Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013

a perfect day in a perfect life 00493-1


(φαντασίωση)






Με το που μπήκε, πήγε να κρεμάσει τα κλειδιά του στη κλειδοθήκη δίπλα απ’ τη πόρτα αλλά έπεσαν στο πάτωμα με δυνατό θόρυβο. Ο Ρήνος χωρίς να χάσει στιγμή τα μάζεψε και τα’ βαλε στη θέση που έπρεπε. Παρόλο που ήταν με το βλέμμα χαμηλωμένο, ένοιωθε μια ένταση στην ατμόσφαιρα και με την άκρη του ματιού του μπόρεσε να διαισθανθεί ότι μάλλον ήταν πολύ δύσκολη μέρα στη δουλειά για τον Ζήση, τα μάτια του σπινθηροβολούσαν με κάτι ανάμεσα από κούραση κι εκνευρισμό. Για λίγο ήλπισε να μη ξεσπάσει πάνω του, από τον ραβδισμό της παρασκευής – που στο κάτω-κάτω είχε φάει για το κέφι και των δυονών τους, τα σημάδια ήταν νωπά ακόμα στη πλάτη του, ένα απ’ αυτά στον αριστερό ώμο που είχε ανοίξει, το περιποιόταν κάθε 3-4 ώρες με betadine, να κλείσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα, αλλά έτσι κι αλλιώς ο Ζήσης θα’ κανε ότι ήθελε.

- Τι έχεις φτιάξει;

- Μπιφτέκια στο φούρνο με πατάτες.

Εκτός απ’ όλα τα άλλα, τού είχε μάθει και να μαγειρεύει.

- Καλά, είπε ο Ζήσης κι άρχισε να γδύνεται πετώντας τα ρούχα του δεξιά κι αριστερά.

Με το που πήγε να κάτσει στο καναπέ, ο Ρήνος τον πλησίασε, γονάτισε μπροστά του και του έβγαλε τα παπούτσια και τις κάλτσες.

Ένοιωσε ένα χάδι στο κεφάλι του και ησύχασε, μάλλον δεν είχε ξύλο σήμερα. Προς το παρόν τουλάχιστον.

- Είσαι καλά μωρό;

- Μάλιστα, χαμογέλασε χωρίς να τον κοιτάξει, μια χαρά!

- Πως πέρασε η μέρα σου; ρώτησε αδιάφορα.

- Καλά, έκανα τις δουλειές μου, κατέβηκα να ψωνίσω, αυτά…

Ένοιωσε τα χέρια του Ζήση να του σπρώχνουν το κεφάλι προς το καβάλο του, μάλλον δεν είχε όρεξη για πολλές κουβέντες. Μερικές φορές τού άρεσε απλά αυτό, και το χαιρόταν τόσο πολύ, να νιώθει το πρόσωπό του εκεί, ή άλλες φορές τα δάχτυλά του να του χαϊδεύουν τα πουλιά του η απλά να τα κρατάει μέσα στη χούφτα του, όπως τα πρωινά, όποτε τον άφηνε να κοιμηθούν μαζί. Ποτέ δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει, ούτε να ρωτήσει, ο Ζήσης έπρεπε να μιλήσει ή να ρωτήσει κάτι για να ακούσει τη φωνή του να απαντά.

- Γλείφτα μου.

Υπάκουα, παραμέρισε το φαρδύ μπατζάκι απ’ το πολυφορεμένο αντρικό εσώρουχο και νιώθοντας στη μύτη του το άρωμα που ανέβλυζαν οι τριχωτοί όρχεις, απελευθέρωσε όσο σάλιο μπόρεσε κι άρχισε να κάνει αυτό που του είχε μάθει. Εφάρμοζε το ανοιχτό φιλί του στον καθέναν ξεχωριστά, σάλιωνε καλά τη περιοχή, και ανασαίνοντας πάνω τους τούς έγλειφε προσεκτικά .

Όσο περνούσε όμορφα ο καιρός και γνωρίζονταν καλύτερα, ο Ζήσης γινόταν όλο και λιγότερο οπαδός της απόλυτης καθαριότητας, αλλά και να ήταν, οι όρχεις του μετά από ένα 8ωρο στο γραφείο κι άλλη μιάμιση ώρα στο κάθισμα του οδηγού είχαν ιδρώσει έντονα και μύριζαν.

Τον Ρήνο δε τον πείραζε καθόλου αυτό, εκτός του ότι τού είχε αφαιρεθεί το δικαίωμα να τον πειράζει οτιδήποτε, ακόμα και όταν κάποιες φορές τον φώναζε στο μπάνιο κι έσκυβε πίσω του να τον πλύνει και να τον στεγνώσει μετά τη τουαλέτα του, ίσα-ίσα σχεδόν πάντα τον ερέθιζε κιόλας, και μόνο η σκέψη ότι καθάριζε κι ανακούφιζε και περιποιόταν τον κύριό του, τον έκανε να νοιώθει υπέροχα. Γι αυτόν οι όρχεις του Ζήση, όπως και ο βρώμικος κώλος του, τα καρκαδάκια ανάμεσα στα δάχτυλα των ποδιών μερικές φορές αλλά και κάθε εκατοστό του σώματός του, ήταν υπέροχα, είτε βρώμικα, είτε καθαρά. Όρχεις μεγάλοι, σχεδόν πάντα τριχωτοί – αφού έκανε να τού τους κουρέψει με το trimmer αρκετές μέρες, πάντα γεμάτοι με πλούσια υγρά που τον αναζωογονούσαν από όποια τρύπα του σώματός του κι αν του τα άδειαζε.

Είδε μπροστά του το μεγάλο του όργανο να φουσκώνει πλάγια μέσα στο εσώρουχο και τη βυσσινιά μυρωδάτη βάλανο να βγαίνει από το λάστιχο. Συνέχισε να κάνει ότι έκανε, μέχρι που ο Ζήσης το έβγαλε τελείως έξω και τραβώντας τον από το μαλλί με μια απότομη κίνηση του το σφήνωσε στο στόμα.

Με την απότομη κίνηση το σκληρό πέος χτύπησε δυνατά στον γομφίο στο βάθος του στόματος του αγοριού κι Ζήσης έβγαλε ένα βογγητό πόνου.

Την επόμενη στιγμή ένα δυνατό χαστούκι προσγειώθηκε στ’ αυτί του και στο μάγουλό του.

- Πότε θα μάθεις να παίρνεις ένα τσιμπούκι της ανθρωπιάς γαμώ το κέρατό σου; Πότε;

Κι αμέσως ένα δεύτερο τον αποτέλειωσε υγραίνοντας τα μάτια του.

«Δε φταίω εγώ γαμώτι, η βιάση σου κι η ανυπομονησία σου κι η καύλα σου»

Το όργανο του Ζήση είχε μια έντονη κλίση και σχεδόν πάντα – εκτός αν το χειριζόταν ο ίδιος ο Ρήνος από μόνος του – χτυπούσε στα δόντια του, ειδικά αν λόγω καύλας τού γαμούσε το στόμα με βία.

- Συγνώμη…

- Αχρηστόμουνο, είπε με θυμό, παρόλα αυτά του το ξανάβαλε στο στόμα με λιγότερη δύναμη.

Τον πήρε καλύτερα αυτή τη φορά, στρίβοντας πλάγια, έτσι ώστε η βάλανος ποτισμένη μ’ αυτό το χαρακτηριστικό άρωμα της πολύωρης παραμονής στο εσώρουχο να χαθεί βαθειά στο λαρύγγι του, αναγκάζοντας τον Ζήση αφήνοντάς του το κεφάλι να βγάλει έναν αναστεναγμό από την ακριβή αίσθηση. Το να μην τον σπρώχνει απ’ το σβέρκο ρυθμίζοντας τις κινήσεις του ήταν το σύνθημα να πάρει το παιχνίδι στα χέρια του. Παρόλο που τ’ αυτί του βούιζε από τις φάπες και παραπονιάρικες μύξες κάνανε την εμφάνιση τους στη μύτη του, έκανε ότι καλύτερο μπορούσε, έγλειφε το όργανο σ’ όλο του μήκος, καθάριζε το κεφάλι από υπολείμματα κάτουρου και ξεροχυσημάτων, αργά, απαλά, όπως τον είχε μάθει τόσο καλά ο κύριος του, επέμενε που και που γύρω απ’ τη περιτομημένη βάλανο, για να το χάσει ολόκληρο και πάλι βαθειά μέσα στο στόμα του.

Κάπου μέσα του ήλπιζε να τον κάνει να τελειώσει έτσι, δεν ήθελε καθόλου να τον πηδήξει, ειδικά με την ένταση που συνήθως είχε από τη δουλειά τις Δευτέρες τα μεσημέρια. Σχεδόν πάντα έμπαινε μέσα του απότομα, κι εδώ κ δυό μέρες ο πρωκτός του ήταν ερεθισμένος. Το βράδυ της παρασκευής, ενώ τον είχε ξαπλωμένο μπρούμυτα στα γόνατα του και του δοκίμαζε τα δάχτυλά του και διάφορα αντικείμενα απλά για το κέφι κι ίσως και την ανία του, ο πλατύς καρυοθραύστης, παρόλο που μάλλον τού τον είχε δοκιμάσει κι άλλη φορά, του είχε δαγκώσει δυνατά μια δίπλα στο εσωτερικού του πρωκτού κάνοντάς τον να αναπηδήσει από πόνο. Σαν να μην έφτανε που τον πόνεσε, και μόνο που έδειξε έντονα την ενόχλησή του, τον είχε βάλει τιμωρία για κάπου δυό ώρες κιόλας, όρθιο, πιάστηκε η μέση του, πάγωσαν οι γυμνές του πατούσες στο μάρμαρο και μετά τον έδιωξε κιόλας. Πόσο χάρηκε που σαν να τον συγχώρεσε και τον πήρε τηλέφωνο το προηγούμενο βράδυ να κοιμηθεί σπίτι του.

Μέσα του όμως είχε δημιουργηθεί ένα απόστημα, μικρό, αρκετό όμως για να τον βασανίζει στη τουαλέτα εδώ και τρεις μέρες. Κατά τις δυόμιση το μεσημέρι που πλύθηκε εσωτερικά τελευταία φορά περιμένοντας την όποια όρεξη του Ζήση, αφού και μόνο η επαφή με το νερό τον έτσουξε όσο ποτέ, δοκίμασε με το δάχτυλό του να χαϊδέψει τη πληγή και την ένοιωσε φουσκωμένη.

Κι άκουσε αυτό που δεν μπορούσε με τίποτα.

- Άντε στο κρεβάτι στα τέσσερα να σε γαμίσω λίγο!

Δεν ήθελε να προσπαθήσει καν να τ’ αντέξει.

Με τις διαρκείς ορέξεις του Ζήση όποτε συναντιόντουσαν, η κατάσταση θα επιδεινωνόταν, έπρεπε να αφήσει στην ησυχία του το τραύμα τουλάχιστον 2-3 μέρες ακόμα για να γιάνει όσο το δυνατόν γρηγορότερα.

Αποτραβήχτηκε από τα πόδια του, και «υποτάχτηκε» όσο μπορούσε καλύτερα.

Ο σκλάβος, αν υπάρχει ειδικός λόγος να μην υπακούσει και θέλει να απολογηθεί ή υπάρχει οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα, παίρνει τη στάση «Υποταγή» (10, VI από τους12 κύριους κανόνες), ζητάει ακρόαση από τον Αφέντη και δικαιολογείται/απολογείται!

Με την άκρη του ματιού του είδε ότι ο Ζήσης είχε ήδη σηκωθεί όρθιος κρατώντας τον ερεθισμό του στο χέρι του όταν κατάλαβε ότι του ζητούσε ακρόαση.

- Τι συμβαίνει;

Ο Ρήνος κόμπιασε.

- Έχω πρόβλημα, …συγνώμη.

- Δε σ’ ακούω, σήκωσε το κεφάλι σου και μίλα, τι σόι πρόβλημα;

Έπρεπε να μιλάει χαμηλόφωνα και στη στάση που ήταν δεν μπορούσε να ακουστεί καλά.

Στηρίχτηκε με τους αγκώνες κι έτσι όπως ήταν ακόμα τουρλωμένος στην άβολη στάση προσπάθησε να σηκώσει πλάγια το κεφάλι του όσο μπορούσε περισσότερο.

- Προχτές το βράδυ που παίζατε, …με κάτι, …μάλλον με αυτό που σπάει τα καρύδια, …έτσι όπως το κλείσατε, …μάλλον, …πληγώθηκα μέσα κι έχει πρηστεί.

Ο κύριός του μάλλον έκανε μια μικρή προσπάθεια να επεξεργαστεί αυτό που άκουσε, να θυμηθεί, και τον άκουσε ν’ ανάβει ένα τσιγάρο.

- Και; είπε μετά από λίγα δευτερόλεπτα.

- Πριν λίγο που πήγα να πλυθώ, …για να είμαι έτοιμος για σας, …για ότι ζητήσετε, …πονούσε μέσα, …έχει πρηστεί.

Τον άκουσε να παίρνει μια βαθειά τζούρα απ’ το τσιγάρο του.

- Και; ξανάπε.

Ήρθε από πίσω του και γονάτισε.

- …δε ξέρω, …ήθελα να σας το πω, είπε, ξέροντας όμως τι τον περίμενε.

Παρόλο που δεν είχε και τη καλύτερη ιδέα για τον εαυτό του και το σώμα του, παρ' όλες τις ώρες που ξόδευε στο γυμναστήριο και τις ασκήσεις που του επέβαλε ο κύριός του, ήξερε πολύ καλά τι συναισθήματα δημιουργούσε στον Ζήση αν όχι η υπακοή και η υποτακτικότητά του, σίγουρα η στάση που είχε πάρει, με την εφηβική του γύμνια, τους διάπλατα ανοιχτούς γλουτούς, τη φρεσκοξυρισμένη σχισμάδα και τη τρύπα του σε πλήρη προσφορά.

Έσφιξε τις γροθιές του.

- Χέστηκα μωρό! τον άκουσε, ένοιωσε υγρασία από ζεστό σάλιο να κυλάει ανάμεσα απ’ τα κωλομέρια του κι αμέσως μετά το κάψιμο από το στραβό, ξεσκούφωτο όργανο να τον εμβολίζει σκίζοντάς τον στα δύο.

- Χέστηκα τελείως όμως, ο Ζήσης θέλει να γαμίσει και θα γαμίσει.







#






Όσο ταλαίπωρη μέρα κι αν ήταν, με το που έβαλε το αμάξι μπροστά και συνειδητοποίησε ότι στο σπίτι θα τον περίμενε ο μικρός του, αναγκάστηκε να τακτοποιήσει τη στύση του στο σώβρακο του.

Του είχε σηκωθεί αρκετές φορές στη διάρκεια της μέρας, τόσο έντονα που σίγουρα είχε ξεροχύσει, δεν υπήρχε αμφιβολία ότι θα μύριζε εκεί κάτω, αλλά είχε μάθει τον μικρό να μη τον νοιάζει καθόλου, και ήξερε πια ότι «το’ χε» από μόνος του να μην τον νοιάζει.

Ήταν όμως εφιαλτική Δευτέρα. Λάθη στα δελτία αποστολής, καθυστερήσεις, ανικανότητα συνεννόησης με τους οδηγούς, παράπονα πελατών, απλήρωτες συναλλαγματικές, θυμός, εκνευρισμός.

Μέχρι να βρει και να παρκάρει έγινε τόσο τσίτα, που μπαίνοντας στο διαμέρισμα, παρόλο το υπέροχο θέαμα του ολόγυμνου Ρήνου να τον περιμένει δίπλα στη πόρτα για οτιδήποτε και να τον πρόσταζε, υπολόγισε λάθος και αντί να κρεμάσει τα κλειδιά του, τού έπεσαν με θόρυβο στο πάτωμα.

Γοητευμένος, είδε τον μικρό να σκύβει, το καστανόξανθο μαλλί που τού είχε πει να μακρύνει να πέφτει μπροστά, οι όμορφοι ώμοι άναρχα σημαδεμένοι από το τελευταίο ξύλο μ’ ένα hansaplast στο σημείο που είχε ματώσει κι η πλάτη κι η μέση στη διάθεσή του, να του τα πατήσει με τα βρώμικα παπούτσια, να τα λιώσει αν ήθελε, να μαζεύει τα κλειδιά και να βάζει στη θέση τους.

Πριν ξαναρχίσει η καύλα στο σώβρακο, έκανε την εμφάνιση της στο μυαλό του, κι άρχισε να γδύνεται με τον μικρό να τον ακολουθεί και να τού μαζεύει τα ρούχα.

Υπήρχε μια διάχυτη μυρωδιά φαγητού στο σπίτι.

- Τι έχεις φτιάξει;

- Μπιφτέκια στο φούρνο με πατάτες.

Δεκτικός και φιλομαθής ο Ρήνος, μετά από μερικές αποτυχημένες προσπάθειες και τις άδικες αλλά τόσο καυλιάρικες τιμωρίες που τις συνόδεψαν, είχε μάθει πια να φτιάχνει ότι και όπως του άρεσε.

- Καλά, είπε φαινομενικά αδιάφορα, παλεύοντας για πολλοστή φορά με τη σκέψη να τον σηκώσει στα χέρια του και να του ομολογήσει πόσο πολύ τον λάτρευε. Του το’ χε δείξει, αλλά δεν του το είχε πει ποτέ, ούτε και σκόπευε κάτι τέτοιο, ήθελε να κρατήσει ότι ζούσαν όσο γινόταν περισσότερο και όποτε είχε εκφράσει τα αληθινά του τρυφερά συναισθήματα σε άλλους στο παρελθόν, η σχέση είχε τελειώσει άδοξα. Ο «σκλάβος» πρέπει να προσπαθεί συνεχώς να κερδίσει την αγάπη του κυρίου του, όταν πλέον το καταφέρει, τις περισσότερες φορές χάνει το ενδιαφέρον του. Κι ο Ζήσης δεν ήθελε να ρισκάρει κάτι τέτοιο.

Με το που κάθισε στον καναπέ, το γυμνό, υποτακτικό, γονατισμένο σώμα μπροστά του τον λίγωσε και τού χάιδεψε στοργικά το κεφάλι.

- Είσαι καλά μωρό;

- Μάλιστα, μια χαρά!

- Πως πέρασε η μέρα σου; ρώτησε όσο μπόρεσε πιο αδιάφορα.

Τον σκεπτόταν τόσο συνέχεια στο γραφείο. Τη στιγμή που άνοιξε τα μάτια του με τη κατουροκαυλωμένη πίπα που του είχε πάρει για τον ξυπνήσει χαμογελώντας του – χωρίς να χύσει, απλά για καλημέρα, τον καφέ που ήδη μοσχομύριζε στη κουζίνα, το τσιγάρο που του άναψε μετά τη πρώτη γουλιά, το τασάκι που έφερε κοντύτερά του, γονατιστός, πάντα στα πόδια του, με το που έκλεισε τη πόρτα πίσω του φεύγοντας μέχρι να την ξανανοίξει εννιάμιση ολόκληρες ώρες μετά, δεν είχε φύγει σχεδόν ούτε στιγμή απ’ το μυαλό του.

- Καλά, έκανα τις δουλειές μου, κατέβηκα να ψωνίσω, αυτά…

Τον ήθελε τόσο, ήθελε να κυριέψει αυτό το κορμί, ξανά, όπως τόσες άλλες φορές, να του παραδοθεί όπως ήθελε, όπως του άρεσε, όπως τον είχε μάθει να του αρέσει.

Τράβηξε το κεφάλι του στον καβάλο του.

- Γλείφτα μου, είπε ψιθυριστά, ξέροντας όμως πόσο διαταγή ήταν για τ’ αυτιά του μικρού του.

Αχ, αυτό το συναίσθημα, του να’ χει το πουστράκι του εκεί, ανάμεσα στα μπούτια του, να χώνει τα δάχτυλα του στα μαλλιά του και να του μυρίζει τ’ αρχίδια, και μόνο η επαφή και η αναμονή εκεί του άρεσε, τον ηρεμούσε, τον καύλωνε τόσο μ’ αυτή την αρχέγονη γλυκιά φαγούρα στο πουτσοκέφαλο.

Τον άρπαξε απ’ το μαλλί και του τον κάρφωσε μέσα του άγαρμπα, τόσο απότομα που για μια ακόμα φορά χτύπησε στα δόντια του.

- Πότε θα μάθεις να παίρνεις ένα τσιμπούκι της ανθρωπιάς γαμώ το κέρατό σου; Πότε; του’ ρθε θυμός απ’ το πόνο και του άστραψε ένα σκαμπίλι.

Η στωικότητά του, το ότι δεν έβγαλε άχνα, ακόμα και η ενοχή που ένιωσε για την παντελώς άδικη τιμωρία τον καύλωσαν ακόμα περισσότερο. Ήταν τόσο στη διάθεση του, παθητικός, χαλάκι, που του έδωσε κι άλλο ένα, καταπνίγοντας τη βρώμικη ορμή να τον σαπίσει κυριολεκτικά στα χαστούκια και τις δυνατές σφαλιάρες στο μακρυμάλλικο κεφάλι όπως άλλες φορές, ειδικά στις αρχές μέχρι να τον φέρει στα μέτρα του, να του το πατήσει κάτω, να του τρίψει το αυτί με τη σόλα και μετά να του δώσει μια γερή κλωτσιά στο κώλο, δυνατή, να του μελανιάζει το γοφό, και μετά να τον αφήσει κουλουριασμένο και κλαμένο μέχρι να τον φωνάξει πάλι, να κάνει ότι του ζητήσει προσπαθώντας να πάρει τη συγνώμη του, μόνο και μόνο επειδή ο πούτσος του ήταν χοντρός και στραβός.

- Συγνώμη, του είπε με σβησμένη φωνή, μαζί με κάτι που του φάνηκε σαν λυγμός, κι αυτό τον καύλωσε ακόμα περισσότερο.

Του τον ξανάβαλε στο στόμα και αφέθηκε στο να τον κάνει να νοιώσει όμορφα, όπως εκείνος του είχε μάθει.

- Αχρηστόμουνο, είπε μέσα απ’ τα δόντια του, αγαπώντας τον με τον τρόπο του.

Έγειρε το κεφάλι του πίσω κι αφέθηκε. Ο μικρός είχε μάθει να κάνει καλή δουλειά ακόμα και τις φορές που σαν και τώρα, μια ελαφριά μπόχα έβγαινε από το ξεροχυμένη πραμάτεια του. Του άρεσε όλο και περισσότερο να αφήνεται ελεύθερος όσο πιο πολύ τον μάθαινε, να μην αναγκάζεται να είναι ολοκάθαρος όπως στις αρχές, μέχρι να του μάθει όλα του τα κόλπα. Λίγες φορές έχωνε πια στη τρύπα του το τσουχτερό του σαπουνισμένο κωλοδάχτυλο όποτε έκανε ντους, ήταν όπως ήταν κι έμαθε του μικρού του να του αρέσει έτσι, να συνηθίσει και να λατρεύει τις μυρωδιές του, όποιες και να’ ταν αυτές.

Ένιωθε τώρα τα μαλλιά του να τού χαϊδεύουν τα μπούτια, τα χείλια του να τον υγραίνουν και το στόμα του να τού χάνει το στραβό, άπλυτο πούτσο μέχρι τον φάρυγγα κι ευλογούσε τη στιγμή που κάπου ενάμιση χρόνο πριν του άνοιξε το ντροπαλό του παραθυράκι στο chat του gay.com.  Όχι «κάπου», ακριβώς ένα χρόνο κι επτά μήνες, μετρούσε ακόμα και τις ώρες που ήταν μαζί του, ανυπομονούσε να του χτυπήσει το κουδούνι τις μια-δυό φορές τη βδομάδα που μπορούσε να είναι στη διάθεσή του. Ξαναθυμήθηκε το συναίσθημα που είχε τη πρώτη-πρώτη φορά που είδε τη παρθένα του τρύπα, το πρώτο βράδυ, προσεκτικά ξυρισμένη, δοτική, ανάμεσα στους άτριχους, ορθάνοιχτους γλουτούς να του προσφέρεται να τη σκίσει, να τη σκάψει, να τη πονέσει, κάθε φορά σαν να’ ναι η πρώτη φορά.

- Άντε στο κρεβάτι στα τέσσερα να σε γαμίσω λίγο! είπε με αγωνιώδη προσμονή, ακόμα και ν’ ακούει τη ίδια του τη φωνή να το λέει όποτε το ήθελε, τον έφτιαχνε από μόνη της, το ότι θα το έκανε αμέσως, χωρίς καμιά κόνξα, τον άναβε κάθε φορά το ίδιο.

Σηκώθηκε ανυπόμονος να βγάλει τα περιττά ιδρωμένα ρούχα από πάνω του αλλά τον είδε στο πάτωμα, στημένο, στη στάση που τον είχε μάθει να του ζητάει κάτι.

- Τι συμβαίνει;

Ήλπιζε να μη του τη χάλαγε.

Η αλήθεια ήταν ότι του έπαιζε με διάφορα παιχνίδια το σώμα, μερικές φορές του δημιουργούσε μερικά ψιλοπροβληματάκια, αλλά ήξεραν και οι δυό πως πάντα έκανε αυτό που ήθελε, και τώρα ότι και να συνέβαινε, ήθελε να του το χώσει και να χύσει μέσα του, ακόμα κι αν είχε διάρροια και δεν είχε μπορέσει να πλυθεί καλά, δεν τον ένοιαζε.

- Έχω πρόβλημα, …συγνώμη.

«Χέστηκα» σκέφτηκε, «ακόμα και να χεστείς κι εσύ, εσύ είσαι αυτός που θα με κάνεις λαμπίκο, κι έμενα κι ότι άλλο λερώσεις» σκέφτηκε.

Του άρεσε όμως τόσο πολύ να τον χαζεύει, να τον βλέπει να απολογείται, ανούσια βέβαια τις περισσότερες φορές.

- Δε σ’ ακούω, σήκωσε το κεφάλι σου και μίλα, τι σόι πρόβλημα;

- Προχτές το βράδυ που παίζατε, …με κάτι, …μάλλον με αυτό που σπάει τα καρύδια, …έτσι όπως το κλείσατε, …μάλλον, …πληγώθηκα μέσα κι έχει πρηστεί.

Πήρε ένα τσιγάρο από το τραπεζάκι δίπλα και το άναψε. Ναι, θυμήθηκε.

Του άρεσε να κάθεται στον καναπέ, να τον βάζει μπρούμυτα πάνω του, να κρατάει δυνατά τα καυλωμένα του αχαμνά ανάμεσα στα μπούτια του και να παίζει με τη τρύπα, να του χώνει διάφορα, από q-tips για τ’ αυτιά για να ελέγξει πόσο καθαρός είναι, μέχρι στυλό, μολύβια, φέτες φρούτων που έτρωγαν μετά παρέα, μακριά κοτσάνια από σέλινο που τού τ’ άφηνε μέσα του να κρέμονται σαν ουρά καθώς περπατούσε ή στηνόταν στα τέσσερα κουνώντας το κώλο του για χάζι, μέχρι κι ένα κυλινδρικά τσαλακωμένο πακέτο από τσιγάρα μια φορά, έτσι για τη καύλα του, στεγνά, εντάξει, ίσως με λίγο σάλιο κάποιες φορές, έτσι όμως, για το κέφι και την ανία του, να δει αντιδράσεις, να παίξει με το παραδομένο άνοιγμα. Μια ιδέα της στιγμής προχτές ήταν και ο καρυοθραύστης στο μπολ με τους ξηρούς καρπούς στο τραπέζι του σαλονιού μπροστά του, κάποια στιγμή όμως που τον μπαζόβγαζε μέσα του να δει πόσα υγρά θα έβγαζε το τρυφερό κωλάντερο, ο μικρός τινάχτηκε άγαρμπα, μάλλον το κλείσιμο του μετάλλου τού είχε δαγκώσει κάτι. Δεν του χάλασε το βράδυ, ίσα-ίσα. Και μόνο που τινάχτηκε όπως τινάχτηκε, έστω από πόνο, τον έβαλε να σταθεί ακίνητος τιμωρία στη γωνία απέναντί του κάπου δύο ώρες, όσο τσέκαρε τα mail του στο διαδίκτυο με την ησυχία του πίνοντας νερωμένο ουίσκι.

- Και; τον ρώτησε ειλικρινά.

Ούτε που τον ένοιαζε, δεν ήθελε να τον νοιάξει.

- Πριν λίγο που πήγα να πλυθώ, …για να είμαι έτοιμος για σας, …για ότι ζητήσετε, …πονούσε μέσα, …έχει πρηστεί.

Τον ένοιαζε όμως στη πραγματικότητα, ήταν το μικρό του, πληγώθηκε, δεν θα μπορούσε να του δοθεί σήμερα χωρίς να πονέσει πολύ περισσότερο από άλλες φορές, σκέψεις, καύλα, φροντίδα, προστασία, σκέψεις, καύλα, καύλα…

- Και; ρώτησε πιο έντονα.

Καυλωμένος απίστευτα, γονάτισε μπροστά από τον ορθάνοικτο, κάτασπρο κώλο, ανοιχτό, δικό του.

- …δε ξέρω, …ήθελα να σας το πω.

- Χέστηκα μωρό! είπε, έφτυσε λίγο κεντράροντας τη πολύτιμη του τρύπα και τη επόμενη στιγμή ένοιωσε το ζεστό έντερο να τον αγκαλιάζει σ’ όλο του το μήκος, το πλάτος, το είναι. Δε θα του’ κανε ζημιά, ένας ερεθισμός ήταν, το πολύ-πολύ να πονούσε περισσότερο, ήθελε να γαμίσει, να γαμίσει…

- Χέστηκα τελείως όμως, ο Ζήσης θέλει να γαμίσει και θα γαμίσει, μουρμούρισε πονώντας τον όσο γούσταρε.


(συνεχίζεται εδώ)




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αν σκέπτεσαι κάτι, γράψτο...

security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY