Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Rio de Janeiro Νοέμβριος 2012 (I)


 the boy from Ipanema
 
 
 
 
Κοιτάζοντάς με κατάματα με τα μεγάλα φωτεινά μάτια του, έκανε μπουνιά το δεξί του χέρι, το’ φερε στο στόμα του κι ακούμπησε τη άκρη της γλώσσας του στο μικρό άνοιγμα που σχημάτιζε ο κουλουριασμένος του δείκτης. Κι αμέσως έσκυψε ελαφρά προς το μέρος μου και έβαλε το άλλο του χέρι στο καβάλο μου.

- Sim? Ρώτησε κουνώντας το κεφάλι του. Sim, senhor?

Η αλήθεια είναι ότι δυσκολεύτηκα να το πιστέψω: η παρθενική μου ξένοιαστη απογευματινή βόλτα στο λόφο του Arpoador που χωρίζει την Ipanema από τη αχανή παραλία της Copacabana, που μαζεύονται τουρίστες απ’ όλο τον κόσμο και ερωτευμένα ζευγαράκια να χαζέψουν και να φωτογραφίσουν τον ήλιο που χάνεται στο βάθος, στην άκρη της Leblon, λίγο πιο δίπλα από τους βράχους των Dois Irmãos και βρήκα κιόλας το καλύτερό μου.
 
 
 

Ήταν η δεύτερη φορά που τον έβλεπα να ψάχνεται εκείνο το απόγευμα. Τη πρώτη τον είχα δει να βγαίνει απ'  το Posto 7 της Ipanema (μικρά κτήρια που αφήνεις ρούχα και τιμαλφή και που όταν κάνεις τη βουτιά σου έχει γλυκό νερό και πετσέτα για 4 reais, κάπου ενάμιση €) και να περπατάει μπροστά μου μόνο με το μικρό μαύρο του μαγιό και το λαστιχένιο περικάρπιο με το κλειδί του locker του. Στο ύψος μου, κάπου 1,87, μελαχρινός με υπέροχο ελαφρά σοκολατί χρώμα σαν αψεγάδιαστο μαύρισμα, μάλλον μιγάς, με μαύρο κοντοκουρεμένο σπαστό μαλλί, όχι παραπάνω από 23-25 χρονών και με τόσο σφιχτό αλλά ανεπιτήδευτα καλοφτιαγμένο σώμα, που όπως περπατούσε ξυπόλητος στο χαρακτηριστικό βοτσαλωτό πεζοδρόμιο της ξακουστής παραλίας, δε κουνιόταν ίχνος λίπους πάνω του. Λεπτός, αλλά με πλάτες, πλούσιους σφιχτούς γλουτούς, μακριά πόδια και γεμάτα μπούτια, τέλειος, αρμονικός.
 
 

Το σταθερό, ελαφρά λικνιστό αλλά ούτε ιδέα θηλυπρεπές του περπάτημα μ’ έκαναν να σκεφτώ εντελώς τουριστικά το πασίγνωστο “girl from Ipanema” αλλά στην sexy εκτέλεση της Eartha Kitt, με τον ανάποδο αναστεναγμό στο τέλος κάθε φράσης, τόσο ταιριαχτός με το πραγματικό συναίσθημα της έμπνευσης του στίχου. Ίσως και ο Antonio Carlos Jobim -  καθότι gay - να είχε εμπνευστεί από αγόρι για να γράψει το τραγούδι-ύμνο για τη παραλία και γενικότερα τη χώρα της Βραζιλίας. Μόλις που συγκρατήθηκα να μη το σιγοσφυρίξω…
 
 
 
Τη δεύτερη φορά που τον είδα, έπιασε το βλέμμα μου, κοντοστάθηκε χαμογελώντας ελαφρά, και περπάτησε προς την είσοδο του πάρκου της Ipanema.

Μου έπιασε τρυφερά τα χέρι και με τράβηξε παραμέσα. Παρόλο που έδυε ο ήλιος και παρά τις προειδοποιήσεις που είχα διαβάσει παντού περί επικινδυνότητας, είτε από τη καύλα του αγνώστου, είτε από τη μέθη του μαγικού σημείου της πόλης δεν ανησύχησα ούτε δευτερόλεπτο.


Δεν ήμουν ο Μάριος της Αθήνας εκείνη τη στιγμή, δεν ήμουν αυτός που όποτε του καύλωνε γαμούσε κι έδερνε με τη πρώτη ευκαιρία, που ήθελε να' χει τον απόλυτο έλεγχο ακόμα και της ανάσας του άλλου, απλά ένας έλληνας gay στο Rio, μεθυσμένος απ' το Rio, αφημένος στο Rio, αφημένος στις καλοδεχούμενες ορέξεις ενός παιδιού που όσο πιο απλά μπορούσε να γίνει με είχε πάρει από το χέρι για μια βόλτα στο άγνωστο, για να με κάνει να νιώσω καλά, όπως με τραβούσε από ‘δω κι από ‘κει ολόκληρη η πόλη στη σύντομη επίσκεψη μου.

Είχα πολλά χρόνια να νιώσω έτσι, αλλά... “when I Rome, I do as the Romans do”

Πάρε με Rio και κάνε με ότι θες, σου αφήνομαι, σου αξίζει…

 

Ήξερε που πηγαίναμε, και με το που φάνηκε ένα μικρό αμμουδερό ξέφωτο, χωρίς να χάσει στιγμή ξάπλωσε χάμω ανάσκελα.

Χωρίς να χάσω στιγμή κι εγώ, ήρθα πάνω από το κεφάλι του, έλυσα τη ζώνη της βερμούδας, μαζί με το σλιπ τη κατέβασα μέχρι τα μπούτια και κάθισα πάνω απ' το πρόσωπο του. Ένιωσα τα ιδρωμένα μου κωλομέρια να ανοίγουν διάπλατα, να δροσίζονται από τον φρέσκο αέρα του πράσινου του πάρκου, έκλεισα τα μάτια κι αφέθηκα στη αίσθηση.

Το παιδί ήταν πραγματικός λάτρης του κώλου.

Για μια αιωνιότητα μύριζε όλη τη περιοχή χωρίς να με ακουμπήσει καθόλου, ρούφαγε αχόρταγα κάθε ίχνος αρώματος που ανέδιδε η σχισμάδα μου, μετά από ώρες περπατήματος στη μαγική πόλη, που κ που ένιωθα την άκρη της μύτης του να με αγγίζει στις τρίχες και να μ΄ανατριχιάζει και να προσπαθεί να μη της ξεφύγει σπιθαμή, όσο εγώ ρουφούσα λαίμαργα απ’ τα δικά μου ρουθούνια την απογευματινή υγρασία από τα δέντρα ανάκατη με την διάχυτη αλμύρα της θάλασσας που η βοή από τα τεράστια κύματα δε σταματούσε στιγμή.

Όταν άρχισε επιτέλους με την άκρη της γλώσσας να μου ψάχνει αργά μία-μία τις μυρωδάτες πτυχές της σούφρας, το χάσιμό μου ήταν τόσο έντονο που έπιασα τα πόδια μου να τρέμουν. Χώνοντας τα δάχτυλά μου στην άμμο στηρίχτηκα καλύτερα, χαλάρωσα το σφιγκτήρα μου τελείως και ξαναφέθηκα στη μοναδική αίσθηση. Η γλώσσα του βρήκε πρόσφορο έδαφος και γλίστρησε βαθειά, χώθηκε μέσα μου όσο πιο πολύ μπορούσε, σαν μια μικρή, μαλακιά, υγρή πούτσα.

Είτε απ' τη κούραση και την ένταση της μέρας στη καινούργια πόλη, είτε και μόνο από τη απερίγραπτη καύλα, ένιωσα να ζαλίζομαι κι άνοιξα τα μάτια μου.

Ένα σκούρο, μεγάλο, ολόισιο πέος έβγαινε έξω από το μαύρο Speedo κι ο κάτοχος του, από τη χαλαρότητα που χαρακτηρίζει τους περισσότερους carioca, αντί να κατεβάσει το μαγιό να ελευθερωθούν και οι όρχεις και να το παίζει βιαστικά με μανία, απλά κυλούσε τη άκρη από τα δάχτυλα του πάνω του, σ’ όλο του το μήκος καταλήγοντας να κάνει κύκλους γύρω από τη κατακόκκινη βάλανο επιμένοντας ίσως λίγο περισσότερο στο ροδαλό σημείο της περιτομής του. Με το άλλο χέρι χαϊδευόταν αργά, στην όμορφη κοιλιά που ανεβοκατέβαινε ήρεμα αλλά ρυθμικά, στο άτριχο στήθος, άγγιζε τις μικρές ρώγες και τις τσίμπαγε ελαφρά.
Ένιωθα σαν απλός παρατηρητής, τόσο αφημένος, που σε άλλη περίπτωση θα' θελα να του ξεριζώσω με τα δόντια μου τις άτριχες ρωγίτσες, του άφησα τελείως τον έλεγχο, τη τρυφεράδα, τη πρωτοβουλία, όποια και να' ταν αυτή.

Η γλώσσα του μέσα μου είχε κάνει απίστευτη δουλειά, είχα ερεθιστεί τόσο που μου πέρασε η σκέψη να φορέσω τη καπότα που είχα στη τσέπη μου στο πανέμορφο πέος, να αλλάξω στάση και να το εξαφανίσω μέσα μου. Σαν να ήθελε να μη ξεφύγω καθόλου απ΄αυτή μου τη σκέψη, εξακολουθούσε να μου βυζαίνει - κυριολεκτικά - τη χαλαρωμένη μου τρύπα, να τη πρήζει καυλώνοντάς τη, γεμίζοντας αίμα τις δίπλες της, και να ρουφάει λαίμαργα τους χυμούς της και τα σάλια του.
 
 

 

Όχι ότι δεν μου έχει τύχει πάμπολλες φορές στη ζωή μου, αλλά δε είμαι και τόσο λάτρης του sex σε εξωτερικούς χώρους, σκέπτομαι ματάκηδες, αστυνομία, διάφορα. Ακόμα θυμάμαι τη δυσάρεστη έκπληξη των φακών της αστυνομίας και τον μετέπειτα διασυρμό στο τμήμα ασφάλειας στην Ομόνοια όταν μας έπιασαν σε ερωτικές περιπτύξεις στα 16 μου με μια τυχαία γνωριμία στο Ζάππειο.

Είναι πραγματικά αξιοπερίεργο πόσους φόβους και σκέψεις μπορεί να σου διαλύσει η αρχέγονη καύλα και μόνο αυτή…

 

Κάποια στιγμή σταμάτησαν τα χέρια του να ασχολούνται με το κορμί του, μου χούφτωσε τον τριχωτό μου κώλο, με μετακίνησε ελαφρά κι έβαλε στο στόμα του τους όρχεις μου.

Το εξωτικό ντεκόρ σε συνδυασμό με τη καινούργια αίσθηση μ’ έκαναν να χαθώ τελείως, ένιωθα πως του παρέδιδα όλο μου το είναι, σαν να με έγλειφαν εκεί για πρώτη φορά. Η γλώσσα του και τα μάγουλά του μου φάνηκαν ότι έπαιζαν πρωτόγνωρα παιχνίδια με τη μεγάλη μπουκιά τους. Έσκυψα μπροστά σαν μεθυσμένος κι έχωσα το πρόσωπο μου στα φρεσκοξυρισμένα του πουλιά κι ένα άρωμα κολόνιας κι αλμύρας με συνεπήρε.

Το στόμα του σε λίγο μου τους ελευθέρωσε, μούσκεμα από τα σάλια, και ξανάπιασε δουλειά στη σχισμάδα και τη τρύπα μου, χαιρόταν μάλλον περισσότερο αυτή τη περιοχή, τη φύσαγε να στεγνώσει από τα σάλια του και τα ζουμιά της, μου άνοιγε περισσότερο τα κωλομέρια κι έχωνε βαθειά μέσα μου τη γλώσσα του, με σήκωνε ελαφρά να θαυμάσει τη περιοχή ψυθυρίζοντας πορτογαλικά μπινελίκια και πάλι εφάρμοζε τα χείλια του να τη ρουφήξει, το χαιρόταν τόσο που χοντρές σταλαγματιές προσπερματικά υγρά έκαναν την εμφάνιση τους, πηχτά, υπόλευκα, που έρχονταν σε αντίθεση με το σκούρο του χρώμα, μυρωδάτα, που δεν έχασα την ευκαιρία να τα δοκιμάσω.
 
Έγλειψα λαίμαργα ότι είχε στάξει γύρω απ' τον αφαλό του, ακουμπώντας όμως το στόμα του στο άνοιγμα της βαλάνου του, ένιωσα τα χέρια του να με τραβάνε.

- Νão senhor, não, ψιθύρισε.

Ίσως δεν ήθελε να τελειώσει, σκέφτηκα ξεκωλιάρικα ότι μπορεί να τα κράταγε και για τον επόμενο, πάντως μ’ έσπρωξε ελαφρά και σηκώθηκε.

Το όμορφο ξαναμμένο πρόσωπο με τα φωτεινά μάτια και τα σαρκώδη μισάνοιχτα χείλη μού γέννησε την επιθυμία να τ’ αρπάξω βίαια και να χαθώ στο στόμα του και τα φιλιά του, μου' ρθαν στο μυαλό φάσεις από τα γούστα μου, να τον πιάσω απ' το πυκνό μαλλί και να τον ταράξω στα χαστούκια, να του τραβήξω πίσω τ' αυτιά να πονέσει, να τον ευχαριστήσω με το τρόπο που μόνο εγώ ήξερα, και μετά να τον ξαναλατρέψω με τα φιλιά μου.

Κάτι μου είπε σε άγνωστα πορτογαλικά δείχνοντας το όρθιο όργανο του και τον καβάλο μου. Μ’ έπιασε ελαφρά από τη μέση κι έτσι που ήμουν με τα ρούχα κατεβασμένα, με γύρισε πλάτη να ακουμπήσω σ' ένα δέντρο και το' βαλε ανάμεσα στα πόδια μου. Ένιωσα το παλούκι του γυμνό, καυτό να προσπαθεί να κεντράρει, τα δάχτυλά του να μπλέκονται στις τρίχες του στήθους μου και της κοιλιάς μου, τα πόδια του να μου ανοίγουν τα δικά μου με ελαφριά σπρωξίματα, τα γόνατά του ανάμεσα στα δικά μου, ήμουν τόσο σαλιωμένος και καυλωμένος και χαλαρός και ζαλισμένος και κουρασμένος που δε χρειαζόταν και μεγάλη προσπάθεια. Έκλεισα τα μάτια και προσπάθησα να αφεθώ, με τα χάδια του και το σπρώξιμο και την επαφή της λεκάνης του στο κώλο μου να με τρελένουν, να το φανταστώ, με τη βάλανο με τη ροδαλή περιτομή σε δέκατα δευτερολέπτου να βρίσκει το στόχο της και να με κατακτά, να το νιώσω όπως ήταν, όπως απλά, γνήσια, φυσικά, επικίνδυνα, τέλεια, πραγματικά ήταν.


Θα' ταν.


Μόλις που πήγα να νιώσω το θυλήκωμα του πουτσοκέφαλου με το ξαναμμένο μου χάσμα, ξαναγύρισα όπως ήμουν και του έγνεψα αρνητικά.

Δεν ήθελα, δεν ήξερα, δεν ήξερα τι ήθελα, δεν ήξερα αν ήθελα, ή αν το αρνιόμουν για ηλίθιους, μαλακισμένους λόγους, λόγους που ίσως μου έμεναν απωθημένο για μια ολόκληρη ζωή.

- Ok, είπε και δείχνοντας μου τον δείχτη κ το μέσο στο χέρι του, έβαλε τον δείχτη του άλλου του χεριού ανάμεσα τους προσομοιώνοντας τη στάση του πινέλου.

- Sim? ok amor? είπε και μ’ αγκάλιασε σφιχτά, και μαντεύοντας τη προηγούμενή μου σκέψη, άνοιξε διάπλατα το στόμα του σαν να’ θελε να με καταπιεί ολόκληρο.

Σίγουρα δεν ήταν καπνιστής, το στόμα του μύρισε σαν μωρού παιδιού. Χάθηκα στα σαλιάρικα φιλιά του carioca, νιώθοντας συγχρόνως το χοντρό πέος να παίζει μαλακία με τα ιδρωμένα μου μπούτια, να τρίβεται και τη βάλανό του να με ακουμπάει με τη κορφή της στη σαλιωμένη μου τρύπα, το ένα του χέρι να μου χαϊδεύει το σβέρκο και να μου ψάχνει τα μαλλιά, τ' αυτιά, το λαιμό και το άλλο στη μέση μου, στα πλευρά μου, να μου χουφτώνει δυνατά το κώλο, να με σπρώχνει στο κορμό της φοινικιάς, να μ' αγκαλιάζει σφιχτά, με πάθος, με πόθο, μ' αγωνία, να βάζει τα χέρια του στις μασχάλες μου σαν να' θελε να με σηκώσει απ' τη καύλα, να γλέιφει τον ιδρώτα τους και να μου χώνει τα δάχτυλά του στο στόμα, τρέλα.

 

Δε θυμάμαι να ήθελα να γαμηθώ περισσότερο άλλη φορά στη ζωή μου.

 

Μ’ έβγαλε κι από αυτή τη σκέψη απομακρύνοντας με λίγο, γύρισε πλάγια κι έκανε το απίστευτο.

Έβαλε τα χέρια στη μέση, έσκυψε το βλέμμα στο μεγαλείο του κι αμέσως άρχισε να χύνει! Πλούσια υγρά στην άμμο μπροστά του, να χύνει ατέλειωτα, γεμάτες, χοντρές, παχιές σταγόνες σπέρμα, τόσο πηχτές που αναρωτιομουν πως δεν έκαναν θόρυβο βγαίνοντας από τη σχισμή του πουτσοκέφαλου, χωρίς καν να αγγιχτεί! Τον κοίταζα αποσβολωμένος να αδειάζει τη καύλα του, απλά σφίγγοντας τους υπέροχους γλουτούς, σαν να’ ταν εικαστικό δρώμενο, δε μ' άφησε καν να σκεφτώ πόσο θα' θελα να ήμουν από μπροστά του και να γευόμουν το μέλι του ή να χάζευα από κάτω του τους σπασμους της τρυπούλας του. Τρέμοντας σύγκορμος, με δυνατούς σπασμούς και βαθειά αντρικά βογγητά ικανοποίησης, βοήθησε με το χέρι του τις τελευταίες σταγόνες, και μετά γύρισε και γλείφοντας τα δάχτυλα του από απομεινάρια σπέρματος κι ιδρώτα με κοίταξε ζαλισμένα και χαμογέλασε.

«Μπράβο σου αγόρι μου» σκέφτηκα.

Μια χαμογελάρα απίστευτη κατάκτησε το μελαμψό πρόσωπο, χαμόγελο ξαλαφρώματος, χαράς.

Και μόνο το θέαμα του να βάζει μέσα στο μαγιό το αποκαμωμένο του μέλος, να τακτοποιεί τα αρχίδια και να τινάζει την άμμο απο τους γλουτούς και τα μπούτια του, στρίβοντας το ευλίγιστο κορμί να ελέγξει αν έκανε σωστή δουλειά, ήταν ανεπανάληπτο.

Ήρθε κοντά μου και μου έσκασε ένα πεταχτό φιλί όσο ανέβαζα τη βερμούδα μου, κάτι μου έλεγε ότι η βραδιά μου θα συνεχιζόταν τουλάχιστον σαν βόλτα για πολύ ακόμα και σπάνια ήμουν των δυό και τριών οργασμών τη μέρα, ακόμα και πιτσιρικάς. Και μόλις θυμήθηκα ότι λίγη ώρα πριν είχα ηλιθιωδώς σκεφτεί το ίδιο για εκείνον...

- Ciao senhor, até logo, είπε απομακρυνόμενος σηκώνοντας το χέρι του.

- Ciao, obrigado, τον ευχαρίστησα ανόητα αλλά ειλικρινά κι αυτός έσκασε στα γέλια.

- Nada senhor, nada, είπε γελώντας κι έφυγε.

Μέχρι να κάνω δυό τσιγάρα στο παγκάκι λίγο πιό μέσα από την είσοδο του πάρκου, χαζεύοντας τα ζευγαράκια που κατέβαιναν απ' το Arpoador και αναπολώντας τον ήδη, έβγαινε βιαστικά από το Posto 7, φρέσκος, άψογος, κουστουμαρισμένος, με τη γραβάτα του, και το χαρτοφύλακά του δεμένο στο καρπό του με αλυσίδα.
 
Εκπλήξεις...


Με μια αίσθηση απροσδιόριστης αλλά και μια ιδέα ανικανοποίητης ευφορίας τακτοποίησα καλύτερα τη χαλαρωμένη μου στύση στη βερμούδα μου, πήρα μια βαθειά ανάσα από αλμύρα και ζεστή υγρασία και ξεκίνησα να βγω από τη Praça de Arpoador, να διασχίσω λίγο από τη πολύβουη Francisco Otaviano για να βρεθώ στην αρχή της αχανούς, λατρεμένης Copacabana.
 
 

 

Ούτε περνούσε απ’ το μυαλό μου τι θα με περίμενε εκεί…

 

(συνεχίζεται)
 

security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY