Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2013

"...to exw anagki..." Παναγιώτης, φθινόπωρο 2010








Ξαναδιάβασα για πολλοστή φορά το μήνυμα στο κινητό μου, αυτή τη φορά συνοφρυωμένος, σχεδόν λυπημένος.

«kane mou oti theleis gia 20 lepta tis wras».

Τα πνιχτά, κλαψιάρικα ουρλιαχτά που ακούγονταν ολοκάθαρα πίσω από τη συρόμενη πόρτα που έκλεισε πίσω του μπαίνοντας στη κρεβατοκάμαρα μου μετά τα είκοσι μαρτυρικά λεπτά, μου έσφιξαν το στομάχι.


Ο Παναγιώτης ήταν πια φίλος μου. Είχαμε πρωτογνωριστεί τον Ιανουάριο του 2004, τη πρώτη φορά που είχαμε μιλήσει σ’ ένα site γνωριμιών στο διαδίκτυο, κάπου ένα μήνα πριν από εκείνον τον Ιανουάριο, του είχα αρνηθεί να τα πούμε από κοντά λόγω εορτών, καμία όρεξη δεν είχα να δέρνω Χριστουγεννιάτικα, τη «γιορτή της αγάπης», οτιδήποτε σήμαινε για μένα αυτό, του το’ πα, και η δικαιολογία μου εκείνη του είχε «κάνει κάτι».

Το κρύο βράδυ του Ιανουαρίου που τελικά συναντηθήκαμε για πρώτη φορά, έκανε όλα όσα μου άρεσαν, κι άντεξε πολλά περισσότερα, απλά για το κέφι μας. Περάσαμε καλά, οπότε συναντηθήκαμε κι άλλες δυό αραιές φορές για παρόμοιο παιχνίδι, ώσπου γίναμε απλά φίλοι.

Το μήνυμα του κάπου έξι χρόνια μετά κι αφού όλο τον καιρό μετά τη τελευταία φορά που είχαμε παίξει, είχαμε βγει για ποτό, είχαμε φάει με άλλους φίλους, είχαμε πάει κινηματογράφο, είχαμε χαζέψει τηλεόραση παρέα, απλά, φιλικά, σχεδόν με είχε κομπλάρει.

«kane mou oti theleis gia 20 lepta tis wras, to exw anangi boris?»

«Αμάν μ’ αυτά τα greeklish ρε παιδί» ήταν η πρώτη μου σκέψη.


Θυμήθηκα ότι του είχα δώσει την ηλεκτρονική διεύθυνση του blog, και μου’ χε πει πόσο του άρεσε και πόσο του «θύμισε τα παλιά», αναγνωρίζοντας και τον εαυτό του σε μια από τις ιστορίες, με αλλαγμένο φυσικά όνομα.
Δε μπορώ να πω ότι δεν κολακεύτηκα, κι ίσως να’ ταν αυτός ένας από τους λόγους για το sms, πάντως ότι δισταγμούς και να είχα διαβάζοντας το μικρό κείμενο στο κινητό μου, ένιωσα ένα γνώριμο σάλεμα στο εσώρουχό μου και συμφώνησα, και το ίδιο βράδυ, ακριβώς την ώρα που είχαμε συμφωνήσει, χτύπησε το κουδούνι.

Σαν να ήταν το οποιοδήποτε one night stand, του είχα δώσει οδηγίες. Παρ’ όλα τα ανάμεικτά μου συναισθήματα, καθόμουν άνετα στον καναπέ μου μόλις μπήκε σπρώχνοντας τη μισάνοιχτη πόρτα του διαμερίσματός μου και κλείνοντας τη πίσω του, χωρίς να μου ρίξει ούτε μια ματιά, σαν να ήμουν ο πρώτος άγνωστος, γδύθηκε μπροστά μου και φορώντας μόνο ένα λευκό σπασουάρ έγειρε το στήθος του και τη κοιλιά του πάνω στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι του σαλονιού και απλώνοντας τα χέρια του κρατήθηκε από τις άκρες του.
Βλέποντας τους κόμπους των δαχτύλων του να σφίγγουν κατασπροι τις κόγχες του τραπεζιού κατάλαβα ότι περίμενε τα πάντα, και χωρίς να το περιμένω, η τόσο μεγάλη του ανάγκη γι αυτό που θα του έκανα με συνεπήρε με το γλυκό μεθύσι της καύλας, εκείνη τη στιγμή ο Παναγιώτης έπαψε να’ ναι ο φίλος μου που κάναμε απονήρευτα γυμνισμό στο Σούνιο τόσα καλοκαίρια και ξανάγινε ένα οποιοδήποτε σώμα για μένα, ένας κώλος με μαζοχιστικά κωλομέρια, μια διψασμένη σούφρα και μια ανθεκτική πλάτη.

Έχοντας πάρει την αγαπημένη μου στάση για ραβδισμό, ζύγιασα τη βαριά rattan καλαμένια βίτσα στο χέρι μου, τη σφύριξα στον αέρα δυο-τρεις φορές κι άρχισα με αραιά, αλλά δυνατά χτυπήματα.
Το γυμναστήριο που πήγαινε ανελλιπώς σχεδόν καθημερινά είχε κάνει πολύ καλή δουλειά. Το σώμα του ενώ εξακολουθούσε και ήταν λεπτό, όπως τότε που τον πρωτογνώρισα, τώρα ήταν γραμμωμένο, με μυς που διαγράφονταν στη πλάτη του καθώς σφιγγόταν για κάθε χτύπημα.
Ο μικρός, ελαφρά τριχωτός κώλος, ανατριχιασμένος κιόλας από τη δοκιμασία, είχε αρχίσει να σχηματίζει οριζόντια εξογκωμενα σημάδια, υπόλευκα ακριβώς στο σημείο που είχε χτυπήσει το καλάμι και γύρω-γύρω κόκκινα.
Βλέποντάς τα, κι ενώ τον είχα δείρει ήδη αρκετά, η στύση μου έφτασε στο απροχώρητο και φόρεσα ένα προφυλακτικό.
- Μην ακούσω κιχ, είπα μη πιστεύοντας ότι το έλεγα στον Παναγιώτη.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα, ούτε καν μου’ χε περάσει απ’ το μυαλό ότι θα έμπαινα μέσα του όπως παλιά, πάντως εκείνος ατάραχος, δεν έβγαλε τσιμουδιά, καταλαβαίνοντας.

Φτύνοντας λίγο τη πρόσφορη ανοιχτή του σχισμάδα που άνοιξα διάπλατα τραβώντας τα κωλομέρια, με το που το σάλιο μου μούλιασε τις δίπλες στο άνοιγμα του πρωκτού του, έκανα ένα απ’ τα καλύτερά μου, κέντραρα με τη βάλανό μου και τον κάρφωσα με τη μια.

Ο Παναγιώτης τίναξε το κεφάλι του προς τα πάνω από το ξάφνιασμα και τον πόνο, αλλά το εναπόθεσε πάλι πλάγια στο τραπέζι, παραδομένος τελείως με βαθειά βογγητά σ' αυτό που τόσο χρειαζόταν.
Προσπαθώντας να εκμεταλλευτώ τον περιορισμένο χρόνο τον πήδηξα βιαστικά, τον έβγαζα και τον ξανάβγαζα με φόρα κλωτσώντας με δύναμη τα λαγόνια στην άκρη του τραπεζιού, τον οχτάριαζα ξεχειλώνοντας το ολοκάθαρο έντερο, κι όταν κάποια στιγμή ο δακτύλιός του χαλάρωσε κι άνοιξε τόσο όσο να μη νιώθω και πολλά, βγήκα από μέσα του χωρίς να τελειώσω.
Μηχανικά, διεκπεραιωτικά…
Έριξα μια ψυχρή, υπολογιστική ματιά στο κινητό, είχαμε ακόμα περίπου 10 λεπτά.

Τον σήκωσα, και φορώντας του τις δερμάτινές μου χειροπέδες τον ασφάλισα στο κρίκο του κουφώματος της πόρτας του σαλονιού.

Ρίχνοντας ένα βλέμμα στο απλό μου μαστίγιο, διάλεξα το άλλο, το αυστραλέζικο, με τις δώδεκα πλεχτές του λουρίδες με τους ψιλούς κόμπους στη κάθε μία από τις 12 άκρες του.
Με τη πρώτη δυνατή μαστιγιά στη πλάτη σχηματίστηκαν πολλές κόκκινες ραβδώσεις με μικρά βαθυκόκκινα στίγματα στις καταλήξεις τους, κι η στωικότητά του στα όρια της πλήρους αναισθησίας με καύλωσε όσο ποτέ ξανά μαζί του.
Ξέχασα και πάλι ποιος ήταν, κι άρχισα να τον μαστιγώνω με δύναμη.
Μ’ ένα πρόχειρο υπολογισμό που κάνω τώρα, αν έτρωγε μια κάθε 4-5 δευτερόλεπτα και είχαν μείνει κάπου 8 λεπτά, πρέπει να έφαγε κάπου 120 χτυπήματα.
Είχε σκύψει το κεφάλι και τα δεχόταν όλα αδιαμαρτύρητα.
Ίσως ήταν από τις λίγες φορές στη ζωή μου που έβλεπα κάποιον, και μάλιστα φίλο μου πια, να έχει τόση ανάγκη τον πόνο. Σπάνια έχω χρησιμοποιήσει όλη μου τη δύναμη για να μαστιγώσω, ειδικά με το αυστραλέζικο. Ανρωτιόμουν πως ένοιθε, τι ένοιωθε απ’ το πόνο. Κάθαρση; Εξαγνισμό; Παρ’ όλη τη δύναμη που κατέβαλα πάντως δε θυμάμαι να κουράστηκα, κι όσο κι αν ακούγεται «κάπως» ένιωθα ότι έκανα χάρη, ότι εξυπηρετούσα...

Όταν χτύπησε το χρονόμετρο του κινητού, η πλάτη του, τα πλευρά του, η μέση του, ο κώλος, τα όμορφα μπούτια, ακόμα και το τρυφερό σημείο πίσω απ’ τα γόνατα, ότι ήταν στη διάθεσή μου έτσι όπως ήταν αποκαμωμένα κρεμασμένος από τις δέστρες είχε γίνει μια κόκκινη ανομοιόμορφη μάζα από πρηξίματα, λουριδιές και μελανά πλέον στίγματα.

Έτρεμε.

Το πιο απίθανο που θα μπορούσα να ακούσω, ούτε στα πιο τρελά σαδιστικά μου όνειρα, μου το ψιθύρισε ο Παναγιώτης εκείνη τη στιγμή.

- …κι άλλο…

Του χάιδεψα τον σβέρκο.
- Είσαι σίγουρος; Το δέρμα σου είναι πολύ ερεθισμένο.
Δε κόμπιασε.
- …κι άλλο, …σε παρακαλώ, …μ’ ότι θες εσύ, …όπως θες εσύ.
Έριξα μια ματιά στο μικρό φούσκωμα του σπασουάρ του. Δεν ήταν θέμα καύλας, αν και διόλου προικισμένος, δεν είχε ίχνος ερεθισμού, αυτό που του συνέβαινε το είχε πραγματικά ανάγκη για τελείως δικούς του, προσωπικούς λόγους.

Ήταν μια από τις σπάνιες φορές που δεν ήξερα τι να κάνω, αν γινόταν, αν έπρεπε να συνεχίσω ή όχι.

Μια ακόμα με το βαρύ όργανο βασανισμού που κρεμόταν ακόμα απ’ το χέρι μου και στη πλάτη του θα άνοιγαν πληγές. Ακόμα κι ένα χάδι ίσως να ήταν αφόρητο, πόσο μάλλον να συνεχίσω με τον ίδιο ρυθμό.

Έπιασα το απλό δερμάτινο μαστίγιο.

- Παναγιώτη, πες μου εσύ, θέλω να μετράς κι όταν δεν μπορείς άλλο να μου πεις «τελευταία, ευχαριστώ»
Κούνησε το κεφάλι καταφατικά.
- …εντάξει.

Τα επόμενα λεπτά ήταν για μένα μια ακόμα κατάβαση στη κόλαση.
Ήμουν σίγουρος ότι κάθε χτύπημα πάνω στο απίστευτα ερεθισμένο δέρμα της πλάτης ήταν  μια δοκιμασία για το κάθιδρο κορμί του Παναγιώτη που απλά μετρούσε κι ευχαριστούσε με τα βλέφαρα κλειστά και τις γροθιές του σφιγμένες.
Μύξες και σάλια έτρεχαν από τη μύτη και το στόμα του, κι όμως συνέχιζε να μετράει και να ευχαριστεί.
Δεν είχα βάλει χρονόμετρο αυτή τη φορά, ήλπιζα πως δε θα κρατούσε πολύ, κι όμως κάποτε ο ώμος μου κουράστηκε.
Άρχισα να βαράω πιο δυνατά, ελπίζοντας να μου πει να σταματήσω, με τον ήχο από τις βουρδουλιές καθώς προσγειώνονταν με φόρα στη βυσσινιά πλάτη να με ξεκουφαίνει αντηχώντας στο δωμάτιο.

Όταν κάποια στιγμή δεν άντεχα άλλο, ούτε το θέαμα, ούτε καν τη στωικότητά του, όταν κι ο δικός μου ερεθισμός είχε κάνει φτερά, είπε δυνατά αυτό που περίμενα, ούτε κι εγώ ξέρω πόση ώρα μετά, έχοντας χάσει πλήρως την αίσθηση του χρόνου.
- …τέλος, …ευχαριστώ…
Και χωρίς να πει κουβέντα κοίταξε ψηλά, εκεί που οι χειροπέδες έσφιγγαν τους καρπούς του.
Τον έλυσα.
Δε κρατήθηκα, τον γύρισα φάτσα μου και τον αγκάλιασα.
Αναλύθηκε σε λυγμούς.
- Μπορώ να πάω στη κρεβατοκάμαρα για λίγο; ρώτησε έτοιμος να ξεσπάσει.
- Φυσικά.

Κι έκλαψε με την ησυχία του.

Όταν μετά από λίγη ώρα βγήκε, με κοίταξε με πρησμένα μάτια κι ένα προσποιητό χαμόγελο.
- Εντάξει; ρώτησα.
- Οκ, οκ, όλα καλά. Να ντυθώ λίγο, ε;


Παραγγείλαμε πίτσα, είδαμε σε DVD το special edition του “Alien 3” κι έφυγε χωρίς ποτέ να ξαναμιλήσουμε γι αυτό, όσες φορές κι αν συναντηθήκαμε φιλικά μετά από εκείνη τη μέρα.

Το μήνυμα του το’ σβησα το ίδιο βράδυ, λίγο πριν κοιμηθώ, αφού έπαιξα μια ευδαιμονική μαλακία διαβάζοντας το για τελευταία φορά…





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αν σκέπτεσαι κάτι, γράψτο...

security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY