Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Rio De Janeiro Νοέμβριος 2012 (II)


ένας Έλληνας στο σπίτι ενός Ρώσου
μέρος πρώτο
Κοντούλης, γύρω στο 1,60, ελαφρά μελαψός, με άψογο εφηβικό καλοσχηματισμένο σώμα και ολοκάθαρη γυαλιστερή επιδερμίδα, τελείως άτριχος και εκτός από ένα δερμάτινο κολάρο στο λαιμό, ολόγυμνος!

 Από τη μια το τόσο τρυφερό χαμόγελο που μου χάρισε προσφέροντας μου το ποτό και η απίστευτη ομορφιά του, από την άλλη το ελεύθερο που μου είχε δώσει το γλοιώδες αφεντικό του σε συνδυασμό με τη κούραση, τη ζάλη και το Rio γενικότερα, δε κρατήθηκα. Άφησα το ποτήρι με τη κρύα σαμπάνια στο κρυστάλλινο τραπεζάκι δίπλα μου κι έτσι όπως το μωρό είχε σκύψει για να σερβίρει τον οικοδεσπότη, έχωσα τον αντίχειρά μου στη σχισμάδα του.

Έτσι απλά…

Χωρίς να απορήσει η έστω να παραξενευτεί έστω κ λίγο, γύρισε, με κοίταξε με την άκρη του ματιού του μια ιδέα πονηρά, χαμογέλασε ακόμα περισσότερο και αφέθηκε υπάκουα στη πράξη μου τείνοντας μου ελαφρά τα καπούλια του.


«Παράδεισος;»


- Gostou Diego? γρύλισε ο τυπάς με τη βαριά ρώσικη προφορά. Yoo laik? Yoo laik?

- Yes, απάντησα, very nice boy.

Έτσι όπως εξακολουθούσα να ψάχνω απαλά την άκρη του μεταξένιου πρωκτού του ολόγυμνου σερβιτόρου, έκανα πάλι ένα γύρω με το μάτι μου στο πολυτελέστατο διαμέρισμα και προσπάθησα να συνειδητοποιήσω τη ξένοιαστη περιπέτεια που ζούσα. Τεράστιος κατάλευκος χώρος, στο σαλόνι που βρισκόμασταν υπήρχαν δύο οχταθέσιες τραπεζαρίες με τη μία στρωμένη άψογα για τέσσερις, τρεις τριθέσιοι δερμάτινοι καναπέδες και μια μεγάλη πολυθρόνα με μια τεράστια LCD τηλεόραση με όλα τα συναφή ασύρματα παρελκόμενα. Ακριβώς φάτσα μου μια τζαμαρία σε οβάλ σχήμα έβλεπε τη Copacabana αφ’ υψηλού απ’ άκρη σ’ άκρη.

Κάτι είπε στα πορτογαλικά ο Ρώσος κι ο μικρός σφίγγοντας το δάχτυλό μου ανάμεσα του και κρατώντας το χέρι μου στη θέση του, πολύ προσεκτικά ξάπλωσε πάνω στα γόνατα μου τουρλώνοντας τους μελαψούς, άτριχους γλουτούς.

Στη διάθεσή μου! Όνειρο!

Ο Ρώσος χαμογελώντας πλατιά μου έκανε μια κίνηση προσφοράς με τις μεγάλες παλάμες του, σαν να μου έδινε το ελεύθερο, φωνάζοντας κάτι στο παιδί που υπάκουα μού τουρλώθηκε ακόμα περισσότερο.

Κάτι μουρμούρισε και στον άλλο που αμέσως μου ετοίμασε ένα blinis με μια γερή δόση χαβιάρι, έσταξε μερικές σταγόνες lime και μου το πρόσφερε με χαμηλωμένο βλέμμα.
Προς στιγμήν αναρωτήθηκα γιατί τόση περιποίηση.


Μασουλώντας τη νόστιμη μπουκιά και χωρίς να το σκεφτώ περισσότερο, άρχισα να σκάβω εντονότερα το στενό άνοιγμα του αγοριού, χαϊδεύοντας τον υπέροχο κώλο του με το άλλο χέρι.

Χαμογέλασα στον Ρώσο που μού έτεινε στην υγειά μου το ποτήρι της σαμπάνιας του.

Όλα γύρω μου ούρλιαζαν χρήμα, πολυτέλεια, σπατάλη, και δύναμη.

Από τη πρώτη στιγμή που καμιά ώρα πριν, άψογα κουστουμαρισμένος, μου έχυσε το ποτό σε μια υπαίθρια καντίνα της Copa σκουντώντας κατά λάθος το τραπέζι μου με τη καρέκλα του καθώς πήγαινε να καθίσει και αντί να με κεράσει άλλο ποτό άνοιξε καινούργιο μπουκάλι πεπαλαιωμένη Cachaça παραγγέλλοντας και καβουράκια στη σχάρα, ώσπου μετά που τα λεπτά που μου φάνηκαν αιώνας μέχρι να ανεβούμε με το touch screen ασανσέρ-θαλαμίσκο στο condo του περνώντας από φρουρούς και θυρωρούς με κοστούμι και να μας ανοίξουν τα δυό υπέροχα ολόγυμνα πλάσματα, έκανε κρα ότι είχε πολλά λεφτά για ξόδεμα, ήθελε να περνάει καλά, να κάνει τυχαίες σχετικές γνωριμίες για να επιδεικνύει το πλούτο του και πλήρωνε οσοδήποτε γι αυτό.

Βαριόταν τη χλιδή του κάποιες φορές, το υπερλούξ ρετιρεδάκι του με τους σκλάβους του, τη δορυφορική του και τα πάντα του, κι έκανε μικρές βόλτες στη παραλία, ίσως για κανένα μικρό, ίσως για κανένα μεγάλο, ίσως για να αλλάξει τον αέρα του.

Απλά, ήμουν ο τυχερός της βραδιάς.

Μετά από χοντροκομμένους διαχυτικούς διαλόγους δεν άργησε να με ψαρέψει και να καταλάβει με τραγικά αγγλικά, τρανταχτά επιβεβαιωτικά γέλια και χτυπήματα στη πλάτη ότι ήμουν gay. Ενθουσιασμένος για την ελληνική μου καταγωγή, λάτρης των ελληνικών νησιών, μισή ώρα και δυό caipininhas αργότερα, την ώρα που τον φανταζόμουν σ’ ένα πολυτελές γιότ αραγμένο στο κόλπο της καλντέρας της Σαντορίνης να χαζεύει το ηλιοβασίλεμα πίνοντας dry martini με τη παρέα του, για μεγάλη μου έκπληξη μου πρότεινε ένα ακόμα ποτό στο διαμέρισμά του.

Γιατί όχι; Από μια τυχαία γνωριμία στη Copacabana μ’ έναν χοντρό πενηντάρη κατά τα φαινόμενα πάμπλουτο, ίσως και μαφιόζο Ρώσο, ακολουθώντας τον στο διαμέρισμά του, δε θα έχανα τίποτα.

Ή ίσως να’ χανα τα πάντα.


Αυθόρμητα σφίγγοντας το υπέροχο κωλομέρι δε κρατήθηκα και τού έριξα μια ελαφριά αλλά ηχηρή σφαλιάρα.

Στην αρχή ο τυπάς γούρλωσε τα μάτια του, και μετά αναλύθηκε σ ένα τρανταχτό γέλιο.

- Band boi Diego? Band boi, eh?

- No, no, no, very good, είπα, κάπου φοβήθηκα μη φανεί ότι καταχράζομαι την απρόσμενη φιλοξενία.

- No, no, band boi Diego, hiar, είπε και σηκώθηκε όρθιος.

Τα’ χασα για λίγο.

- Band boi Diego, hiar, take dis, είπε κι έβγαλε τη πλατιά σινιέ, δερμάτινη του ζώνη.

Ευχήθηκα από μέσα μου μη τυχόν γδυθεί και χαλάσει την τέλεια ατμόσφαιρα, αλλά ξανακάθισε στο καναπέ, μάλλον μισοξάπλωσε, σαν να ήθελε να απολαύσει το θέαμα.

- Band boi, yes, yes, ξανάπε δείχνοντας τη σκληρή ζώνη που είχε πετάξει δίπλα μου και ξαναγέλασε δυνατά.

- Yoo white, Diego black, slave, yoo master, yes? είπε και ξανάκανε τη κίνηση προσφοράς με το τεράστιο χέρι του.

Γλίστρησα κάτω από το νεανικό κορμί που ήταν τόση ώρα στα γόνατα μου κ σηκώθηκα όρθιος.

- Diego is a litel Brazilian slave, band slave, yes, yes!

Ο μικρός κατάλαβε τι θα γινόταν και ξάπλωσε μπρούμυτα στο τεράστιο καναπέ.

Αναρωτήθηκα πόσα κωλοδάχτυλα απ’ τα φορτωμένα με δαχτυλίδια χέρια του ρώσου θα’ χε δεχτεί, πόσο βρωμόξυλο και πόσα μέτρα πούτσους θα’ χε φάει αυτό το παιδί εδώ μέσα, πολύ πιθανό για να θρέψει μια πολυμελή οικογένεια σε καμιά favela πέρα απ’ το Complexo do Alemão, αμφιβάλλοντας όμως συγχρόνως αν έβγαινε ποτέ από το διαμέρισμα.

Έριξα μια ματιά επιβεβαίωσης στον τύπο.

- Yes, yes my frrend, band boy!

Ορμώμενος από καύλα και ποτό, η πρώτη ζωνιά προσγειώθηκε με δύναμη στο χαλαρωμένο μιγά που δε κουνήθηκε ρούπι, κι ο ρώσος χειροκρότησε γελώντας με ενθουσιασμό.

Κοιτάζοντας από τη τεράστια τζαμαρία του 20ου ορόφου τη φωτισμένη παραλία, αναρωτήθηκα πάλι χαμογελώντας στον εαυτό μου αν ζούσα τη πραγματικότητα ή ονειρευόμουνα.


Η φωνή του που φώναξε στα πορτογαλικά τον άλλο υπηρέτη, που υπάκουα γονάτισε μπροστά του και σφήνωσε το κεφάλι του ανάμεσα στα πλαδαρά του μπούτια, μου διέλυσαν κάθε ενοχή και ανασταλτικότητα.

«Μ’ έφερε εδώ για να παίξω με τα παιχνίδια του» σκέφτηκα ανάλαφρα και καθόλου politically correct δίπλωσα τη βαριά ζώνη στα δυό, έσφιξα τη λαβή μου στην αγκράφα και την άκρη της κι άρχισα να ξεσπάω τη καύλα πολλών ημερών, και ειδικά του ίδιου απογεύματος, ξυπνώντας ένα-ένα με τη σειρά τους όλα μου τα ερωτικά ένστικτα.

Οι ζωνιές η μια μετά την άλλη προσγειώνονταν όλο και βαρύτερα στους μικρούς, πέτρινους γλουτούς, ανάμεσα σε μερικές έσκυβα να νιώσω τη καυτή σάρκα που πύρωνε όλο και περισσότερο.

Αδιάφορος, καυλωμένος, αναίσθητος, σαδιστής.

Αναρωτήθηκα πάλι πόσο το ξύλο να’ ταν η καθημερινότητα του εκεί μέσα, πόσο θα με σιχαινότανε που τον πονούσα, πόσο μισούσε το γεγονός ότι δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, πόσο ενώ πάντα σκέφτομαι πως ότι κάνω το κάνω με τη συναίνεση του άλλου, τώρα καύλωνα πρωτόγνωρα με το πόσο αβοήθητο και άγνωμο και μαύρο και πραγματικό, αληθινό σκλαβάκι ήταν.



Χαμένος στις σκέψεις και τη καύλα, μετά από λίγη ώρα, εκτός από τα ελαφρά βογγητά του αγοριού πάνω στον βαθυκόκκινο chesterfield καναπέ, το ερεθισμένο ανατριχιασμένο δέρμα στους γλουτούς του, τα καυλωμένα «yes, yes» του οικοδεσπότη, τίποτε άλλο δε πρόδιδε ότι μάλλον είχα λιανίσει στις ζωνιές το υπάκουο, αφημένο, συνηθισμένο μάλλον αγόρι.

Εκτός ίσως κι από το έντονο μούδιασμα στον ώμο μου απ’ τη κούραση να ανεβοκατεβάζω με δύναμη τη βαριά ζώνη στο μικρό κορμί.

Τύψεις…; Μπα...! Μάλλον καύλα, καύλα με το "Κ" κεφαλαίο.

Πίνοντας σχεδόν μονορούφι το τρίτο ή τέταρτο ποτήρι σαμπάνιας της βραδιάς, και μασουλώντας blinis που με περίμεναν έτοιμα το ένα μετά το άλλο, ο ερεθισμός μου είχε φτάσει στο απροχώρητο.

Άνοιξα το φερμουάρ της βερμούδας μου και χωρίς να δώσω σημασία στα απαίσια βογγητά καύλας του χοντρού ρώσου στον άλλο καναπέ που απ' ότι έπιασα με την άκρη του ματιού μου μάλλον είχε σφηνώσει το πέος του στο στόμα του άλλου αγοριού, ελευθέρωσα τη στύση μου και φόρεσα ένα προφυλακτικό που είχα πάντα στη τσέπη μου.

Υπακούοντας σε ακόμα πιο βίαια ένστικτα κι εκμεταλλευόμενος την αδυναμία του να φέρει αντίρρηση, σήκωσα το μικρόσωμο αγόρι απ’ τους ώμους και στρίβοντας του δυνατά και τα δυό του χέρια και κρατώντας τα πίσω από τη πλάτη του τον γονάτισα σαν πουτανάκι μπροστά από τον βαρύ καναπέ κι έσπρωξα το κεφάλι του και το στήθος του να ακουμπήσουν στο ακριβό χαλί, αναγκάζοντάς τον να μου τουρλωθεί όσο γινόταν περισσότερο.

Εκείνη τη στιγμή για μένα ο μικρός δεν είχε σώμα, δεν ήταν παρά μια τρύπα να χώσω το πούτσο μου, δε μπόρεσα όμως να μη παραδεχτώ ότι το θέαμά του ήταν μαγικό, ικανοποιώντας τέλεια τη καύλα μου.

Έτσι όπως μου προσφερότανε, η στενή του μέση ερχόταν σε τέλεια αντίθεση με το ολοστρόγγυλο άνοιγμα των γλουτών, και η σκουρόχρωμη και γυαλιστερή επιδερμίδα τους γινόταν λίγο πιο ανοιχτόχρωμη σ' όλο το μήκος τη σχισμάδας, με μια ρόδινη κωλοτρυπίδα στη μέση, κλειστή σαν αφαλός μωρού, λες κι ήταν παρθένα.

Ήμουν σίγουρος ότι θα ήταν τρυπητήρι από τους διαφόρους φίλους και φιλοξενούμενους του τύπου, αλλά δε του φαινόταν καθόλου, πείθοντας με ακόμα μια φορά για τη ποιότητα του δέρματος και της σάρκας των μιγάδων της νότιας Αμερικής.

Ο μικρός είχε επιλεγεί πολύ προσεκτικά. Ανάμεσα στα λεπτά μπούτια κρεμόταν μια δυνατή, θεόρατη στύση, παντελώς δυσανάλογη για το σουλούπι του αγοριού που δεν είχα προσέξει πιο πριν, ίσως τελικά και να του άρεσε να περιμένει να γαμηθεί σ’ αυτή τη στάση, πάντως φάνταζε ορεκτικότατο λουκούμι για καλεσμένους και φίλους με λίγο διαφορετικά γούστα από τα δικά μου.

Έφτυσα, κέντραρα το στόχο μου και κρατώντας τον από τη μέση χώθηκα αργά μέσα του, απαλά και ηδονικά, για να το απολαύσω. Μπήκα με δυσκολία, ένιωθα τη κωλοτρυπίδα του να με πνίγει, σχεδόν με πονούσε το πόσο στενός ήταν.

Ο μικρός γουργούριζε σαν γάτα από ηδονή, γύριζε και με κοίταζε, «sim, meu amor, sim senhor» μυρμούριζε με το στόμα μισάνοιχτο απ’ τη καύλα, και σαν έμπειρο ξέκωλο μ’ έχωνε περισσότερο μέσα του τραβώντας μου τα μπούτια.

Ένα τέλειο έρμαιο των επιθυμιών μου, με άφηνε να του κάνω ότι ήθελα αδιαμαρτύρητα. Δε του φαινόταν να μη το χαίρεται. Του τράβαγα τους γλουτούς να ανοίξουν περισσότερο, οχτάριαζα το στενό άνοιγμα να χαλαρώσει, τον βαρούσα δυνατά στο πλάι και στα μπούτια, του σήκωνα το ένα του πόδι ή για να το φέρω στον ώμο μου ή για να το στηρίξω στο καναπέ για να ανοίξουν περισσότερο τα κωλομέρια, κάποια στιγμή τον έριξα στο καναπέ γυρισμένο πλάγια με το κώλο λίγο πιο έξω απ’ τα μαξιλάρια και τον έσκαψα κυριολεκτικά χώνοντάς του και τον αντίχειρά μου μαζί με το πούτσο μου, κι αφηνόταν, υπάκουα, υποτακτικά, με μικρά βογγητά.

Ακόμα δε πίστευα ότι ζούσα αυτό που ζούσα, κοίταζα από τη μια το σφιχτό, μελαμψό, λεπτό κορμί που έσκιζα, από την άλλη την απαράμιλλη θέα.



Βγήκα κάποια στιγμή από μέσα του και κάθισα κάθιδρος στον καναπέ να πάρω ανάσα. Παρόλη τη στύση μου και το κλιματιστικό που πάγωνε το χώρο, από την μια η ημερήσια βόλτα στη πόλη και το απογευματινό συμβάν, απ’ την άλλη η στενή τρυπούλα του αγοριού μ’ είχαν κουράσει πολύ. Έτσι όπως κάθισα γυμνοκώλης, η επαφή με το πολύτιμο δέρμα του ακριβού επίπλου ήταν μια ακόμα υπέροχη υπέροχη αίσθηση. Παρατώντας κάθε αιδώ για τη φιλοξενία γδύθηκα τελείως να τη νιώσω σ’ όλο μου το κορμί.

Ο ρώσος που μάλλον τόση ώρα μας χάζευε κανονικά, έβαζε κωλοδάχτυλα στο άλλο παΐδι που ήταν στα τέσσερα στα πόδια του και που με τη σειρά του προσπαθούσε να τον κάνει να χύσει, μπουκώνοντας ένα χοντρό, μισοερεθισμένο κομμάτι κρέας που κρεμόταν ανάμεσα από τα λιπαρά μπούτια του κυρίου του.

«Αν δεν τον καύλωσε τόση ώρα ο κώλος μου να σκίζει το μαυράκι, τι άλλο θα τον έκανε να καυλώσει» σκέφτηκα αυτάρεσκα. Ούτε καν μπήκα στη διεργασία του να φανταστώ τι θα είχε περάσει από κει μέσα, τι ολονύχτια πάρτι με Βραζιλιάνους καλλονούς και λυγερόκορμες μουλάτες, τι ποτά, χαβιάρια, παρτούζες, παιδιά, άντρες, κορίτσια, όλοι στην υπηρεσία του, για τη καύλα του, σαν ιδιωτικό θέαμα.


Ο μικρός απορημένα στην αρχή από τη διακοπή, αλλά πιο αποφασιστικά μετά, ήρθε μπροστά μου κι άρχισε να μου χαϊδεύει τα μπούτια και τη μέση και να μου γλύφει τα αρχίδια κι όλη τη περιοχή, να τρίβει το πρόσωπο του στη κοιλιά μου, να μου φιλάει τα γόνατα, γλυκά και με τέλεια τεχνική. Ανοίγοντας μου απαλά τα μπούτια και κοιτάζοντας με στα μάτια ερωτηματικά, έχωσε τη γλώσσα του κάτω από τους όρχεις, ψάχνοντας. Έσυρα το σώμα μου λίγο πιο έξω απ’ τον καναπέ, σήκωσα τα μπούτια μου, και στηρίζοντας τις φτέρνες μου στην άκρη απ’ τα παχιά μαξιλάρια, έγειρα το κεφάλι μου πίσω κι αφέθηκα στην έμπειρη γλώσσα για το δεύτερο γλυφοκώλι της ημέρας.

Αναρωτήθηκα αν είναι τοπικό έθιμο καλωσορίσματος.

Έτσι όπως καθόμουν, δεν μπορούσε να έχει πλήρη πρόσβαση στη περιοχή, κι ούτε είχα κ πολλή όρεξη να του τη δώσω. Αρκέστηκα στο να μου ψάχνει με την άκρη της γλώσσας του το ιδρωμένο άνοιγμα για να αγγίζει που και που τη τρύπα, νιώθοντας το πρόσωπό του στο περίνεό μου και τους όρχεις.

Κάποια στιγμή σηκώθηκε όρθιος παίρνοντας το παιχνίδι στα χέρια του, γύρισε πλάτη κι ανοίγοντας τους γλουτούς του, κράτησε όρθιο το όργανό μου, ακούμπησε την άκρη του στο άνοιγμα του ροδαλού του πρωκτού και χαλαρώνοντας το σφιγκτήρα του σφηνώθηκε απαλά πάνω μου.

Και πάλι με τέλεια τεχνική, άρχισε κυριολεκτικά να μου βυζαίνει το πούτσο με τη τρύπα του. Τον έσφιγγε γερά στη βάση, έφτανε σφίγγοντας έτσι μέχρι τη βάλανο κι εκεί χαλάρωνε τελείως το σφίξιμο του και ξανακαθόταν απαλά, ρουφώντας με προσεκτικά, σφίγγοντας πάλι τη βάση, κι όλο και ξανά, ούτε μια στιγμή να μη νιώσω βάρος από τα μπούτια του ή κάποια δυσφορία από τη κλίση του κορμιού του στη σκλαράδα μου, στον αέρα, χωρίς να στηριχτεί πουθενά, παρά μόνο με τα χέρια του στα γόνατα του. Φορές έβγαζε τελείως το όργανό μου από μέσα του αφήνοντάς με για δευτερόλεπτα να καυλώσω περισσότερο με το θέαμα της ανοιχτόχρωμης χαλαρωμένης τρυπούλας, για να με καταπιεί αχόρταγα και υπομονετικά αμέσως μετά.

- Gound my frrend? Gound Diego? μουρμούρισε ο ρώσος απέναντί μου, παιδεύοντας ακόμα το άλλο αγόρι.

- Very good, senhor, muito bem, απάντησα.

Αναρωτήθηκα πόσα ιδιαίτερα είχε κάνει στο παιδί που με περιποιόταν με τόση τέχνη. Πόσες φορές θα το είχε σκίσει, πόσες φορές θα το άφησε νηστικό επειδή δεν είχε καλά τη δουλειά του, πως έφτασε στο σημείο να ικανοποιεί τόσο καλά κάποιον άγνωστο επισκέπτη.

Τα γλυκά του βογγητά, η απίστευτη αποδοχή του, η αίσθηση ότι ο μοναδικός του σκοπός εκείνη τη στιγμή ήταν να περάσω όσο το δυνατό καλύτερα - γιατί ποιος ξέρει ποια θα ήταν ίσως η τιμωρία του από το αδιάφορο αφεντικό του - κι έτσι όπως είχε λυγίσει τη μέση του κι είχε ανοίξει τα πόδια του διάπλατα για να με χώνει όσο το δυνατό περισσότερο μέσα του δεν άργησαν να κάνουν το θαύμα τους.

Παίρνοντας τη φάση στα δικά μου χέρια, τον τράβηξα απότομα και κρατώντας τον γερά από το σβέρκο σφήνωσα το στόμα του στο πούτσο μου κι άρχισα να χύνω με δυνατούς σπασμούς.

Ο μικρός βυζαίνοντάς με κανονικά δε άφησε σταγόνα μου να πάει χαμένη, εκείνη τη στιγμή μου φαινόταν ότι τα σκουροκόκκινα σαρκώδη χείλια του ήταν ίσως ότι πιο απαλό είχα νιώσει γύρω απ’ τη βάλανό μου.

Όταν κατάλαβε πια ότι στράγγιξα τελείως, κάθισε πάνω στις φτέρνες του, κοιτάζοντάς με στα μάτια. Ένα τεράστιο χαμόγελο με κάτασπρα δόντια ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του, ίσως κοιτάζοντας το κουρασμένο κουρασμένο βλέμμα, ίσως από ευχαρίστηση που με ικανοποίησε.

- Tudo ben, senhor?

Έσκυψα προς το μέρος του κι έχωσα όλα μου σχεδόν τα δάχτυλα στο όμορφο στόμα.

- Ποτέ δεν είναι «όλα καλά» με μένα πουστράκι, του είπα ο Έλληνας αφέντης και κλείνοντας το μάτι στον ξεβράκωτο αποκαμωμένο τυπά απέναντι μου που μάλλον επιτέλους είχε χύσει κι αυτός και που μόλις θυμήθηκα μέσα στη μεθοργασμική μου ζαλάδα ότι υπήρχε κι αυτός κάπου εκεί κοντά, τον έπιασα από το αυτί δυνατά, να πονέσει και τον έσπρωξα στα πόδια μου πετώντας τ' αθλητικά μου.

Ο ρώσος γέλασε πάλι τρανταχτά.

- Griik master, yes?

- Sim senhor, gostou muito, είπα ότι μ’ αρέσει σε σπασμένα πορτογαλικά, νιώθοντας την ζεστή ανάσα του αγοριού στα πόδια μου, να αποδεικνύεται τέλειος κι εκεί.

Ένα-ένα τα δάχτυλά μου καθαρίζονταν από τον ιδρώτα του ολοήμερου περπατήματος με την επιδέξια γλώσσα και φώλιαζαν στο υπάκουο στόμα, ξεκουράζοντας και μάλλον καυλώνοντάς με μια ιδέα και πάλι.

Χαλαρωμένος, τέλειος, Έλληνας, σαμπάνια, χαβιάρι και το μικρό δουλειά του.

«Νιρβάνα;»

- Ok, my frrend? Saudi!

- Tudo ben amigo, tudo ben, όλα καλά, στην υγειά μας, saudi!


- Giasssou! απάντησε συρριστικά.


Κι άφησα το ποτήρι δίπλα μου, άναψα τσιγάρο κι άπλωσα χαλαρός τα μπράτσα μου στη πλάτη του καναπέ, χαζεύοντας το άλλο αγόρι, το ακριβώς αντίθετο από τον Diego, ψηλό, κοκκινομάλλικο, κατάλευκο, μυώδες, με το κολάρο του κι αυτό, στημένο όρθιο πια δίπλα στον καναπέ του Ρώσου αφού έκανε ότι έπρεπε να κάνει, με σκυμμένο κεφάλι και τα χέρια σταυρωμένα μπροστά στο πουλιά του και τα πλούσια αχαμνά με μια απερίτμητη χοντρή βάλανο να περισσεύουν από κάτω.


"Προσεκτικά διαλεγμένα…"


Περίμενε λες, να μου κατέβουν ιδέες...

(συνεχίζεται)

security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY