Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Δείπνο με τον Μάρκο, Μάιος 1998


(αληθινή μου εμπειρία)





- Ντύσου, θα βγούμε!
Έτσι όπως τον έβλεπα απ’ το πλάι, είδα ότι συνοφρυώθηκε, ήταν το τελευταίο πράγμα που ίσως περίμενε να του πω.
- Έξω…; ρώτησε και μισάνοιξε απορημένα το στόμα του στο στραβό χαμογελάκι που με κέρδισε από τη πρώτη στιγμή που τον αντίκρισα.

Τρίτη φορά που βρισκόμασταν. Ο Μάρκος ήταν 26 χρονών, ψηλόλιγνος , «παιδί της διπλανής πόρτας». Όχι κάτι πολύ ιδιαίτερο από άποψη εμφάνισης για να πω την αλήθεια, σίγουρα όμως εντυπωσιακό και μόνο λόγω ύψους. Μελαχρινός, με καθαρό, συμπαθητικό, χαμογελαστό πρόσωπο, μετρίου μήκους σπαστά μαλλιά. Με ωραίο σώμα και ελαφρά τριχωτό στο στήθος και στη κοιλιά και στο κώλο και στη μέση όπως διαπίστωσα αργότερα όταν γδύθηκε κάτω από τις εντολές μου. Στις προηγούμενες δύο συναντήσεις ανταποκρίθηκε σχεδόν πλήρως σε ότι του ζήτησα – για κάποιο λόγο απ’ αυτόν ειδικά δεν ζήτησα πολλά. Περιποιητικός, ήρεμος, χαμηλόφωνος και λιγομίλητος, υπάκουος, ντροπαλός, έγλυφε καλά παντού και με τη υπόκρουση του Barry White που είχα στη επανάληψη στο cd player, ήταν πολύ αντρικός και αισθησιακός στο κρεβάτι.

Ίσως δεν χρειαζόμουν κάτι περισσότερο εκείνη την εποχή.

Δε κρατήθηκα κι έτσι όπως στεκόταν ολόγυμνος πίσω απ’ τη πόρτα – έτσι όπως τον είχα ορμηνέψει μέσω e mail να σταθεί μετά που θα γδυνόταν, τον πλησίασα και τον χούφτωσα. Και μόνο που ένιωσα τη τριχωτή του τρυπούλα στην άκρη των δαχτύλων μου ανάμεσα απ’ τους μικρούς γλουτούς, ο ερεθισμός που είχα από τη στιγμή που χτύπησε το κουδούνι μου, αναδεύτηκε στο μπόξερ μου και σκέφτηκα να τον πάρω έτσι στα όρθια, αλλά συγκρατήθηκα.

«Ίσως αργότερα» σκέφτηκα.

- Βάλε αυτό το όμορφο κωλαράκι στο σλιπάκι σου και ντύσου, είπα φαλλοκρατικά και λίγο σαχλά ίσως, θα βγούμε να φάμε έξω.

- Έξω, ...έξω, ...ότι πεις! συμφώνησε με λίγο δισταγμό και μου χάρισε το θέαμα να ξαναντυθεί μπροστά μου κι εγώ σαν κλασσικός ματάκιας κάθισα στο καναπέ μου να τον απολαύσω.

 Το χάζι κάποιου να γδύνεται ή και να ντύνεται σαν να είναι μόνος του ενώ είναι μπροστά μου πάντα με γοητεύει. Οι στιγμές που σκύβει για να βάλει κάλτσες κι ίσως να πάρω μάτι τη σχισμάδα να μισανοίγει, όταν σηκώνει στο σλιπ να κρύψει τον – συνήθως κοκκινισμένο -  κώλο του και να ταχτοποιήσει τα πουλιά του ανάλογα με το τύπο του εσώρουχου, μερικές φορές τις βρίσκω τόσο ερεθιστικές σαν την ίδια τη πράξη αν όχι περισσότερο, είμαι ικανός να τη βγάλω και να τη παίξω. Στη περίπτωση του Μάρκου, μ’ άρεσε ακόμα και η μικρή του διαδρομή από εκεί που στεκόταν μέχρι στην άκρη του καναπέ που είχε στοιβάξει τα ρούχα του. Με τα ανάλαφρα, μισοντροπαλά,  ξυπόλητα βήματα του λεπτού κορμιού, το ελαφρύ σκύψιμο, πρώτα το σλιπάκι, η «τακτοποίηση», μετά οι κάλτσες, το παντελόνι, το πουκάμισο…
Κι όλα αυτά λιγότερο απ’ όσο διαρκεί ένα τσιγάρο.

Γυρνώντας λίγο αργότερα το κλειδί στη μηχανή, έβγαλα απ’ τη τσέπη του μπουφάν μου ένα ολοκαίνουργιο βαρύ μεταλλικό κολάρο και του το έδωσα.
- Σ’ όλη τη διάρκεια της βραδιάς δε θα βγάλεις τσιμουδιά. Θα μιλήσεις μόνο εάν σου απευθύνω το λόγο εγώ. Ούτε θα μιλήσεις σε κανέναν άλλον.
Επεξεργάστηκε μερικά δευτερόλεπτα ότι άκουσε κοιτάζοντάς με μέ τη άκρη του ματιού του.
- Εντάξει, είπε και πάλι μια ιδέα διστακτικά.
Μ’ άρεσε τόσο η συγκαταβατικότητα του, ήθελα να παίξω μαζί του λίγο περισσότερο. 
- Κάθε λέξη που θα πεις μετράει για μια βιτσιά.
Αν συνέβαινε τελικά κάτι τέτοιο θα ήταν όντως τιμωρία. Τη πρώτη κιόλας φορά που συναντηθήκαμε, ψάχνοντας τις αντοχές του και γενικότερα το τι θα μπορούσε να κάνει για μένα, είδα ότι δύο βιτσιές που του είχα ρίξει στον στημένο του πισινό τον είχαν τραντάξει κυριολεκτικά και από τη δυσφορία που είδα στο πρόσωπό του κατάλαβα ότι πήγαν να τον χαλάσουν. Κι όπως είπα ήδη, η υπόλοιπή του συμπεριφορά με αποζημίωσε τόσο που τη δεύτερη φορά που ήρθε σπίτι μου δεν επέμεινα.
- Εντάξει λοιπόν, ξανάπε.
- Ωραία! Φόρα τώρα αυτό που σού έδωσα και ξεκούμπωσε το πουκάμισό σου έτσι ώστε να φαίνεται καλά.
Γύρισε και με κοίταξε.
- Δώρο;
- Πες το κι έτσι. Όπως και να’ χει το πήρα για σένα.
Περιεργάστηκε το φίνα λειασμένο μέταλλο με τον δεμένο κρίκο. Ακριβό, πολύ καλό κομμάτι.
- Πρέπει; ρώτησε.
- Πρέπει! είπα αποφασιστικά με τη σειρά μου. Είναι σημάδι ιδιοκτησίας.
- Ιδιοκτησίας…;
- Ναι, ανήκεις! έριξα άδεια να πιάσω γεμάτα.
Κατάλαβα ότι κάρφωσε το βλέμμα του πάνω μου ενώ εγώ εξακολουθούσα όσο μπορούσα πιο αδιάφορα να προσέχω το δρόμο. Προσπάθησα να αναρωτηθώ το αντίκτυπο των λόγων μου. Το πιθανότερο θα ήταν να νόμιζε ότι του «έκανα πρόταση» για κάτι σταθερότερο. Και γιατί όχι; Φαινόταν καλό παιδί, και τα πηγαίναμε όμορφα, γι αυτό και αποφάσισα το αποψινό. Δε συνηθίζω να βγαίνω για φαγητό με το πρώτο one night stand, πρέπει να μ’ έχει γοητεύσει ο άλλος, ν’ αξίζει το κόπο να τον δουν δίπλα μου.

- Να σου πω, ντρέπομαι αν σου λέει κάτι.
Αυτή τη φορά γύρισα και τον κοίταξα εγώ.
- Θέλεις να τα ξαναπούμε γενικά ή να κατέβεις εδώ που είσαι και να γυρίσεις σπίτι σου;

Σχεδόν πάντα τα παίζω όλα για όλα. Ενώ γενικά είμαι πολύ υπομονετικός και το πάω λάου-λάου, άμα καταλάβω ότι ο άλλος «τα δέχεται» εύκολα, τραβάω το σχοινί λίγο περισσότερο. Έχω πια τη διαίσθηση να καταλάβω τι μπορεί να αντέξει κάποιος. Όπως είπα πριν, ο Μάρκος δεν ήταν του ξύλου, όταν είδα πως δεν άντεχε τη βίτσα, λίγο αργότερα και με μια ασήμαντη αφορμή, τον έβαλα στα γόνατα μου σαν μικρό παιδί και τον έδειρα με το χέρι μου, τόσο – όσο, παιχνίδι περισσότερο, παρά τιμωρία πραγματική. Με ικανοποιούσε τόσο στα υπόλοιπα που δε μου έλειπε το ξύλο. Ήθελα όμως να δω αν θα άντεχε άλλου είδους παιχνίδια.

Μάλλον σκεφτόταν κι εκείνος το ίδιο γιατί  έπαιξε για λίγα λεπτά το κολάρο στα χέρια του.
- Πρέπει! είπα πάλι.
Και χωρίς άλλη σκέψη, «γιατί όχι» μάλλον είπε από μέσα του, το’ φερε στο λαιμό του και το φόρεσε, ανατριχιάζοντας από την επαφή με το κρύο μέταλλο.


 Μάιος του ’98 στο μικρολίμανο. Γλυκιά βραδιά, ούτε ζεστή, ούτε κρύα.
Είχα τσεκάρει στο αθηνόραμα ένα καινούργιο ιταλικό που είχε ανοίξει ανάμεσα στις κλασσικές ψαροταβέρνες της περιοχής, κι ο ιταλός ιδιοκτήτης υποσχόταν ποιότητα και ατμόσφαιρα.
Η ατμόσφαιρα με κέρδισε με το που καθίσαμε. Μικρό μαγαζί, χαμηλός φωτισμός, με κεράκια σε κάθε στρωμένο τραπέζι, καρό τραπεζομάντηλα και χαμηλή μουσική με άριες και ναπολιτάνικα canzoni, σαν γραφικό καπηλειό του ‘60, χαμένο σε κάποιο στενό της "αιώνιας πόλης".
Με το που βάλαμε τα μπουφάν μας στις πλάτες από τις καρέκλες, του έδειξα τη καρέκλα που έβλεπε σ’ όλο το εστιατόριο και πριν καθίσω άπλωσα το χέρι μου και του άνοιξα τα πέτα από το γιακά του πουκαμίσου.
- Να φαίνεται, είπα σιγά.
Μάλιστα του το γύρισα έτσι ώστε ο μεγάλος μεταλλικός κρίκος να κρέμεται ακριβώς στο λακκάκι του λαιμού.
Αναρωτήθηκα αν ο καθένας θα είχε όρεξη να συνειδητοποιήσει τι αντιπροσώπευε ή θα το έβλεπε σαν απλό αξεσουάρ.
Για μένα όμως έλεγε πολλά.

Το χαμόγελο δεν έλεγε να φύγει από το πρόσωπό του, όπως και το κοκκίνισμα στα μάγουλά του.

- Bona sera, benvenuti, καλώς ήλθατε, είπε ο σερβιτόρος και μας έδωσε από ένα κατάλογο στον καθέναν μας.
- Ένα κατάλογο, ευχαριστώ, είπα ανοίγοντας τον δικό μου.
- Ο κύριος δεν θα φάει; απευθύνθηκε στον Μάρκο.
Αφηρημένος, πήγε ν’ απαντήσει αλλά τον έκοψα έντονα.
-Θα παραγγείλω εγώ για τον κύριο, χαμογέλασα στον παραξενεμένο σερβιτόρο.
Ο Μάρκος χαμογέλασε κι αυτός, στρώνοντας τη πετσέτα του στα γόνατα του.
Μάλλον του άρεσε αυτό το παιχνίδι.
- Σου αρέσει εδώ;
Κούνησε το κεφάλι του επιβεβαιωτικά μερικές φορές.
- Μμμ, ναι, πολύ.
Χαμογέλασε πλατιά
- Όλα μου αρέσουν, συμπλήρωσε.
- Πως σου φαίνεται που είμαστε εδώ μαζί;
Μισόκλεισε τα μάτια του και χαμογέλασε.
- Ωραία, …δε ξέρω, …παράξενα, …ωραία, όμορφα!
Σιγουρεύτηκα ότι του άρεσε και το παιχνίδι.



Άναψα τσιγάρο, χωνεύοντας το πραγματικά νόστιμο φαγητό που είχα παραγγείλει και για τους δυό μας, απολαμβάνοντας μερικές τελευταίες γουλιές από το moschato dasti που μοιραστήκαμε.
Έπιασα τον Μάρκο να με κοιτάζει.
Του’ κλεισα το μάτι.
- Τι συμβαίνει;
- Τίποτα, …μ’ αρέσει.
- Τι σ αρέσει;
-  Όλα.
Πήρα μια βαθειά τζούρα.
- Χαίρομαι!

Μ’ άρεσε που ένοιωθε όμορφα, αν και δεν ήταν και ο πιο εποικοδομητικός διάλογος, είχαμε πει πολλά περισσότερα σε άλλες στιγμές σπίτι μου, μ’ εκείνον γυμνό στα πόδια μου, να μου τα χαϊδεύει κ να πίνουμε κρασί αλλά τώρα αυτό το λιγομίλητο ίσως ταίριαζε περισσότερο στη περίπτωση.

Τουλάχιστον εγώ έτσι το ήθελα εκείνη τη στιγμή.
   


Μη θέλοντας να μιλήσει ξέροντας ότι κόστιζε, βγαίνοντας απ’ το μαγαζί μού έδειξε ένα περίπτερο δίπλα μας.
- Ένα Marlboro μαλακό παρακαλώ, άκουσα τη φωνή του ανάμεσα απο περιοδικά και σακουλάκια με σνακ.

Καθώς άνοιγε το πακέτο τον πλησίασα.
- Αφηρημένος;
- Τι;
Του έδειξα τη παλάμη μου με σηκωμένα τέσσερα δάχτυλα και του κουδούνισα το κρίκο στο λαιμό του.
Συνοφρυώθηκε παραξενεμένος, αλλά σε δέκατα δευτερολέπτου κατάλαβε τι εννοούσα. Χαμογέλασε λατρεμένα, κοίταξε για λίγο χάμω σαν να ήθελε να το σκεφτεί κι απευθύνθηκε πάλι στον περιπτερά.
- Σας ευχαριστώ πολύ, καλό βράδυ να έχετε, είπε τονίζοντας επιτηδευμένα κάθε συλλαβή και με κοίταξε στα μάτια περνώντας τον δείκτη του στον μεταλλικό του κρίκο.
Έτσι όπως πηγαίναμε προς τ’ αμάξι, ανάμεσα στον αδιάφορο κόσμο, δε κρατήθηκα, έχωσα το χέρι μου στο σβέρκο του, πέρασα τα δάχτυλά μου απ’ το μέταλλο και τον κράτησα ελαφρά από 'κει, πνίγοντάς τον ανεπαίσθητα.
Δεν αντιστάθηκε καθόλου, παρόλο που κοκκίνισε κι έσκυψε το κεφάλι.

Ίσως σε μια άλλη χώρα, σ’ έναν άλλο κόσμο, μια άλλη πραγματικότητα, να τον έσερνα πίσω μου τραβώντας τον με μια ακριβή, μεταλλική αλυσίδα.

Με το που μπήκαμε στο σπίτι, γδύθηκε τελείως, και αντί να στηθεί στην προκαθορισμένη στάση για οτιδήποτε, πήγε στο υπνοδωμάτιο κι έφερε μια καλαμένια rattan βίτσα από εκεί που ήξερε ότι τις φυλάω, έπεσε στα τέσσερα και την απόθεσε στη μέση του.
Δε κρατήθηκα και μ’ ένα ελαφρύ γέλιο κάθισα δίπλα του.
- Είσαι πολύ μωρό, το ξέρεις; είπα και του χάιδεψα τον αδύνατο, ελαφρά τριχωτό γλουτό.
Έτσι όπως ήταν σκυφτός και τουρλωμένος, ήταν υπέροχο θέαμα.
- Πέρασα πολύ ωραία απόψε.
- Χαίρομαι.
- Και μ’ αρέσεις κι εσύ πολύ, συμπλήρωσε.
«Τελικά η ατάκα της “ιδιοκτησίας” έπιασε τόπο» σκέφτηκα, άσσος στο mind-game.
- Γι αυτό το κάνεις αυτό τώρα;
Κόμπιασε λίγο.
- Ναι, για αυτό, και γιατί ξέρω πως σου αρέσει κι εσένα.
Σηκώθηκα όρθιος, και πιάνοντας το καλάμι, έριξα μερικές σφυριχτές βιτσιές στη καυλιάρικη ατμόσφαιρα του δωματίου.
- Και γιατί δε θέλω να στο στερήσω…

 «Γιατί μ’ αρέσει αυτό που ζω, αυτό που ζούμε, γιατί νομίζω πως σε θέλω πολύ ότι κι αν κάνεις για μένα, ότι κι αν κάνεις σε μένα, γιατί νομίζω πως αρχίζω να σε θέλω πολύ, να σ’ έχω ανάγκη, να σ’ ερωτεύομαι» σκεφτήκαμε κι οι δύο, εκείνος με το κεφάλι στους ώμους να αντέξει, εγώ με τη βίτσα να πάω να πονέσω και τους δυό μας, εκείνον στο κώλο κι εμένα στη ψυχή.

Δε χρειάστηκε να του πω να είναι σιωπηλός, να μετρήσει, να λέει «ευχαριστώ, άλλη μία» σε κάθε χτύπημα. Παρόλο που δεν το χρειαζόμουν, μετρούσε από μόνος του έναν-έναν τους τσουχτερούς ήχους και τ' αποτέλεσμά τους πάνω του κι ευχαριστούσε πάλι από μόνος του, όπως είχε δει σε μια τσόντα που του είχα δείξει, χωρίς να του το πω, ξέροντας ότι μ’ άρεσε, μέχρι που μου ερχόταν να τον φιλήσω από το πόσο μάντευε ότι ήθελα ν’ ακούσω.

Μετά την ενδέκατη βιτσιά ξεφύσηξε έντονα, λαχανιασμένα. Κάθε μου χτύπημα, αν και πολύ ελαφρότερο απ’ όσο συνήθως χειρίζομαι τη βίτσα, τού είχε σχηματίσει μια κόκκινη γραμμή στους άμαθους γλουτούς.
Γονάτισα πίσω του και χαϊδεύοντας τα μικρά κωλομέρια κόλλησα τα χείλια μου στην ακριβή τρύπα, τον λίγωσα, και μετά του λάτρεψα κάθε σημάδι, με μάγουλο, στόμα, γλώσσα, με τον Μάριο ολόκληρο.
Μετά τον σήκωσα κι όπως τον έβαλα να γονατίσει και να καθίσει πάνω μου στο καναπέ έτσι ώστε το πρόσωπο του να είναι φάτσα με το δικό μου, η μικρή του στύση ήταν αδιάψευστη μαρτυρία ότι τελικά απόλαυσε με το τρόπο του ότι είχε γίνει.
- Είσαι καυλωμένος μικρέ, τον φίλησα.
- Ναι, γέλασε αμήχανα.
- Σου άρεσε τελικά.
- Δε, …δε ξέρω, ίσως…
Τον ξαναφίλησα χώνοντας τη γλώσσα μου στο στόμα του και χαϊδεύοντας με το ένα χέρι τα υγρά, φουσκωμένα σημάδια στο πισινό και με το άλλο τη χαριτωμένη καύλα του που μόλις που γέμιζε τη χούφτα μου.
- Ίσως μου άρεσε επειδή άρεσε σε σένα.
Τον αγκάλιασα σφιχτά δαγκώνοντας ελαφρά τις ρωγίτσες του και σε λίγο έτσι όπως καθόταν και τριβόταν πάνω μου, ξεκουμπώθηκα, φόρεσα ένα προφυλακτικό και τον κάθισα πάνω μου, να γεμίσει, να πληρώσει το σώμα του και να πληρωθεί η ψυχή του.


Με το Μάρκο συναντηθήκαμε κι άλλες λίγες φορές, ικανοποιώντας με όλο και περισσότερο σ’ όλα τα καλύτερά μου, κι όταν μια βραδιά παίζοντας το ίδιο παιχνίδι στο Vardis του Πεντελικού το τράβηξα λίγο περισσότερο, καθώς απευθύνθηκε χαμογελώντας στον σερβιτόρο για ένα μπουκάλι κρασί ακόμα, σηκώθηκα κι αχόρταγα και μαλακισμένα κι επιδεικτικά του έριξα ένα ηχηρό χαστούκι.

Σηκώθηκε ήρεμα, άφησε τη πετσέτα του στο τραπέζι, και αφήνοντάς με μ’ ένα πικρό, στραβό χαμογελάκι μαζί με μια ανεπαίσθητη αρνητική κίνηση του κεφαλιού, μου γύρισε το κώλο που μ’ άφησε να τσακίσω για πολλοστή φορά πριν φύγουμε απ’ το σπίτι κι έφυγε...

Τουλάχιστον από μένα, για πάντα!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αν σκέπτεσαι κάτι, γράψτο...

security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY