω στο σημείο απλά να ακούω το σφύριγμα απ' τις βιτσιές χωρίς να νοιώθω το αντίκτυπο τους πάνω μου. Το κατάφερα μετά που κατάλαβα ότι έτρεμα σύγκορμος απ το σφίξιμο στις γροθιές, στα δόντια μου, στα μπούτια, στο κώλο, στα δάχτυλα των ποδιών. Κάποια στιγμή που ένιωσα μια δυνατή βιτσιά να μου σκίζει στην ωμοπλάτη και κατάλαβα ότι μάλλον ο κώλος μου και τα μπούτια μου τού ήταν άχρηστα πια, σφίχτηκα και πάλι για να αντέξω ότι ήταν να γίνει στη νέα παρθένα περιοχή, χωρίς να αναρωτηθώ καν τον λόγο πια, ούτε τη δύναμη, ούτε τη διάρκεια.
Πάνω  που πήγα να σκεφτώ ότι ίσως δεν θα άντεχα άλλο τον χοντρό κόμπο να προσγειώνεται με τόση δύναμη πάνω στη πλάτη, τα πλευρά και τους ώμους μου, σταμάτησε.
Ευχήθηκα να είχε κουραστεί, δεν άντεχα άλλο, αλλά δεν ήθελα με τίποτα να του το δείξω, να το ομολογήσω ούτε καν σε μένα.
Το μόνο που μπορούσα να ακούσω  μέσα απ' το βούισμα στ' αυτιά μου και το σφυροκόπημα στους κροτάφους μου ήταν η βαριά, αδιάκοπή του ανάσα.
Έκαιγα, πύρωνα ολόκληρος.
- Πώς είσαι;
Δεν ήξερα πως ήμουν, δεν ήθελα να ξέρω πως ήμουν, έκαιγα σαν από πυρετό, ζαλιζόμουν, πονούσα, ναι, αυτό σίγουρα, πονούσα παντού.
- Καλά.
Μου χάιδεψε το κεφάλι.
- Τελείωσε, ψιθύρισε με σπασμένη φωνή.
Συνειδητοποίησα ότι πολύ λίγες φορές στη ζωή μου μέχρι τότε είχα χρησιμοποιήσει αυτή την έκφραση στα παιχνίδια μου.
- Οκ, δε βρήκα να πω τίποτε άλλο και παρέμεινα όπως ήμουνα να ξαναβρώ την ανάσα μου.
Το χέρι του κατέβηκε απαλά αγγίζοντας απαλά διάφορα σημεία του κορμιού μου μέχρι τη μέση μου, εκεί σταμάτησε.
- Είσαι χάλια, είπε μέσα απ' τα δόντια του, σ' έκανα χάλια, ξανάπε και την επόμενη στιγμή η φωνή του έσπασε.
Δε τόλμησα να σκεφτώ το θέαμα που παρουσίαζα.
- Θα' θελα να φύγεις τώρα.
Γύρισα απορημένος να τον κοιτάξω και τινάχτηκε όρθιος γυρνώντας το πρόσωπό του απ' την άλλη μεριά.
Σαν να τον άκουσα να καταπίνει ένα λυγμό.
- Θα' θελα να φύγεις, ξανάπε επιτακτικά.

Έπιασα να ντύνομαι βιαστικά, με κάτι ανάμεσα από θυμό και ανακούφιση, βαριόμουν καν να το προσδιορίσω εκείνη τη στιγμή, μάλλον θα' θελα να φύγω όσο γινόταν πιο γρήγορα, να εξαφανιστώ. Ανεβάζοντας και κουμπώνοντας το τζίν, η επαφή του με το κώλο μου μού φάνηκε μαρτύριο, καταράστηκα τη στιγμή που διάλεξα να φορέσω στενό παντελόνι. Χωρίς να τον κοιτάξω καθόλου, ντύθηκα και κάνοντας να πάω μόνος μου προς την εξώπορτα με πλησίασε.
- Είσαι εντάξει;
Μου μύρισε η ανάσα του, μου βρώμισε, ηλικιωμένη βρώμικη καύλα.
- Σου είπα ναι πριν, είμαι καλά.
- Συγνώμη…
Ίσως να μην ξαναείχα νοιώσει πιο άσχημα, παράξενα μάλλον.
- Συγνώμη;
- Συγνώμη, ξανάπε σιγά.
Το τελευταίο πράγμα που θα' θελα εκείνη τη στιγμή ήταν να ψυχαναναλιστούμε αμφότεροι.
- Οκ, είπα ψυχρά, τη κάνω, bye, άνοιξα τη πόρτα και την έκλεισα πίσω μου.
Δε μπήκα καν στον ανελκυστήρα, φοβήθηκα να μ' αντικρύσω ίσως, ιδρωμένο κι αναψοκοκκινισμένο κι ούτε κι εγώ ξέρω πως, ήθελα να φύγω όσο το δυνατό πιο γρήγορα.

Η βαθιά τζούρα απ' το τσιγάρο που άναψα λαίμαργα λίγο αργότερα στο αμάξι μου κάτω απ το σπίτι του, το τσιγάρο που μου απαγορεύτηκε από τη πρώτη κιόλας διαδικτυακή μας συζήτηση να με παρηγορήσει έστω και λίγο τόση ώρα, το πολύτιμο τσιγάρο που στο δικό μου σπίτι πληρωνόταν με δυό βιτσιές το καθένα, δε μπόρεσε να με ηρεμήσει όσο χρειαζόμουν. Όσο πέρναγαν τα λεπτά, πονούσα όλο και περισσότερο, απλά το να βολευτώ στο κάθισμα του οδηγού ήταν παραπάνω από βασανιστικό. Στρίβοντας το τιμόνι για να βγω από κει που είχα παρκάρει, τον είδα να με κρυφοκοιτάζει πίσω απ' τις κουρτίνες της μπαλκονόπορτας του δευτέρου ορόφου.

#

Κάπου ένα μήνα αργότερα, καθισμένος στη bucket ξεκούραστη καρέκλα του υπολογιστή μου, έχοντας ανοίξει για πρώτη φορά από τότε το παράθυρο με τις λεπτομέρειες του προφίλ του "master_53" στο chat room, πάτησα enter στο μυνηματάκι που μελετούσα εδώ και τρία τσιγάρα τουλάχιστον, που σκεπτόμουν εδώ και μερικές μέρες, που μου στοίχισε πολύ σφίξιμο στο στομάχι στα όρια της αναγούλας πριν το στείλω και πολύ ταλαιπωρία και πόνο μετά, γι ακόμα μια φορά, τη τελευταία.
Πόση αυτογνωσία, πόση μαζοχιστική ανάγκη, πόση αποφασιστικότητα, πόση θέληση μπορεί να περικλείσει ο δείκτης του δεξιού χεριού σ' ένα απλό πάτημα ενός πλήκτρου;


"pote tha ksanavrethoyme?"




  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αν σκέπτεσαι κάτι, γράψτο...

security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY