Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013

Θυμωμένος με τον Σάκη, σπίτι μου, χειμώνας 2005 μέρος δεύτερο

(αληθινή μου εμπειρία)

(συνέχεια από εδώ)





- Όχι, όχι, μην το κάνεις, σε παρακαλώ, είπε προσπαθώντας να προφυλάξει τη γύμνια του.

Δεν μπορούσα ν’ αντισταθώ, τα παρακάλια του μού καύλωναν το μυαλό μου ακόμα περισσότερο.

- Μόνο έτσι ίσως σε ξανανιώσω καθαρό για να σε αγγίξω πάλι, είπα βλέποντας την ανάσα μου να παγώνει στον κρύο αέρα.

Με κοίταξε με φοβισμένα, κουρασμένα, γουρλωμένα μάτια.

- Σε παρακαλώ, ψιθύρισε άσκοπα σαν στον εαυτό του κι αφέθηκε στη μοίρα του.


Κι άδειασα τον κουβά με το παγωμένο νερό πάνω του.


Σφίχτηκε όσο περισσότερο μπορούσε για να μην ουρλιάξει, κι αγκάλιασε το σώμα του τρέμοντας σύγκορμος.

Δε μου έφτασε όμως ούτε αυτό. Μπήκα μέσα κι άναψα όλα τα ανελέητα φώτα του μπαλκονιού, αναγκάζοντάς τον να πέσει και να κουλουριαστεί στα βρεγμένα, παγωμένα πλακάκια πίσω από ένα μεγάλο φυτό για να μην τον δει κάποιος από την απέναντι πολυκατοικία και γίνουμε ρεζίλι κι οι δύο.

Έτσι ακριβώς όπως είχα φανταστεί πως θα σκεφτόταν να κάνει.

- Κάτσε εκεί τώρα βρωμόπουστα μέχρι να νιώσεις καθαρός απ’ τα χέρια των γαμιάδων σου και τις πούτσες τους και να μυξοκλάψεις να σου ανοίξω, είπα κι έκανα να μπω μέσα.

- Σαν δαρμένο σκυλί που ζητιανεύει τη λύπηση του αφέντη του, είπα κι έσυρα τη πόρτα.


Έκανε τόσο κρύο που ακόμα κι εγώ που ήμουν σχεδόν κανονικά ντυμένος είχα ανατριχιάσει. Προς στιγμήν φοβήθηκα μήπως πάθαινε καμιά πνευμονία έτσι γυμνός κ βρεγμένος, αλλά έδιωξα κι αυτή τη σκέψη απ’ το μυαλό μου.

«Κανένας οίκτος» σκέφτηκα μεθυσμένα κι ανεύθυνα και σωριάστηκα στο καναπέ αποκαμωμένος.



Είχα κουραστεί να τον δέρνω.

Τον είχα μαστιγώσει ούτε που θυμάμαι πόσες αμέτρητες φορές, με δικαιολογία απαντήσεις σε απίστευτες ερωτήσεις, ότι μαλακία μου κατέβαινε στο κεφάλι, «πόσων χρονών ήταν;», «πόσων χρονών ήταν και οι δύο μαζί;», «σε ποιό νούμερο του δρόμου έμενε», «πόσες φορές μπήκε και βγήκε ο πούτσος μέσα από τη σκατότρυπά σου», «πόσες φορές με σκέφτηκες όσο γαμιόσουνα».

Κι η σιωπή του κι η καρτερικότητά του με άναβαν περισσότερο.

Κι όταν πια ετοιμάζονταν η πλάτη του κι οι ώμοι του και τα πλευρά του να ξεράσουν αίμα από τα πρηξίματα και τις κοκκινίλες, ασχολήθηκα με τα καπούλια του και τα μπούτια του.

Έσπασα δύο ψιλά καλάμια πάνω του, απ’ αυτά που έχω μπόλικα για να στηρίζω τα φυτά μου, με απίστευτη λύσσα, πρωτόγνωρο σαδισμό.

Και το δεχόταν στωικά, αδιαμαρτύρητα, με υπόκωφα βογγητά απ’ το βάθος του λαιμού του.

Κάποια στιγμή τράβηξα απότομα τη χοντρή σφήνα από μέσα του, που τόση ώρα η βάση της του προστάτευε τη τρύπα από τα χτυπήματα, πήρα τη λεπτή δερμάτινη βίτσα κι επικεντρώθηκα να του κάνω τη σούφρα να πρηστεί όσο περισσότερο γινόταν, να πονέσω όλη την ευαίσθητη περιοχή γύρω, να τη μπλαβιάσω όσο πιο πολύ γινόταν, να εξαγνιστεί απ’ το πουτσοκέφαλο που την είχε κεντράρει για να μου τη μαγαρίσει ανεπανόρθωτα.

Κι όταν πραγματικά κουράστηκα, αντιστάθηκα στη σκέψη να σούρω όλο το σύμπλεγμα πούστης-καρέκλα στο μπαλκόνι, τον έλυσα και τραβώντας τον και κλωτσώντας τον, τον έσπρωξα έξω.



Μόλις που ήπια μερικές γεμάτες γουλιές από ένα νέο ποτήρι Absolut ρουφώντας μανιασμένες τζούρες από το τσιγάρο μου που μου’ καιγαν το λαιμό, σκέφτηκα ότι τον είχα τιμωρήσει αρκετά.

Κάπου φοβήθηκα μήπως είχε παγώσει.

Πήρα από τη ντουλάπα ένα κόκκινο κουβερτάκι fleese, άνοιξα τη μπαλκονόπορτα και του το πέταξα.

Τυλίχτηκε αμέσως, τρέμοντας.

- Τσακίσου κι έλα μέσα.

Μπήκε μέσα, ανατριχιασμένος, σκυφτός, κλαίγοντας κανονικά πια.

- Πήγαινε κάνε ένα ντους και τσακίσου στο κρεβάτι μετά. Μη περιμένω πολύ.

Κι όσο έκανε να μπει με σουρνάμενα βήματα στο μπάνιο, εγώ γδύθηκα και ξάπλωσα ανάσκελα βάζοντας τα χέρια μου πίσω απ’ το κεφάλι.

Πόσο σκληρός, πόσο μαλάκας είχα σταθεί κι αυτή τη φορά, εκμεταλλευόμενος την αγάπη και τη λατρεία κάποιου;

Πόσο πολύ καυλωμένος τον περίμενα…


Σε μερικά λεπτά, ξέροντας καλά τι έπρεπε να κάνει, δεν άργησα να νιώσω τη γλώσσα του και τα φιλιά του από τα πέλματά μου και τα δάχτυλά τους, σ’ όλο το μήκος των ποδιών μου, στο εσωτερικό απ’ τα μπούτια μου, στους όρχεις και το σκληρό πέος, τη κοιλιά μου, μέχρι τις τρίχες του στήθους και τις νοτισμένες μασχάλες.

Σ’ ένα αργό, ατελείωτο, υπομονετικό, κατευναστικό γλείψιμο συγχώρεσης.

Επέμεινε ιδιαίτερα ο καλός μου στους όρχεις και στα σημεία που ανοίγουν τα πόδια δεξιά κι αριστερά απ’ αυτούς, κι όταν σήκωσα δήθεν αδιάφορα αλλά με φοβερή προσμονή το ένα μου πόδι, επικεντρώθηκε με την άκρη της γλώσσας του γλυκά στο άνοιγμα του πρωκτού μου, το σημείο που λάτρευε πάνω μου περισσότερο να ασχολείται, χαϊδεύοντάς με απαλά στα πλαϊνά των γλουτών μου.


- Δε κρύωσες; Περίμενα να μου χτυπήσεις τη πόρτα, είπα μερικούς αιώνες αργότερα αν και δεν είχε περάσει ούτε δέκα λεπτά έξω.

Δέκα μαρτυρικά λεπτά.

- Κρύωσα πολύ, αλλά ήθελα να με συγχωρέσεις εσύ, και να με επιθυμήσεις κ να με λυπηθείς, είπε η αγάπη μου.

Κι έπιασα τα μάτια μου να προσπαθούν να υγρανθούν.

Είχε αποθέσει κουρασμένα το κεφάλι του στο στήθος μου και μου χάιδευε απλά τη στύση.

- Ξέρεις τι έγινε σήμερα Μάριέ μου;

- Τι έγινε αγόρι μου;

- Με ξεφτίλισες τελείως Μάριέ μου, αυτό έγινε. Δεν έχω ξαναντραπεί τόσο πολύ στη ζωή μου, γύρισε και με κοίταξε, δεν ένιωθα το ξύλο, δε φοβόμουνα να ματώσω, να κοπώ στα δύο, ήθελα μόνο να σου φύγει η στενοχώρια γι αυτό που έκανα.

Αναρωτήθηκα που έβρισκε το κουράγιο για τόση λατρεία.

- Το καταλαβαίνω ότι μ’ έδειρες επειδή στενοχωρήθηκες και πικράθηκες, παρά από θυμό, συνέχισε.

Τόση λατρεία; Σε μένα ειδικά;

- Δεν είναι έτσι;

Δεν έλεγα τίποτα.

- Συγνώμη, ψιθύρισε βραχνά κι ειλικρινά κι άκουσα το κόμπο του λυγμού στο λαιμό του.

- Συγνώμη, …άντρα μου…; αναρωτήθηκε.

Θα’ λεγε άραγε τα ίδια σ’ όποιον αφέντη παρουσιαζόταν στο δρόμο του; Σκέψεις, σκέψεις που δε μ’ άφηναν να ησυχάσω και ν’ απολαύσω τη στιγμή.

- Σσς, εντάξει, βρήκα να πω αμήχανα και του χάιδεψα το κεφάλι.

- Είσαι θυμωμένος ακόμα;

Χαϊδεύοντάς του τη πλάτη ένιωθα στις άκρες των δαχτύλων μου τα φουσκωμένα σημάδια που του είχα κάνει.

Γιατί; Ήθελα να τρέξω στο μπάνιο, στη κουζίνα, να γονατίσω σα ζώο και να βάλω τα κλάματα.

- Συγγνώμη που σε πίκρανα άντρα μου.

«Σταμάτα, σταμάτα, ΣΤΑΜΑΤΑ» με ξεκούφαναν οι σκέψεις.



Ήρθα από πάνω του νιώθοντας τη στύση του στη δική μου κι έχωσα τη γλώσσα μου στο στόμα του. Όχι, δεν ήμουν θυμωμένος πια, πικραμένος ίσως, με πληγωμένο εγωισμό σίγουρα, ήθελα αν γινόταν, αν μπορούσα, να προσκυνήσω την αφοσίωσή του και τη συγνώμη του και την υπέρμετρη λατρεία του.

Η αίσθηση του να τον νιώσω τόσο ερεθισμένο κι εκείνον, το χάδι του στη μέση μου και στο κώλο, το άγγιγμα από τις τρίχες του στήθους στο δικό μου, ήταν μοναδική για ακόμα μια φορά, με ηρεμούσε όσο τίποτα.

Τον φίλαγα στο λαιμό κι ανατρίχιαζε και τον αγαπούσα πάλι.


Φορώντας ένα προφυλακτικό που είχα ήδη έτοιμο όση ώρα έκανε μπάνιο τού σήκωσα τα πόδια φέρνοντάς τα στους ώμους μου.

Του χάιδεψα τη τρυπούλα, ήταν πρησμένη, οι λατρεμένες της δίπλες είχαν φουσκώσει απ’ τις βιτσιές.

- Πονάει; ρώτησα και φτύνοντας τα δάχτυλά μου του τη σάλιωσα χαϊδεύοντας τη.

Σήκωσε τους ώμους του αδιάφορα μ’ ένα πονεμένο χαμόγελο.

- Κι αν πονάει; είπε απαλά, λιγώνοντάς με τελειωτικά.


Και με μια σταθερή, τρυφερή κίνηση μπήκα μέσα του.


Αναστέναξε λατρεμένα, «Μάριέ μου» κι αν και είχε τα μάτια του κλειστά, καταλάβαινα ότι όσο κι αν ίσως έτσουζε, μ’ ένιωθε σαν να είχα τον καλύτερο και το μοναδικό, τον πολυτιμότερο πούτσο στη γη, ένιωθε πάλι τον Μάριό του, εκεί, έναν, δικό του, πάλι, ξανά, να του γεμίζει το σώμα και τη ψυχή και όλο του το είναι και να τον συγχωρεί.


Και να ελπίζει πως κι αυτός έστω και λίγο τον αγαπάει.


Προσπάθησα να διώξω από τη σκέψη μου τους δυό τύπους που είχε βρεθεί, τα πουτσοκέφαλα που είχαν μπει στο πολύτιμο στόμα, αυτόν που τον είχε πηδήξει, σε τι στάση τον είχε πηδήξει, πως είχε βογκήξει, πως τον αποκάλεσε ίσως τη στιγμή που έμπαινε μέσα του, τι σκεφτόταν, πως βόγκηξε όταν έχυσε, πως έχυσε, που έχυσε, προσπάθησα να αδειάσω τελείως το κεφάλι μου απ’ όλες αυτές τις εικόνες, και τον πήδηξα όσο πιο γλυκά και τρυφερά μπορούσα. Μπαινόβγαινα αργά, υγρά, ανάλαφρα, δεν είχε δύναμη να με σφίξει κι ήταν χαλαρωμένος, και το τελευταίο πράγμα που θα ήθελα εκείνη τη στιγμή ήταν ο παραμικρός πόνος από μέρους του, η παραμικρή δυσφορία. Ίσως μ’ ένιωθε σαν ξυραφιά μέσα του, ίσως το προφυλακτικό ήταν ότι χειρότερο για το ταλαιπωρημένο του άνοιγμα, αλλά μ’ ένιωθε μέσα του κι αυτό του αρκούσε. Χάιδευα τα πρησμένα σημάδια στους γλουτούς, σκέφτηκα πως για μέρες θα ταλαιπωριόταν να βολευτεί στη καρέκλα του γραφείου του, αλλά ήξερα πως δε θα τον πείραζε, ίσως να χαμογελούσε ξέροντας ότι τον είχα συγχωρέσει και ότι όταν θα ξαναρχόταν θα ήταν ο Μάριός του πάλι κι ότι θα γδυνόταν και θα τον περίμενε στα τέσσερα υπομονετικά να ξεπροβάλλει από το άλλο δωμάτιο για να τον δείρει επειδή θα άρεσε και στους δυό τους, όχι από θυμό ή πίκρα.


Ήρθα σε οργασμό με τον ίδιο αργό ρυθμό που τον πηδούσα, πλούσια, ερωτευμένα, με την ανάσα μου ενωμένη με τ’ ορθάνοικτό του στόμα και για πρώτη και μοναδική φορά έχυσε μαζί μου, πλούσια, ερωτευμένα, ανάμεσά μας, χωρίς ν’ αγγιχτεί, από τη δύναμη της στιγμής και μόνο, από την αίσθηση της κοιλιάς μου πάνω στο πούτσο του.


Ήμουν σίγουρος ότι δεν θα το ξανάκανε, όχι επειδή θα τον τιμωρούσα και πάλι, αλλά γιατί δε θα ήθελε να το ξανακάνει.


Τους 2 μήνες που συνεχίσαμε να βλεπόμαστε, σίγουρα δε το ξανάκανε.


Κι όταν κάποιο καιρό μετά που χωρίσαμε άρχισε να δίνεται αλλού, σίγουρα δεν ήταν το ίδιο.


Είμαι σίγουρος πως ποτέ δεν θα είναι το ίδιο…


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αν σκέπτεσαι κάτι, γράψτο...

security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY