Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ, ΙΟΥΛΙΟΣ 2006

ΙΟΥΛΙΟΣ ΤΟΥ '06, ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ
ΕΠΤΑ ΟΛΟΚΛΗΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Αληθινή μου εμπειρία

 



Μια γλυκιά μέθη, ζαλάδα.

«Πονάω Μάριέ μου».

Τα σιδερένια μανταλάκια που είχα εφαρμόσει στις άκρες από τις μικρές ερεθισμένες ρώγες του πρέπει να κόντευαν να τον τρελάνουν από το πόνο.


Όλη την ώρα μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχε τα μάτια του κλειστά, είτε όσο ήταν σκυμμένος και τις έτρωγε, είτε λίγο μετά που μετά από τη σχετική μου εντολή γευόταν και σάλιωνε λαίμαργα κάθε εκατοστό δέρματος από τα πόδια μου, ακόμα κι όσο ασχολήθηκε με το πέος και τους όρχεις μου, γλείφοντάς και φιλώντας με πειθήνια για ώρα, όλη την ώρα είχε τα μάτια κλειστά, υπάκουος στις οδηγίες, να μη χαλάσει το θέλημά μου ούτε μια στιγμή, να μη διαλύσει τη μαγεία του σχεδόν μυστικιστικού απογεύματος.


Τον σήκωσα απ’ τις μασχάλες, τον έφερα στο ύψος του προσώπου μου, άνοιξε τα μάτια και ξανααντικρυστήκαμε για πρώτη φορά μετά από 7 ολόκληρα χρόνια.

Μ’ έψαξε στιγμιαία με το βλέμμα.

«Πονάω Μάριέ μου» βρήκε να πει.

Του άρπαξα το πρόσωπο με τα δυό μου χέρια κι έχωσα το στόμα του στο δικό του, λαίμαργα, λυσσασμένα, κανιβαλιστικά.

«Το ξέρω αγόρι μου» απάντησα σαλιωμένα.

Κι η αγωνία του πόνου ήταν τόσο ερεθιστικά χαραγμένη στην έκφρασή του.


Είχε ακολουθήσει κατά γράμμα ότι του είχα πει, είχε χτυπήσει το κουδούνι μου - με τρελό καλοκαιρινό χτυποκάρδι όπως μου εξομολογήθηκε αργότερα, το ίδιο νοτισμένο χτυποκάρδι που είχε νιώσει επτά χρόνια πριν, την ίδια εποχή, καλοκαίρι του 2000 που κατά τρελή σύμπτωση πρωτοσυναντηθήκαμε - ακριβώς την ώρα που είχαμε συμφωνήσει, και σε μερικά λεπτά γδυνόταν τελείως με σβέλτες κινήσεις και στηνόταν στα τέσσερα στο μικρό κόκκινο χαλάκι που του είχα στρώσει στο κέντρο του σαλονιού μου.

Από την ώρα που είχε μπει στο σαλόνι τον παρακολουθούσα από ένα μικρό καθρέφτη που είχα στήσει κατάλληλα στο διπλανό δωμάτιο.

Τα συναισθήματα μου ήταν απερίγραπτα, η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή, μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να πιστέψω ότι θα τον ξανάβλεπα.

Επτά ολόκληρα χρόνια μετά…



«ti thaleges na synantiomastan san ksenoi, san th prvth fora» τον είχα ρωτήσει διαδικτυακά όταν ανακάλυψα το προφίλ του σ’ ένα site γνωριμιών.

«de kserw marie moy»

Ούτε κι εγώ ήξερα… δεν ήξερα πως τόλμησα να τον ρωτήσω κάτι τέτοιο, δεν ήξερα πως θα τον ξανάβλεπα στα μάτια μετά από τόσο καιρό.

«de kserw pws tha se ksanantikrisw meta apo toso kairo» πρόλαβε τη σκέψη μου.

Κι εκείνη τη στιγμή μου κατέβηκε η ιδέα.

«de tha me deis, thimasai pou menw, tha beis, tha gditheis k tha me perimeneis. Egw tha eimai sto dipla dwmatio»

Ίσως το σκέφτηκε για λίγο γιατί η απάντησή του ήρθε μερικά αγωνιώδη λεπτά αργότερα.

«entaksei»

Και το σφίξιμο στο στομάχι μου και η καύλα στο μυαλό μου και το κάψιμο χαμηλά στο στομάχι μου κράτησαν μέχρι τη στιγμή που τον είδα μέσα από το καθρεφτάκι να περιεργάζεται στιγμιαία τον τόσο γνώριμο του χώρο, να γδύνεται και να πέφτει στα τέσσερα περιμένοντας τον Μάριό του να τον αγαπήσει με τον τρόπο που ξέραμε κι οι δυό τόσο καλά.




Με το που μπήκα στο δωμάτιο, γονάτισα αργά δίπλα του. Είχε πάρει τη στάση που ήξερε πως μου άρεσε. Στα τέσσερα, με τους ώμους σκυφτούς, τα μπούτια ανοιχτά και το κεφάλι να ακουμπάει με το μέτωπο χάμω.

Με τα μάτια κλειστά, να μη με δει.

Δε μπορούσα να κάνω άλλο από το να καθίσω στο καναπέ και να τον χαζέψω, μ’ αυτό το μοναδικό συναίσθημα του ότι ο άλλος είναι εκεί για να τον χαζέψεις, περιμένει… Θαύμασα το λεπτό, γραμμωμένο κορμί, τους δυνατούς ώμους που κράταγαν κρυμμένο το σκυφτό του κεφάλι, τη λεπτή μέση που κατέληγε τους μικρούς γλουτούς.

Οι μεγάλοι όρχεις κρέμονταν δελεαστικά, κι η τεράστιά του στύση πρόβαλε κιόλας μεγαλόπρεπα κάτω απ’ τη κοιλιά του.

Ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι τα τριξίματα από τα αργά μου βήματα στο ξύλινο πάτωμα είχαν εντείνει την ήδη έντονη αδημονία του.

«eisai o afentis, tha afethw, sou exw empistosini» μου είχε πει διαδικτυακά.

Σηκώθηκα, γονάτισα δίπλα του και τον ακούμπησα ελαφρά με την άκρη του δείκτη μου στο σβέρκο κι ένας ελαφρύς σπασμός τον ταρακούνησε ελαφρά.

«Αγόρι μου» σκέφτηκα, «κι εγώ έτσι νιώθω».

Το δάχτυλό μου σύρθηκε αργά από το σβέρκο, ανάμεσά από τους ώμους, τα πλευρά, σ’ όλη τη γραμμή της σπονδυλικής στήλης, πολύ αργά, όσο πιο αργά και βασανιστικά μου επέτρεπε κι η δική μου αδημονία να ξανανιώσω κάθε χιλιοστό του πολύτιμου κορμιού, και κατέληξε στη σχισμάδα των ανοιγμένων του γλουτών. Πλουσιοπάροχο θέαμα, μου το προσέφερε όσο πιο δελεαστικά μπορούσε.

…δες με, χόρτασε με, μ’ αρέσει που σε φτιάχνω, που σε καυλώνω, κάψε με, φάε με, δικιά σου η τρύπα, το δέρμα της, οι τρίχες της, το έντερό μου, πλύθηκα για σένα, με καθάρισα καλά, σε σκεπτόμουν όσο το νερό έβγαινε καθαρό από μέσα μου, πόνεσέ με, σκίσε με, βάρα με, περιμένω, το θέλω, το χρειάζομαι, ΣΕ χρειάζομαι…

Αναρωτιόμουν τι σκεφτόταν.

Το κορμί του ήταν πιο γυμνασμένο, πιο γραμμωμένο, το άτριχο δέρμα του ήταν το ίδιο υπέροχο, κι η καύλα μου ήταν ίδια με τότε.

Έσταξα λίγο σάλιο στα δάχτυλά μου και με μια απότομη κίνηση του έχωσα δύο στο άνοιγμα του πρωκτού του, εξερευνητικά, σκληρά, βίαια, ανυπόμονα.

Μ’ ένα μουγκρητό αναδεύτηκε.

«Σκασμός» είπα όσο πιο απαλά γινόταν.

Και καθώς τον έσκαβα με τα δάχτυλα μου, έσκυψα και του ψιθύρισα.

«Σαν να μην πέρασε μια μέρα»

@@@


Έτσι όπως ήταν σταθερά και υπάκουα παραδομένος στα τέσσερα και με τη σχισμάδα του διάπλατα ανοιχτή, ήρθε η ώρα του ξύλου.

Έπιασα τη λεπτή δερμάτινη βίτσα, ήρθα από μπροστά του και με το ξυπόλητό μου πόδι του πάτησα το κεφάλι.

«Όταν δε μπορείς άλλο, θα πεις δυνατά, σ’ ευχαριστώ Μάριέ μου» βρήκα να πω ανάμεσα σε ανυπομονησία και καύλα.

Κι άρχισα να βιτσιάζω την ευαίσθητη περιοχή, στην αρχή δυό-τρεις δυνατές, μικρά συνεχόμενα χτυπήματα έπειτα, και μετά με αραιές, προσεκτικά ζυγιασμένες, δυνατές, ανελέητες βιτσιές.

Βογκούσε από πόνο κι ευχαρίστηση μαζί, ανάδευε πότε πότε τη μέση του ελαφρά, έσφιγγε τη τρυπούλα του πρωκτού του, να τη μαζέψει, να τη προφυλάξει όσο μπορούσε, μετά την άφηνε ελεύθερη, χαλαρή, να τον βρει μια επόμενη βιτσιά, να τον πονέσει, να πρηστεί, να με θυμάται τις επόμενες μέρες κι ο ήχος από τα χτυπήματα μεθούσε και τους δύο.

«Σ’ ευχαριστώ Μάριέ μου» μούγκρισε χορτάτος κι ανήμπορος κάποια λεπτά μετά.

«Δύο για μένα» ρώτησα ξέροντας την απάντηση.

Κι απλά κούνησε το κεφάλι του, και δύο δυνατές, αστραπιαίες βιτσιές του τσάκισαν την ανοιχτή σχισμάδα με ισάριθμα βογγητά. 

@@@ 
Του πέρασα τις δερμάτινες χειροπέδες στους καρπούς και τους αστραγάλους και τον ασφάλισα στους κρίκους στο κούφωμα της μεγάλης συρόμενης πόρτας έτσι ώστε το κορμί του να σχηματίζει ένα τέλειο, ανάποδο «Υ», με τα πόδια του διάπλατα ανοιχτά και τα χέρια του ίσια, δεμένα πάνω απ’ το κεφάλι του.

Πιάνοντας το μαστίγιο στα χέρια μου, λυπόμουν που δεν έπρεπε  να του αφήσω σημάδια. Ίσως και καλύτερα, αν άφηνα τον εαυτό μου ελεύθερο μπορεί και να έβγαινε λουρίδες από τα χέρια μου.

Χωρίς να τον προειδοποιήσω, έτσι όπως τον είχα πλάτη, σημάδεψα ανάμεσα στα πόδια του κι έριξα τη πρώτη, τη δέκατη, την εικοστή. Έτσι όπως έδινα φόρα στη λαβή μου από κάτω προς τα πάνω, όλες οι άκρες του μαστίγιου χώνονταν κάτω από τα πόδια του και  τον εύρισκαν στους όρχεις, στο ακούραστο πέος και σ’ όλη τη περιοχή των κάτω κοιλιακών.

Προσέχοντας να μην αφήσω σημάδια, προσγείωσα αρκετές και στους ολοστρόγγυλους γλουτούς, ανυπομονώντας για τη στιγμή που θα τους άνοιγα κατακόκκινους και καυτούς για να χαθώ μέσα τους. 

Όταν πια είχε ιδρώσει για τα καλά απ’ την αγωνία του μαστιγώματος, ήρθε η κατάλληλη στιγμή.

Τον απαγκίστρωσα από τους κρίκους.

«Πήγαινε κ γονάτισε στο κρεβάτι» ψιθύρισα στ’ αυτί του, «θέλω να σε γαμήσω».

Και το θέαμα του δυνατού του κώλου να κάνει μερικά βήματα, να ανεβαίνει στο κρεβάτι με τα καθαρά σεντόνια, να γονατίζει και να παίρνει θέση με καύλωσε ακόμα περισσότερο.

Φόρεσα ένα προφυλακτικό που είχα έτοιμο από ώρα και γονάτισα πίσω του, ακουμπώντας την άκρη του πέους μου στη σχισμάδα του.

«Δε θέλω να βγάλεις τσιμουδιά μωρό» και με τη σειρά του φυλάκισε το κεφάλι του κάτω από τις σφιγμένες του γροθιές, ξέροντας…


Καρφώθηκα!


Ξέροντας τον πόνο που του προκαλούσα, αυτό που ένιωσα κι εγώ με τη σειρά μου ήταν απερίγραπτο.

Χωρίς να χάσω στιγμή, βγήκα απότομα από μέσα του και χωρίς να τον αφήσω να ξεσφίξει τη μικρή τρύπα, ξανασφηνώθηκα αμέσως στο ζεστό άνοιγμα.

Έκανα το ίδιο μερικές φορές χωρίς να αλλάξει τίποτα στην αίσθηση, καθώς κάθε φορά τον εύρισκα απροετοίμαστα το ίδιο στενό.

Κάποια στιγμή τον άρπαξα γερά από τα ιδρωμένα λαγόνια, χώθηκα μέσα του μέχρι τη βάση του πέους μου και τον έσκαψα όσο πιο βαθειά μπορούσα, τον οχτάριασα έντονα, να με νιώσει καλά, να τον νιώσω, να τον πονέσω.

Έσκυψα και τον αγκάλιασα απ' τη μέση και τον πήδηξα έτσι αρκετή ώρα, χωρίς να τελειώσω…

@@@


Αφού με είχε γλείψει για ώρα ξαπλωμένο μπρούμυτα από τις φτέρνες μέχρι τη βάση του λαιμού μου, κάποια στιγμή σηκώθηκα, τον γύρισα ανάσκελα και κάθισα πάνω στο πρόσωπό του.

Νιώθοντας την ανεπανάληπτη αίσθηση από τη μούρη του σφηνωμένο στην ανοιχτή μου σχισμάδα, είχα μπροστά μου το μεγάλο όμορφο και κατάσκληρο πέος, και όλο το υπέροχο σώμα του.

Όπως ένιωθα τη γλώσσα του να μου εξερευνά τις πτυχές στο άνοιγμα του πρωκτού μου, βάλθηκα να του βαράω δυνατά σκαμπίλια στο πέος και τους όρχεις.

Αυθεντικός μαζοχιστής, μόλις που κουνιόταν, μόλις που ανάδευε τα καλογραμμωμένα μπούτια. Χοντρές σταγόνες από σπερματικά υγρά σχηματίζονταν στο στόμιο της βαλάνου ανάμεσα από τα χτυπήματα, σταγόνες που έσκυβα κι εφαρμόζοντας καλύτερα τα τριχωτά μου κωλομέρια στο πρόσωπό του, έγλειφα με απληστία.

Σηκώθηκα, ήρθα από πάνω του κι ένιωσα τις γύμνιες μας να χορταίνουν η μια την άλλη. Έπιασα με δύναμη το ένα σιδερένιο μανταλάκι κι ελευθέρωσα απότομα τη ταλαιπωρημένη θηλή. Καθώς δάγκωσε τα χείλια του από τον πόνο, μια δυνατή μου σφαλιάρα τον βρήκε ακριβώς στο κατακόκκινο σημείο.

Δεν κρατήθηκε κι έβγαλε μια κραυγή, και την επόμενη στιγμή καταλαβαίνοντας το λάθος του, έκλεισε το στόμα του με το χέρι του.

Το να αντικρύσω τόσο πόνο και τόση ευχαρίστηση μαζί στα γουρλωμένα μάτια του, μ’ έκανε να πάθω κάτι για πρώτη φορά στη ζωή μου.


Έχυσα χωρίς καν να μ’ ακουμπήσω.


Χωρίς να ξέρω το λόγο, δεν ήθελα να το πάρει είδηση, μ' άδειασα αθόρυβα στη παλάμη μου και σκουπίστηκα στην άκρη του σεντονιού. Σκεπτόμουν ηλιθιωδώς απογοητευμένα πόσο πιο πανηγυρικά θα ήθελα να τελειώσω σε τούτη τη συνάντησή μας, πόσο η αναμονή της μ’ έφτασε σ’ αυτό το πρωτόγνωρο σημείο και πόση τελικά ήταν η αξία της που ανέτρεψε όλα όσα ήξερα για το εαυτό μου.


Έχυσα χωρίς καν να μ’ ακουμπήσω, δεν μπορούσα να το πιστέψω.


 Κι είχε έρθει η ώρα που περίμενα από τη στιγμή που πρωτοαντίκρισα το υπέροχο όργανό του να ξεπροβάλλει περήφανα κάτω από τα πόδια του.

Σηκώθηκα από πάνω του.

Από τα δυνατά χτυπήματα και το επίμονο μαστίγωμα λίγη ώρα πριν, το πέος και οι όρχεις είχαν πάρει ένα κατακόκκινο χρώμα.

«Σήκω, γονάτισε και παίξε μαλακία» διέταξα. «Θυμάσαι τι μου αρέσει;».

«Νομίζω ναι, Μάριέ μου», είπε λαχανιασμένα, από λαχτάρα να ελευθερώσει τους όρχεις του από το πολύτιμο φορτίο.

«Θυμάσαι τι πρέπει να μου πεις;».

«Νομίζω, ναι Μάριέ μου»

Και δε χρειάστηκε να περιμένω πολλή ώρα.

Σε μια απίστευτα ερεθιστική αλλά ανεπιτήδευτη πόζα, με το ένα πόδι γονατιστό και το άλλο να σχηματίζει ορθή γωνία, το «έλα να σε ταΐσω Μάριέ μου» που ψιθύρισαν τα υπέροχα σαρκώδη χείλια του, δεν άργησε πολύ.

Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε χαμηλά, εμένα, να αγκαλιάζω με το στόμα μου τη δυνατή του στύση κι αυτή με τη σειρά της να μου φτύνει πλούσια, αρωματικά υγρά, για ώρα, να μου γεμίζει το στόμα, να καταπίνω μέλι κι αγιασμό, όπως τότε, ξανά, νέκταρ, σαν να μη πέρασε μια μέρα…



Έπρεπε να φύγει, να γυρίσει, να επιστρέψω κι εγώ στη πραγματικότητα που μας κρατούσε χώρια, τη πραγματικότητα που μισούσα που θα μας κρατούσε χώρια, που μισούσα όπως το παρελθόν που δεν κάναμε υπομονή, που δε ξέραμε πώς να κάνουμε υπομονή.

Μου χάρισε το θέαμα να κάνει ντους, να σκουπίζεται μπροστά μου, να ντύνεται σαν μην τον έβλεπα, ρίχνοντας αδιόρατες, κλεφτές ματιές στ’ αχόρταγά μου μάτια.

«Θα τα ξαναπούμε» μάλλον είπαμε ψέματα κι οι δύο μετά από απλές, φιλικές κουβέντες που φάνταζαν τόσο αδιάφορες μπροστά σ’ αυτά που ίσως θέλαμε να πούμε.

Κι όταν έκλεισε η πόρτα πίσω του και σωριάστηκα ανάσκελα στο κρεβάτι ανάβοντας ένα τσιγάρο, χαμένος στην ανάμνηση, σκέφτηκα πως αυτή η ώρα που πέρασα μαζί του ήταν αρκετή, πως αυτή η ώρα άξιζε την αναμονή επτά χρόνων.

Κι ίσως να άξιζε και για όλα τα επόμενα χρόνια.

«Γεια σου αγόρι μου» είπα στο αδιάφορο ταβάνι από πάνω μου, κιτρινισμένο από τόσα τσιγάρα αναμονής.




security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY