Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

a perfect day in a perfect life 00493 (συνέχεια)

(φαντασίωση, συνέχεια από αυτή την ανάρτηση)
 




Προσπάθησε να καταπνίξει το πόνο που ένοιωθε από το σούβλισμα και να κρατηθεί όσο πιο ακίνητος μπορεί, έτσι όπως άρεσε στον Ζήση να είναι. Σε κάθε σπρώξιμο, ο πόνος από το απότομο άνοιγμα του δακτυλίου του πρωκτού του που δεν θα μπορούσε να συνηθίσει ποτέ και ειδικά το τσούξιμο που ένοιωθε τώρα από το τρίψιμο του πέους στη πληγή μέσα του γίνονταν όλο και πιο αφόρητα, έσφιγγε τους μυς της πλάτης, έχωνε τα νύχια του στις παλάμες, τα σαγόνια του πονούσαν από το τρίξιμο των δοντιών του.

- Έτσι πουστράκι, δε τρέχει τίποτα, μια χαρά.

«Δε τρέχει τίποτα…»

Θα’ θελε να πεταχτεί όρθιος και τον βρίσει γι αυτό που είπε, για το πόνο που του προξενούσε, αλλά δεν το έκανε, δεν μπορούσε να το κάνει, δεν του επιτρεπόταν, αλλά το χειρότερο - ή το καλύτερο; - ήταν πως ίσως και να μην ήθελε πραγματικά να το κάνει. Όσο κι αν πονούσε κι έτσουζε, ήταν σκυμμένος για να γαμηθεί, να φάει πούτσα στο κώλο και να πονέσει, να υποταχτεί γενικότερα, υπακούοντας σε μια ανάγκη που είχε από μικρός, από πολύ μικρός, από τότε που άρχισε να φαντασιώνεται ότι το μόνο που θα’ θελε ήταν να ανήκει, μ’ όλη τη σημασία της λέξης και μ’ οποιοδήποτε κόστος, από τότε που όποτε έβλεπε σε ταινίες στη τηλεόραση φυλακές και δεσμοφύλακες και αλυσοδεμένους κρατούμενους και τιμωρίες και μαστιγώματα σε «χλαμύδες» της cinecitta κι απόπειρες βιασμών στους βάλτους και τους αχυρώνες της ελληνικής υπαίθρου, έτρεχε μετά στο μπάνιο το 13χρονο αγόρι για να παίξει μαλακία τρίβοντας με μανία τη μικρή του βάλανο και σηκώνοντας το ένα του πόδι να στηριχτεί στη λεκάνη της τουαλέτας δίπλα του να χώσει στη τρυπούλα του τη λαβή απ’ την οδοντόβουρτσα και τη στριφογυρίσει με βία, να ελευθερωθεί με μερικές σταγόνες χυσάκια, παρακαλώντας να του συμβεί κι εκείνου κάτι τέτοιο κάποια μέρα.

Και να που μόλις στα 19 του και στη δεύτερη κιόλας εμπειρία του από τον κόσμο που ανήκε – αν έπρεπε να υπολογίσει για πρώτη εμπειρία μια γρήγορη πίπα σ’ ένα twingo ενός πειραιώτη 55άρη, έπεσε στον Ζήση.

Το παιχνίδι του από τη πρώτη στιγμή ήταν γοητευτικό. Ακόμα και διαδικτυακά, μετά από μια σύντομη συνομιλία σ’ ένα site γνωριμιών, του είχε απαγορέψει να παίξει με τον εαυτό του μέχρι να συναντηθούν, το σαββατόβραδο, 4 μέρες μετά. Πράγμα αβάσταχτο για την ηλικία του, το τήρησε με ευλάβεια, λιγότερο με χαρά και περισσότερο από φόβο αφού του είχε πει ότι είχε τον τρόπο να καταλάβει αν τυχόν τον είχε παρακούσει.

Οι οδηγίες που του είχε δώσει για τη συνάντηση τους ήταν κάτι παραπάνω από σύνθετες. Αχιλλέως και Αμφιθέας γωνία, έπρεπε να περιμένει στη γωνία του «Λούκουλλου» στις οκτώ ακριβώς. Του απαγόρεψε να τον ψάξει με τη ματιά του, ακόμα και όταν θα τον έπαιρνε στο κινητό για να του δώσει οδηγίες για το που και πως θα πορευτεί - αν τελικά τον ενέκρινε - δεν θα έπρεπε να τον δει, η κάθε ματιά θα πληρωνόταν με δυό βιτσιές στον άμαθο πισινό του. Το ποινολόγιο του είχε ήδη δυο παραγράφους με τιμωρίες που του είχαν επιβληθεί, από τη δεύτερη κιόλας φορά που μίλησαν στο διαδίκτυο, η πρώτη σχετικά με μια γυμνή φωτογραφία που του είχε στείλει και δεν τον ικανοποίησε η στάση που είχε πάρει και η άλλη για το γεγονός ότι δεν είχε λευκά εσώρουχα να φορέσει στη πρώτη τους συνάντηση. Είχε σεβαστεί την εντολή του αποστηθίζοντας με προσοχή και τις τιμωρίες και τους λόγους τους, όπως και τους πρώτους απλούς 5 κανόνες που είχε θεσπίσει που του είχε στείλει σε *doc.

Μπανιαρισμένος, ολοκάθαρος μέχρι τα βάθη του εντέρου του υπακούοντας σε πληκτρολογημένες πρωτάκουστες γι αυτόν οδηγίες, φορώντας ένα πράσινο πόλο κι ένα φαρδύ τζιν παντελόνι κατάσαρκα ελλείψει λευκού εσωρούχου, η καρδιά του πήγαινε να σπάσει στο σημείο που περίμενε όταν λίγα λεπτά μετά τις οκτώ χτύπησε το τηλέφωνό του με απόκρυψη.

- Παρακαλώ;

- Καλός φαίνεσαι.

- Σας ευχαριστώ, είπε με ανακούφιση ο μικρός κοιτάζοντας τα πόδια του.

Δε μπορούσε όλη του η αναμονή του και η ελπίδα του και η ανησυχία του να πάνε χαμένες.

- Πέρνα στη καφετέρια που βλέπεις απέναντί σου, και στο επόμενο τετράγωνο στρίψε δεξιά. Μπες μέσα στο γιαπί που θα βρεις μετά από δυο-τρεις πολυκατοικίες στ’ αριστερά σου και περίμενε στο βάθος, με τη μούρη σου στραμμένη στη τρύπα του ασανσέρ.


Δε πρόλαβε να αναρωτηθεί τι γύρευε εκεί περιμένοντας στο σκοτάδι, όταν ακούγοντας βήματα από πίσω του ένοιωσε δυό χέρια να του αγκαλιάζουν το στομάχι, να του ξεκουμπώνουν το τζιν και να του το κατεβάζουν απότομα στα γόνατα.

Ντράπηκε, κι όσο επέτρεπε στο σώμα του να είναι σίγουρο για το θέαμα της γύμνιας του, τόσο κατά βάθος τον γοήτευε η όλη φάση.

Άκουσε τα βήματα να απομακρύνονται και τον ήχο από ένα αναπτήρα.

- Μ’ αρέσεις μικρέ, άκουσε με χαρά μαζί μ’ ένα ξεφύσημα τζούρας τσιγάρου.

Η δίαιτα που είχε κάνει στα 17 του για να χάσει τα είκοσι κιλά που παραμόρφωναν το σώμα του κόβοντας τελείως το βραδινό και το γυμναστήριο που επισκεπτόταν τακτικά από τότε τον αποζημίωνε ήδη παρ’ όλο που μόλις και κάλυπταν τις ανασφάλειές του. Οι γλουτοί του παρ’ όλο που ήταν στρόγγυλοι και δυνατοί, τον έκαναν να ντρέπεται για τον όγκο τους, τα μπούτια του δε διαγράφονταν όσο θα’ θελε οι μυς, και το στήθος του που προς το παρόν κρυβόταν κάτω από το μπλουζάκι του ενώ ήταν πλατύ και ελαφρά φουσκωμένο, το’ θελε πιο μυώδες. Μισούσε το γεγονός τού ότι ήταν φυσικά άτριχος παντού εκτός απ’ τις μασχάλες, χαμηλά στις γάμπες και τη σχισμάδα του που κι αυτή κατά παραγγελιά του άντρα πίσω απ’ την οθόνη του υπολογιστή την είχε ξυρίσει προσεκτικά λίγη ώρα πριν, όμως ένοιωθε και ήλπιζε πως σίγουρα θα του άρεσε όταν ίσως αργότερα γδυνόταν τελείως μπροστά του, πόσο πολύ θα’ θελε να το κάνει, αν και του είχε ήδη δώσει καλή ιδέα για το πώς ήταν από διάφορες φωτογραφίες με μαγιό που του είχε δείξει διαδικτυακά.

- Σας ευχαριστώ, χαίρομαι, απάντησε, αναρωτώμενος όμως συνέχεια τι τον περίμενε μετά από κάθε του απάντηση.

Από τις λίγες συζητήσεις που είχαν προηγηθεί περίμενε τα πάντα και τίποτα, παραδόξως το άγνωστο τον είχε εξιτάρει περισσότερο παρά τον είχε φοβίσει, τα συναισθήματά του τον είχαν μπέρδευαν κι αυτόν τον ίδιο.

- Πήγαινε και στηρίξου με τις παλάμες σου στον τοίχο δίπλα σου.

Έκανε ότι του είπε ακούγοντας με κάποια αγωνία τον μεταλλικό ήχο μιας αγκράφας να λύνεται.

- Τι τιμωρίες έχεις μικρέ, ρώτησε ο άντρας πίσω του.

Ο Ρήνος πήρε μια βαθειά ανάσα.

- Δέκα ζωνιές στο κώλο επειδή δεν σας άρεσε η φωτογραφία που σας έστειλα και…

- Δώδεκα μικρέ, δε μ’ αρέσει έτσι όπως μιλάς.

Ο Ρήνος κόμπιασε.

- Δε καταλαβαίνω, σας μιλάω στο πληθυντικό όπως μου είπατε που σας αρέσει.

Άκουσε άλλο ένα βαθύ ξεφύσημα τζούρας από τσιγάρο.

- Όχι «κώλος» μικρέ.

Θυμήθηκε ότι δεν έπρεπε να χρησιμοποιεί «βρώμικες» εκφράσεις για το σώμα του.

- Δέκα ζωνιές στον πωπό επειδή…

- Δεκαπέντε μικρέ, πολύ μωρουδίστικη!

Κόμπιασε πάλι.

- Δέκα στον …πισινό…;

- Δεκαπέντε μικρέ.

- Δεκαπέντε στον πισινό επειδή δεν σας άρεσε η φωτογραφία που σας έστειλα και πέντε στα μπούτια επειδή δεν έχω λευκά εσώρουχα.

- Γιατί δε μ’ άρεσε η φωτογραφία μικρέ;

- Γιατί ενώ μου ζητήσατε να δείτε όλο μου το σώμα πλάτη και κω…, πισινό, εγώ έβγαλα μόνο τη τρυ…, εεε, σχισμή μου.

- Και;

- Και τη βρήκατε πρόστυχη.

Παρόλο που ήταν λίγο μετά τις οχτώ το βράδυ, στο σημείο που βρίσκονταν έκανε εκκωφαντική ησυχία, μπορούσε να ακούσει τις βαριές ανάσες του άντρα πίσω του ανάμεσα από τις τζούρες του τσιγάρου του, σημάδι ότι όλο αυτό το σκηνικό τον είχε ερεθίσει ήδη.

- Και δυο βιτσιές για κάθε φορά που με κοίταξες.

- Μα δεν σας κοίταξα, είπε ο μικρός και αφηρημένα γύρισε προς το μέρος του.

Το θέαμα του άντρα μην έχοντας κανένα στοιχείο για την εμφάνισή του εκτός από την ηλικία που του είχε πει, 43, ούτε καμιά φωτογραφία, τίποτε απολύτως, τον καθήλωσε.

Αρκετά ψηλότερος από το δικό του το 1,78, στητός και γεροδεμένος, μέτρια σπαστά σκουροκάστανα μαλλιά που γυάλιζαν απ' το φως του δρόμου πίσω του, αξύριστος απ’ όσο μπόρεσε να καταλάβει, και απ’ όσο φευγαλέα μπόρεσε να τον προσέξει, όμορφος. Αυτό όμως που τον τρέλανε ήταν το βλέμμα του, ένα τσακίρικο βλέμμα που τον κάρφωνε, τον έγδυνε, τον προστάτευε, τον έλιωνε, τον καύλωνε.

Και για να συμπληρώσει την εικόνα που πάντα ονειρευόταν, από το χέρι του κρεμόταν μια φαρδιά δερμάτινη ζώνη.

Όλο κι όλο αυτό κράτησε μερικά δευτερόλεπτα, αρκετά όμως για να καταλάβει το λάθος του.

- Και δύο βιτσιές επειδή σας κοίταξα, ομολόγησε με φόβο, πολύ περισσότερο επειδή δεν ήξερε τι σήμαινε «βιτσιά».

Είχε πονέσει τον εαυτό του μερικές φορές ρίχνοντας στους γλουτούς του μερικά ηχηρά χτυπήματα με τη ξύλινη κουτάλα της μάνας του, αλλά ακόμα «βιτσιά» δεν ήξερε τι σημαίνει.

Το τι σημαίνει «ζωνιά» όμως από χέρι τρίτου το έμαθε αμέσως μετά, με δεκαπέντε τσουχτερά χτυπήματα που δέχτηκε στον διψασμένο του γι αυτά κώλο, πέντε ακόμα πιο επώδυνα αλλά τόσο λυτρωτικά χτυπήματα στα δυνατά του γυμνασμένα μπούτια, μη πιστεύοντας στην ευφορία που τον κυρίευε απ’ αυτό που του συνέβαινε, όπως έμαθε και ότι άλλο ο Ζήσης τού είχε υποσχεθεί να του μάθει και να του δείξει και από μόνος του φαντασιωνόταν από τότε που κατάλαβε τον εαυτό του.

Και συνέχισε να μαθαίνει γα τον επόμενο ενάμιση χρόνο μέχρι τη σημερινή μέρα, και κάθε φορά που έπαιρνε το Α2 ή το 106 ή το 126, όποιο λεωφορείο ερχόταν νωρίτερα στη στάση του «Μικρόκοσμου» στη Συγγρού, να ξεδιψάσει την αναμονή του και την ανυπομονησία του, για να πάει σπίτι του κυρίου του και κάθε πρωινό που τύχαινε να τον βρίσκει εκεί, ευχόταν μέσα του να μην τελειώσει αυτό που ζούσε.

- Χύνω τη σκατότρυπά σου βρωμιάρη, γαμώ το κέρατό σου, γαμώ, γαμώ, τον άκουσε επιτέλους ανάμεσα από δυνατά τραντάγματα και παρ’ όλο το πόνο και το τσούξιμο, την ανεπανάληπτη αίσθηση του να αδειάζει μέσα του με σπασμούς και τον ένιωσε να αποτραβιέται από τη πληγή του με ανακούφιση. Κι όπως κάθε φορά, γύρισε και ξανάβαλε το όργανο στο στόμα του, όχι τόσο για να το καθαρίσει απ’ ότι είχε, εξάλλου ο Ζήσης μάλλον θα’ μπαινε για ντους αμέσως μετά ως συνήθως, αλλά περισσότερο για να τον ικανοποιήσει ακόμα περισσότερο που τον είχε πονέσει και τον είχε χρησιμοποιήσει για τη καύλα του, γλείφοντας την ευαίσθητη βάλανο.

- Μπράβο πουστράκι, επιβεβαιώθηκε.

Λίγο μετά μ' ένα τρυφερό χαστούκι τον τράβηξε από το όργανο του.

- Άντε να βάλεις φαί τώρα μικρό μου.

«Ο Ζήσης μου πείνασε» σκέφτηκε κι έτρεξε στη κουζίνα καλογαμημένος και πονεμένος να ετοιμάσει.




#





Του είχε μάθει να είναι ακίνητος και σιωπηλός, πόσο του άρεσε αυτό. Να δέχεται τον πούτσο του μέσα του αδιαμαρτύρητα, στωικά, αντικείμενο καύλας, μια τρύπα δίχως σώμα και πρόσωπο. Να βλέπει το πόνο να ζωγραφίζεται στις γροθιές του και στους μυς της σημαδεμένης του πλάτης, μόλις που να συσπούνται οι μύες της μέσης, μη χάνοντας στιγμή το λύγισμά που του επέτρεπε να φτάνει με το στραβό του στυλιάρι μέχρι τα βάθη του.

- Έτσι πουστράκι, δε τρέχει τίποτα, μια χαρά, είπε μάλλον στον εαυτό του για να καυλώσει και να χύσει μια ώρα αρχύτερα, ξέροντας ότι μάλλον το πουστράκι τού έκανε μεγάλη παραχώρηση που τον δεχόταν μέσα του με μια ανοιχτή πληγή λίγο πιο μέσα από το πρόσφορο άνοιγμά του.


Δεν μπορούσε καν να φανταστεί τις αμέτρητες μαγικές στιγμές που θα περνούσε μαζί του όταν στο πρώτο τους ραντεβού τον πρωτοαντίκρισε να περιμένει στη γωνία που του είχε πει. Ο ίδιος είχε στηθεί σ’ ένα αθέατο σημείο απέναντι, πολλή ώρα πριν, βαρεμένος να καπνίζει μόνος του σπίτι του.

Όμορφο, εντυπωσιακό πλάσμα, γυμνασμένο, στητό, σωστό ύψος, μ’ ένα ολοκάθαρο φωτεινό πρόσωπο και ωραίο καστανόξανθο μαλλάκι. Από τη πρώτη στιγμή σκέφτηκε ότι θα του έλεγε να το μακρύνει αν όλα πήγαιναν καλά μεταξύ τους, τού άρεσαν τα μακριά μαλλιά.

Αναρωτήθηκε αν το αγόρι ήξερε ότι μοιράζονταν την ίδια ακριβώς αγωνία για το πώς θα εξελισσόταν η βραδιά, τις ίδιες ακριβώς ανασφάλειες.

Τον γοήτεψε πλήρως να τον οδηγήσει στο γιαπί βήμα-βήμα σχεδόν μέσω τηλεφώνου, δεν είχε ξανακάνει και τέτοιο, το ήθελε καιρό, αλλά δεν του είχε κάτσει με κάποιον άλλον.

Λίγα λεπτά μετά, τον πλησίασε από πίσω του στο σκοτάδι, τον αγκάλιασε και ξεκουμπώνοντας το παντελόνι του το κατέβασε αργά μέχρι τα γόνατα. Το ότι δεν είχε βάλει εσώρουχο, έτσι όπως του είχε πει, τον γοήτεψε ακόμα περισσότερο, και η μυρωδιά καθαριότητας που ανέβλυσε από το άτριχο σώμα έτσι όπως έσκυψε ελαφρά τον αποτέλειωσε. Ήθελε να χώσει τη μούρη του στη σχισμάδα και να ξεχαστεί, γλείφοντας, δαγκώνοντας, ρουφώντας κι αγαπώντας, αλλά όχι ακόμα…

Πισωπάτησε λίγο, ανάβοντας ένα τσιγάρο.

- Μ’ αρέσεις μικρέ, είπε αλήθεια, ξέροντας τι συναισθήματα δημιουργεί η επιβεβαίωση.

Αναρωτήθηκε αν ήξερε πόσο όμορφος ήταν, πόσο ερωτικό κορμί είχε.

- Σας ευχαριστώ, χαίρομαι, απάντησε ο μικρός – Ρήνο τον έλεγαν; - και τη ίδια στιγμή αναρωτήθηκε αν έκανε καλά που τον κολάκεψε.

Για τώρα ήθελε να γλεντήσει αυτό το κώλο όσο γινόταν πιο γρήγορα.

- Πήγαινε και στηρίξου με τις παλάμες σου στον τοίχο δίπλα σου, είπε βγάζοντας τη δερμάτινή του ζώνη.

Αυτή η ανεπανάληπτη αίσθηση, να κάνει ο άλλος ότι του λες, τη στιγμή που του το λες.

- Τι τιμωρίες έχεις μικρέ, ρώτησε ανυπόμονα για ένα πρόχειρο crash-test.

- Δέκα ζωνιές στο κώλο επειδή δεν σας άρεσε η φωτογραφία που σας έστειλα και…

- Δώδεκα μικρέ, δε μ’ αρέσει έτσι όπως μιλάς.

- Δε καταλαβαίνω, σας μιλάω στο πληθυντικό όπως μου είπατε που σας αρέσει.

«Αγοράκι μου όμορφο» σκέφτηκε μεθώντας από τη νύχτα, τη καύλα και το τσιγάρο του.

- Όχι «κώλος» μικρέ.

Δεν ήθελε το αγοράκι του να μιλάει έτσι «βρώμικα» για το σώμα του. Πόσο πολύ θα’ θελε να γίνει το «αγοράκι» του.

- Δέκα ζωνιές στον πωπό επειδή…

«Χριστέ μου, δε μπόρεσε να σκεφτεί κάτι άλλο;»

- Δεκαπέντε μικρέ, πολύ μωρουδίστικη!

Τον κατάλαβε να κομπιάζει.

- Δέκα στον …πισινό…;

- Δεκαπέντε μικρέ.

- Δεκαπέντε στον πισινό επειδή δεν σας άρεσε η φωτογραφία που σας έστειλα και πέντε στα μπούτια επειδή δεν έχω λευκά εσώρουχα.

- Γιατί δε μ’ άρεσε η φωτογραφία μικρέ;

- Γιατί ενώ μου ζητήσατε να δείτε όλο μου το σώμα πλάτη και κω…, πισινό, εγώ έβγαλα μόνο τη τρυ…, εεε, σχισμή μου.

- Και;

- Και τη βρήκατε πρόστυχη.

Το τελευταίο πράγμα που ήθελε να του δείξει ο μικρός στη δεύτερη κιόλας συνομιλία τους ήταν αυτή η κουνημένη κιόλας φωτογραφία, στημένος μπροστά από ένα φωτιστικό μάλλον, απομυθοποιητική, με τη σχισμάδα να γυαλίζει και τα δάχτυλα να προσπαθούν να τη κρατήσουν ανοιχτή σ’ όλο το ξέκωλο μεγαλείο της. Όχι, το μικρό το ήθελε να ντρέπεται, όχι να δείχνει τη τρύπα του σαν τις βρωμόπουστες που του τύχαιναν κι ήθελαν απλά να γαμηθούν.

- Και δυο βιτσιές για κάθε φορά που με κοίταξες, έπαιξε το παιχνίδι του «ναι» και του «όχι», του παλιού παιχνιδιού που έπρεπε να απαντήσεις χρησιμοποιώντας οποιαδήποτε άλλη λέξη.

- Μα δεν σας κοίταξα, του είπε ο μικρός και αφηρημένα γύρισε προς το μέρος του.

Κατάφερε να τον μπερδέψει αλλά για μια στιγμή πήγε να χαλαστεί. Ο Ρήνος σίγουρα θα είχε πλάσει μια εικόνα στο μυαλό του αυτή τη βδομάδα που μίλαγαν – μήπως ήταν λιγότερο; Μπορεί η εικόνα του να μην ανταποκρινόταν καθόλου σ' αυτό που είχε φανταστεί, έτσι όπως δεν του φαινόταν η ηλικία του, άσχετα που ήταν και 48 πια και όχι 40κάτι που του είχε πει. Ούτε είχε το γυμνασμένο, σφιχτό σώμα που θα’ θελε, να δείχνει υπεροχή και δύναμη.

Δεν ήξερε πως ότι του έλειπε από τα αγύμναστα μπόδια ή ότι νόμιζε πως του έλειπε από κοιλιακούς το είχε συγκεντρωμένο στο βλέμμα του, που ακόμα και σε άσχετες στιγμές κάρφωνε λες και ήθελε να σκοτώσει.

Θα μπορούσε όμως εκείνη η στιγμή να χαλάσει όλη τη φάση του μυστηρίου που είχε δημιουργήσει;

- Και δύο βιτσιές επειδή σας κοίταξα, τον άκουσε να λέει με ανακούφιση γυρνώντας πάλι το πρόσωπο του στο τοίχο δίχως ίχνος απογοήτευσης ή δεύτερης σκέψης.

Ο μικρός έδειχνε ότι τα ήθελε, ότι γινόταν, θα γινόταν, ας κοιτούσε να επωφεληθεί τη στιγμή. Αν δεν ερχόταν τελικά σπίτι του να συνεχίσουν, ας χαιρόταν εκεί και τώρα.

Και χωρίς να τον αγγίξει ή να τον χαϊδέψει τού έριξε τις τιμωρίες του.

Τις έριξε σ’ ένα φανερά διψασμένο γι αυτές κορμί, σιωπηλό, χωρίς ίχνος διαμαρτυρίας, δυνατές, ζυγιασμένες, και στον όμορφο κώλο που όπως φώτιζε ένας φωταγωγός παραδίπλα τους, φάνηκε να κοκκινίζει γρήγορα, και στα δυνατά μπούτια, που έσφιγγαν τη βάση μιας πανέμορφης στύσης και την έκαναν να στάζει υγρά αφόρητης, υπέρμετρης ικανοποίησης.

Πολλές φορές είχαν πέσει στα χέρια του άτομα που καύλωναν είτε λίγο είτε πολύ με το ξύλο και τα όσα του άρεσαν, αλλά κάθε φορά τον γοήτευε τόσο το θέαμα.

Όπως και τώρα, με τις παχιές στάλες σπέρμα που έσταζαν από την δυνατή στύση του αγοριού.


Ούτε που φανταζόταν παλιά πώς ο πόνος θα μπορούσε να κάνει κάποιον να νοιώσει τόσο καλά.

Ούτε που του είχε περάσει απ’ το μυαλό τότε που μικρό παιδί ακόμα – πολύ πριν ακόμα καταλάβει πλήρως τις έννοιες «γαμάω, δέρνω, πονάω», έχωνε βελόνες στα πλαστικά μικρά του ινδιανάκια ανάμεσα απ’ τα πόδια τους φαντάζοντάς τα σαν παλούκια ανασκολοπισμού ή τα ζωγράφιζε στη πλάτη και στους ώμους με κόκκινο μαρκαδόρο σαν σημάδια ανελέητου βασανισμού ή όταν φούντωνε διαβάζοντας τα αποτρόπαια μαρτύρια στους «βίους αγίων» στο κατηχητικό και φανταζόταν να κάνει όλα αυτά σ’ ένα δικό του, μικρό ινδιανάκι που θα ζωντάνευε όποτε εκείνος ήθελε και θα εκλιπαρούσε το έλεός του και θα το πονούσε όσο ήθελε χωρίς να βγάζει μιλιά, και θα το μάθαινε πως θα έπρεπε να του αρέσει ότι του έκανε, θα μεγάλωνε και μαζί του θα μεγάλωνε τόσο και η ανάγκη του να πονάει κάποιον για να περάσει καλά, για να νοιώσει πλήρης. Ότι όλα όσα φανταζόταν τόσα χρόνια ανάμεσα από ονειρώξεις και κρυφά, απογεματινά χυσίματα με το στραβό του καυλί τυλιγμένο σε χαρτομάντιλα και χωμένο στα αφράτα μαξιλάρια του καναπέ του σαλονιού όταν όλοι στο σπίτι κοιμούνταν, θα άρεσαν να τα κάνει σε κάποιους…


- Χύνω τη σκατότρυπά σου βρωμιάρη, «αγόρι μου, η ζεστή τρυπούλα σου», γαμώ το κέρατό σου, «ανάσα μου, βάλσαμο μου», γαμώ, «πολύτιμό μου», γαμώ…

Και με τους τελευταίους σπασμούς, με το που βγήκε απ’ τον πάντα ολοκάθαρο παράδεισό του, τον είδε μπροστά του να κάνει μεταβολή και στα τέσσερα να έρχεται και να τον καθαρίζει ο θησαυρός του, να τον λατρεύει ακόμα περισσότερο.

- Μπράβο πουστράκι, τον επιβεβαίωσε.

Σηκώθηκε να πάει να κατουρήσει.

Του πέρασε απ’ το μυαλό να τον φωνάξει και να του βάλει το κεφάλι στη λεκάνη όπως άλλες φορές και να τον λούσει μυρωδάτα, απλά και μόνο για τη ξευτίλα, αλλά βαριόταν, είχε χύσει και το κυριότερο πεινούσε.

- Άντε να βάλεις φαί τώρα μικρό μου.

Και του χάρισε το θέαμα να σηκωθεί κι έτσι όπως ήταν με τα ζουμιά του μέσα του και που ίσως αργότερα να τον έβαζε να σφιχτεί και να τα βγάλει μπροστά του, καθισμένος ανακούρκουδα σ’ ένα βαθύ πιάτο κι αν ήταν καθαρά να του τα τάιζε με το κουταλάκι του γλυκού όπως δυο-τρεις άλλες φορές, να τρέξει στη κουζίνα ολόγυμνος να συνεχίσει να τον κάνει να νοιώθει υπέροχα με όποιο τρόπο μπορούσε.


(συνεχίζεται…;)

1 σχόλιο:

  1. Ας ελπίσουμε ότι θα διαβάσουμε σύντομα τη συνέχεια... Φανταστικό γράψιμο, πολύ ωραία ιστορία...

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Αν σκέπτεσαι κάτι, γράψτο...

security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY