Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Θυμωμένος με τον Σάκη, σπίτι μου, χειμώνας 2005 (01)








Ένιωθα πως ήμουν έξω φρενών μαζί του.

Ήταν η πρώτη φορά που τον περίμενα να έρθει και δεν ήμουν στο άλλο δωμάτιο να ασχολούμαι αδιάφορα με τον υπολογιστή ή με κάτι άλλο μέχρι να ανοίξει τη μισάνοιχτη πόρτα, να τη κλείσει αθόρυβα, να γδυθεί και να πάρει τη στάση που θα είχαμε συμφωνήσει από πριν. Και να τον βρω, έτοιμο, παραδομένο, διαθέσιμο.

Αυτή τη φορά καθόμουν στο καναπέ και ήμουν ήδη στη τρίτη σκέτη βότκα. Μπορεί θυμός και αλκοόλ να είναι άσχημος συνδυασμός, αλλά δεν μπορούσα να σκεφτώ και τόσο συνετά εκείνη τη στιγμή.


Είχε πάει με άλλον!


Η αλήθεια είναι ότι είχαμε χαθεί για καμιά 25αριά μέρες, μια παρεξήγηση, ένα μάλωμα, μια αδιαφορία, το ένα έφερε το άλλο και κάναμε να μιλήσουμε κάπου τέσσερις βδομάδες.

Όταν τυχαία ξαναβρεθήκαμε σ’ ένα site γνωριμιών του διαδικτύου, μου εκμυστηρεύτηκε ότι παρόλο που του είχα λείψει, ότι δεν καλοκατάλαβε πως απομακρυνθήκαμε, ότι δεν ήθελε να χωρίσουμε, ότι είχε «κάνει κάτι άλλο» αυτό τον καιρό!

Ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι μου την ίδια στιγμή, μόλις μου είχε συμβεί κάτι από τα χειρότερά μου.

Είχε πληγωθεί ο εγωισμός μου!

Και η αιτία ήταν ο Σάκης μου.

Ενώ κατά βάθος χάρηκα που βρεθήκαμε πάλι, έστω και μέσω υπολογιστών «afto de tha perasei etsi, elpizw na to katalavaineis» είπα κι απάντησε «to kserw marie mou»

Δε νομίζω να συνειδητοποιούσε τι απάντησε εκείνη τη στιγμή.


Είχε πάει με άλλον!

Αυτή η σκέψη κλωθογύριζε στο μυαλό μου συνέχεια.

Το έχω ξαναπεί σε άλλες ιστορίες μου, δεν είμαι απ’ αυτούς τους “αφέντες” που μοιράζονται τους “σκλάβους” τους, είμαι απίστευτα μονοφαγάς σ’ αυτό το θέμα – όπως και σε πολλά άλλα τώρα που το σκέφτομαι. Είμαι απίστευτα κτητικός στο σώμα και το πνεύμα αυτού που είναι δίπλα μου, δεν μπορώ ούτε να σκεφτώ ότι τον αγγίζει κάποιος άλλος, πόσο μάλλον να τον δείρει ή το χειρότερο να πει μέσα του. Θυμάμαι ότι σε μια εξάχρονη σχέση που είχα, όταν το σεξουαλικό είχε ξεθυμάνει αρκετά, είχα πει στο φίλο μου ότι του επέτρεπα να χαϊδευτεί ή να γλύψει κάποιον άλλον στο dark room του “λάμδα”, αλλά δεν θα ανεχόμουν σε καμιά περίπτωση κάποια πρωκτική διείσδυση.

Έχει κυλήσει πολύ νερό στ' αυλάκι από τότε, με το Σάκη ήμασταν μόνο κάπου πέντε μήνες μαζί, δεν είχαμε δώσει όρκους αιώνιας πίστης, αλλά από ένα σημείο και πέρα εξυπακούετο ότι δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει κάτι άλλο. Όσον αφορά το δικό μου κομμάτι βέβαια, είχα το αναφαίρετο δικαίωμα, αν και γενικά όταν ο άλλος με καλύπτει, δεν ρίχνω ματιά ούτε καν σε πορνογραφικά περιεχόμενα.


Με τον ήχο του κουδουνιού της πόρτας της πολυκατοικίας, η καρδιά μου χτύπησε σαν ταμπούρλο. Δεν είχα σκεφτεί καθόλου τι επρόκειτο να γίνει όπως άλλες φορές, για το μόνο που ήμουν σίγουρος ήταν ότι ήμουν πολύ, πάρα πολύ θυμωμένος.

Ήθελα τόσο να τον δω, τον αγαπούσα, τον ήθελα κολασμένα, αλλά ένιωθα πληγωμένος, προδομένος, απορριμμένος.


Μπαίνοντας στο δωμάτιο, αθέλητα χαμογέλασε, απορώντας που με είδε στον καναπέ να χαζεύω δήθεν αδιάφορα τηλεόραση, αλλά εγώ χωρίς να πω τίποτε άλλο του έδειξα χάμω, στο πάτωμα.

Κατάλαβε, κι όλη η αυθόρμητη χαρά που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του μετατράπηκε σε ανησυχία.

Χωρίς κουβέντα, μου χάρισε το θέαμα του να γδυθεί μπροστά μου σαν να μην ήμουν στο δωμάτιο. Μπουφάν, παπούτσια, πουκάμισο, παντελόνι, κάλτσες, μπλουζάκι, μποξεράκι, βγήκαν ένα-ένα για να αποκαλύψουν το λεπτό κορμί και να απλώσουν στο δωμάτιο ένα ελαφρύ άρωμα καθαρότητας, κάτι ανάμεσα από σαπούνι και μαλακτικό, και τακτοποιήθηκαν στη πλάτη του καναπέ, έτσι όπως έκανε πάντα, έτσι όπως του είχα μάθει να το κάνει επειδή μου άρεσε.

Όταν έμεινε ολόγυμνος και απροστάτευτος, γονάτισε και έσκυψε μπροστά, ακούμπησε το μέτωπο στο πάτωμα, χαμήλωσε τη μέση του, άνοιξε τα γόνατά του και σήκωσε όσο ψηλότερα μπορούσε τους γλουτούς του.

Άσχετα με το θυμό μου, τον παρακολουθούσα συνέχεια, αχόρταγα. Το λεπτό, αγύμναστο κορμί, τη μέση που λύγιζε προτάσσοντας τους ελαφρά τριχωτούς γλουτούς, τα τριχωτά μπούτια που τους στήριζαν.

Έμεινε στην ίδια θέση κάπου μισή ώρα, υπομονετικά, αμίλητος, όσο χάζευα τηλεόραση.

Μισή ώρα αναμονής και αγωνίας από μέρους του, μισή ώρα που στη διάρκεια της οποίας εγώ ήπια άλλη μια βότκα και ο θυμός μου κι η ταχυπαλμία μου είχαν φτάσει στο ζενίθ.

Κάποια στιγμή έκλεισα τη τηλεόραση με το τηλεχειριστήριο και μια εκκωφαντική ησυχία απλώθηκε στο δωμάτιο.

Σηκώθηκα αργά και μισοζαλισμένα κάνοντας το ξύλινο πάτωμα να τρίξει λίγο από τα βαριά μου βήματα, έκανα ένα κύκλο γύρω του κι έσκυψα από πίσω του. Η στύση του ακόμα και μετά από τόση ώρα ακινησίας και προσμονής ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής κι αυτό για πρώτη φορά με εξόργισε.

«Έχεις καυλώσει πουστράκι;  Ήρθες για να περάσεις καλά νομίζεις; Να σε δείρω λίγο, να με γλείψεις και μετά να γαμηθείς; Όπως κάθε άλλη φορά;»

Του κατάφερα μια ελαφριά ανάποδη με το χέρι μου στους όρχεις, που όμως έκανε τη δουλειά της.

Βόγκηξε δυνατά και αναδεύτηκε, σαν να πήγε να σηκωθεί.

«ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΣΟΥ ΚΙ ΑΚΙΝΗΤΟΣ ΜΗ ΣΕ ΛΙΑΝΙΣΩ ΚΑΙ ΨΑΧΝΟΥΝ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΣΤΟΥΣ ΣΚΟΥΠΙΔΟΤΕΝΕΚΕΔΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΥΡΙΟ ΒΡΩΜΟΠΟΥΣΤΑ» ούρλιαξα, τρομαγμένος κι εγώ από τη δύναμη της μεθυσμένης φωνής που αντήχησε στο δωμάτιο.

Σιώπησε, έκανε να στρέψει το βλέμμα του προς το μέρος μου, αλλά έκατσε όπως ήταν, μόνο η βαριά του ανάσα από το πόνο ακουγόταν.

Πήγα από πάνω του και του πάτησα δυνατά το κεφάλι για πρώτη φορά με τη βρώμικη σόλα του αθλητικού μου, πιέζοντάς το στο χαλί.

«Ώστε έκανες νέες γνωριμίες» είπα ήρεμα, αλλά με έμφαση.

Δεν απάντησε, και τον πάτησα δυνατότερα, στρίβοντας τη σόλα έτσι ώστε να πατήσω το αυτί του και τα μαλλιά του.

«Τα καλό που σου θέλω, εδώ ήρθες για απαντήσεις!»

«Ναι Μάριέ μου»

«Πόσες;»

«Δύο Μάριέ μου»

Έτσι όπως στεκόμουν κοίταξα το σώμα του που λάτρεψα, και πόνεσα, και λύτρωσα κι αγάπησα τόσες φορές και το είδα βρώμικο, παραβιασμένο, μαγαρισμένο. Είδα τους ανοιχτούς τους γλουτούς και σκέφτηκα να τους πιάνει και να χώνεται μέσα τους κάποιος άλλος κι η καρδιά μου φτεροκόπησε άταχτα.

«Πρόλαβες και δυό κιόλας;»

Έσκυψα και του κατάφερα μια πολύ δυνατή σφαλιάρα στη σχισμάδα, πάνω στη τρύπα.

«Γαμήθηκες;»

Δεν απάντησε αμέσως και του κατάφερα άλλη μια. Όσο μπορούσα δυνατότερη.

«Ναι Μάριέ μου» βόγκηξε βήχοντας.

Κοίταγα στο κενό, με τα μηνίγγια μου να σφυροκοπούν όλο και πιο δυνατά.

Με μια τρίτη σφαλιάρα του έτσουξα τη τρυφερή σούφρα όσο ποτέ.

Είχε μάλλον αρχίσει να υποψιάζεται τη πορεία της βραδιάς.

«Πόσες φορές;»

«Μία Μάριέ μου»

«Τα “Μάριέ μου” κομμένα γι απόψε βρωμόπουστα. Το “μου” θα κρίνω ΕΓΩ αν υφίσταται ακόμα».

«Μάλιστα».

«Γιατί μόνο μία; Μόνο ο ένας από τους δυο σου γάμησε τη σκατότρυπά σου;»

«Ναι».

«Γιατί αυτό; Είχε μικρό πούτσο και δεν τον καταδέχτηκε ο πάτος σου;»

«Απλά δεν έκατσε», είπε σκύβοντας ντροπιασμένα το κεφάλι.

Του είχα ξαναμιλήσει άσχημα, αλλά μέσα στα πλαίσια του παιχνιδιού. Τώρα εννοούσα κάθε μου έκφραση, κι αυτό τον ξεφτίλιζε πραγματικά, ένιωθε τον πραγματικό θυμό μου και ντρεπόταν αληθινά για τις απαντήσεις του.

Κι ακόμα ήμασταν στην αρχή.

«Και τι έκανες με τον δεύτερο;»

Δεν απάντησε.

«Σε ρώτησα κάτι»

«Απλά παίξαμε» κόμπιασε.

Τον ελευθέρωσα από το πάτημα μου, έσκυψα μπροστά του και τραβώντας τον από τα μαλλιά τον ανάγκασα να με κοιτάξει.

«Του πήρες πίπα;»

Είδε το θυμό στα μάτια μου.

«Ναι»

«Του’ γλειψες και το κώλο του;»

Δεν απάντησε και χαμήλωσε το βλέμμα του.

«Όχι, μόνο μπροστά»

Δε κρατήθηκα. Μια δυνατή σφαλιάρα στο μάγουλο τον έκανε να χάσει την ισορροπία του και να πέσει πλάγια στο πάτωμα.

Ήταν φανερό ότι ήδη ντρεπόταν πάρα πολύ.

«Συγνώμη Μάριέ μου»

Ξανακάθισα στο καναπέ.

«Τον τσιμπούκωσες ρε πούστη; Αυτό το στόμα που φιλούσα έγλειψε πούτσο αλλουνού;»

 Όλη αυτή την ώρα σκεπτόμουν, σκεπτόμουν πως θα τον τιμωρούσα, κάτι καινούργιο, κάτι άβολο, πραγματική τιμωρία.

Έτσι όπως είχε σωριαστεί πλάγια, πρόβαλαν ανάμεσα από τα λυγισμένα μπούτια του οι όρχεις του και η σχισμάδα, ήθελα να πέσω πάνω του και να τους χώσω στο στόμα μου και μετά να τους φιλήσω, να τους τραβήξω δαγκώνοντάς τους ελαφρά όπως του άρεσε, να χώσω το πρόσωπο μου στη τρυπούλα που είχα πονέσει και να νιώσω τη γεύση του στην άκρη της, βαθειά του, τρελαίνοντάς τον, αλλά η ανάγκη μου να τον τιμωρήσω αληθινά ήταν ισχυρότερη.

«Και σου’ γλειψε και το φιστίκι σου μάλλον, ε; Που σου’ κανα τη χάρη και στο’ πιανα που και που και στο’ γλειφα; Του το’ δωσες στο στόμα; ΣΚΑΤΟΠΟΥΣΤΑ!»

Κι η ιδέα δεν άργησε να κατέβει στο εφευρετικό, άρρωστο μυαλό μου.


«Σήκω έτσι όπως είσαι και φέρε από το μπαλκόνι τη σιδερένια καρέκλα».

Τη καρέκλα που όποτε είχε κοιμηθεί σπίτι μου έπινε τον πρωινό του καφέ πριν πάει στη δουλειά.

Με κοίταξε απορημένα.

«Να βάλω κάτι Μάριέ μου; Κάνει ψόφο έξω».

«ΤΣΑΚΙΣΟΥ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ» είπα κι έδειξα τη μπαλκονόπορτα με το χέρι μου χωρίς να χωράει δεύτερη κουβέντα.

Κουρασμένα αλλά χωρίς αντίρρηση, έτσι όπως ήταν ολόγυμνος, άνοιξε τη συρόμενη τζαμόπορτα κι έκανε αυτό που του είπα. Επέστρεψε ντροπιασμένος από την έκθεση, ανατριχιασμένος από το βραδινό κρύο κι έστησε τη καρέκλα στο κέντρο του δωματίου.

Ήταν μια απλή, αλουμινένια, σπαστή καρέκλα, χωρίς μπράτσα.

«Κάτσε ανάποδα και πέρασε το κεφάλι σου κάτω από τη πλάτη της» είπα χωρίς να τον κοιτάξω, καθοδηγώντας τον μ’ ένα νόημα.

Η καρέκλα ήταν παγωμένη κι αυτό ήταν ήδη αρκετά ενοχλητικό.

 Έκανε ότι του είπα, κάθισε ανατριχιασμένος στο κρύο μέταλλο έχοντας φάτσα του τη πλάτη της καρέκλας, έσκυψε τελείως φέρνοντας του γλουτούς του όσο πιο έξω μπορούσε από το κάθισμα και πέρασε το κεφάλι του ανάμεσα από το κάθισμα και τη πλάτη. Έτσι όπως ήταν γύρω στο 1,88 στηριζόταν μόνο από τα μπούτια του, οι γλουτοί ήταν τελείως έξω από το κάθισμα, έτσι όπως ακριβώς το είχα φανταστεί. Τελείως άβολη στάση, η πλάτη της καρέκλας του πίεζε το σβέρκο κι έτσι όπως τα γόνατά του δεν μπορούσαν να κλείσουν, τα μπούτια του μόλις που ακουμπούσαν στο κάθισμα, σχεδόν καθόταν στον αέρα.

Έσκυψα και με μια απότομη κίνηση τού σήκωσα το κώλο και τράβηξα τα γεννητικά του όργανα, έτσι ώστε να κρέμονται κι αυτά απροστάτευτα. Η στύση του είχε κάνει φτερά, και αν και μάλλον πόνεσε, ούτε καν μπόρεσε να κουνηθεί.

Δεν μου έφτανε όμως.

Έφερα τις δερμάτινες χειροπέδες, του ασφάλισα τα χέρια έτσι ώστε τα μπράτσα του να αγκαλιάζουν σφιχτά τη πλάτη της καρέκλας, κι έδεσα τους αστράγαλούς του στα μπροστινά πόδια του μεταλλικού επίπλου.

«Μάριέ μου» είπε σιγά.

Χωρίς να απαντήσω, κάθισα στον καναπέ κι απήλαυσα το θέαμα.

Όλη η οριζόντια πλάτη κι η λυγισμένη μέση στη διάθεσή μου και οι γλουτοί του έτσι όπως τα μπούτια του ακούμπαγαν στα πλευρά του, ορθάνοιχτοι. Η καύλα μπερδευόταν με τον θυμό και τον πληγωμένο εγωισμό μου, κι η βότκα ενέτεινε ακόμα περισσότερο τη κατάσταση.

Σηκώθηκα απότομα, πήγα από πίσω του και του χούφτωσα δυνατά τις τρίχες γύρω απ’ τη τρύπα του.

«Σε γάμησε καλά ο πρώτος;»

Δεν απάντησε, δε μπορούσε, δεν ήξερε τι να απαντήσει.

Χωρίς να περιμένω απάντηση, έχωσα μέσα του και τους δυό μου αντίχειρες  και τον άνοιξα διάπλατα όσο πιο απότομα και δυνατά μπορούσα.

«Θα το μετανιώσεις που ένιωσες άλλο πουτσοκέφαλο να σου γαμάει το πουστράντερο βρωμιάρη»

Ο Σάκης ούρλιαξε.

«Αχ, μη, πονάει πολύ…»

«Σου έσκισε τη τρύπα; Σε άνοιξε καλά βλέπω βρωμόπουστα» είπα ψέματα, «δεν το έχεις ανεχτεί αυτό άλλη φορά τόσο εύκολα» είπα ανοίγοντάς τον περισσότερο.

Η τρύπα έχασκε, τόσο ερεθιστικά για μένα, αλλά με τόση δυσφορία από το Σάκη.

Καθώς τέντωσα το άνοιγμα περισσότερο δεν μπόρεσε να κρατηθεί κι άρχισε να φωνάζει.

Τον άφησα και σηκώθηκα.

«Για τα πουστράκια που δεν κρατιούνται κ θέλουν να με κάνουν ρεζίλι στη πολυκατοικία, υπάρχει αυτό» είπα και του έχωσα στο στόμα την καουτσουκένια μπάλα από το δερμάτινο mouth gag που είχα πάρει πρόσφατα και του το έδεσα σφιχτά πίσω από το κεφάλι. Του κατάφερα μια δυνατή σφαλιάρα στο κεφάλι και σηκώθηκα.

Πήγα πάλι από πίσω του, γονάτισα και ξανάχωσα τα δάχτυλά μου στον ορεκτικά χαλαρωμένο κώλο.

«Σου έβαλε και κωλόχερο ο γαμιάς σου» έλεγα ξεχειλώνοντας τον χώνοντάς του όλο και περισσότερα στεγνά, τσουχτερά δάχτυλα, «έπλυνες και το κώλο σου να είσαι καθαρός μη τυχόν και τον σκατώσεις; Μίλα βρωμόπουστα, βρυχήσου, παλιογαμημένη πούστρα, πας και γαμιέσαι μ’ όποιον σε ψαρέψει; Μ’ όποιον σου κάνει τη χάρη και σου δώσει σημασία; Μ’ όποιον σου κάνει τη χάρη να χώσει τη βρωμοψωλή του στο κωλάντερο σου; Ζητιάνα της πούτσας;»

Και τον άνοιγα, τον έσκιζα με λύσσα, πονώντας τον, μ’ όση δύναμη μπορούσα, τον έψαχνα βαθιά τον ολοκάθαρό μου Σάκη, τον έτσουζα με τα νύχια μου, τον έγδερνα με τον θυμό μου, είχα φτάσει σε σημείο να του χώσω ασάλιωτα και τα τέσσερά μου δάχτυλα και να του τα σπρώχνω με βία μέσα του τόσο δυνατά που μετακινιόταν ολόκληρη η καρέκλα, κι όλο κι έσταζαν σάλια από το gag στο χαλί, σάλια και δάκρυα, πονούσε και δεν του άρεσε, κι αυτό με καύλωνε, τόσο όσο ποτέ, υπέφερε και τον τιμωρούσα με πόνο που δεν άντεχε.

Κάποια στιγμή τον άφησα, έπιασα τη μεγαλύτερη κωλόσφηνα που είχα και με μια απότομη κίνηση  του την εφάρμοσα στην στεγνή, πονεμένη τρύπα.

Δαγκώνοντάς του δυνατά τον ένα γλουτό και τραβώντας τον με τα δόντια μου για να ανοίξει και να τεντώσει το δέρμα της σχισμάδας περισσότερο και τραβώντας τον άλλο με το χέρι μου, την ατέλειωτη στιγμή μέχρι που ο ήδη ταλαιπωρημένος δακτύλιος του πρωκτού του περάσει το φαρδύ σημείο κι εφαρμόσει στο στενό μέρος της βάσης της κωλόσφηνας, ο Σάκης μούγκρισε σαν ζώο που το σφάζουν. Είχαμε ξαναπαίξει μ’ αυτό τον τρόπο, αλλά όχι έτσι απότομα, ούτε ασάλιωτα.

Πήγα κι έφερα από τη ντουλάπα μου το μαστίγιο, τα βαρύ αυστραλέζικο μαστίγιο που είχα, αντίγραφο από αυτό που χρησιμοποιούν στα ζώα οι γελαδάρηδες, και του το έφερα μπροστά στα δακρυσμένα του μάτια.

«Αν τυχόν ξαναφωνάξεις, θα στο λιώσω πάνω σου, θα σε λιανίσω μέχρι να ματώσεις».

Έκλαιγε πια με λυγμούς.

«Ξηγηθήκαμε;» τον ρώτησα τραβώντας του τα μαλλιά.

Έγνεψε καταφατικά και του έβγαλα το gag από το στόμα.

Το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο από την άβολη στάση, μια μάζα σάλιων και δακρύων και το σφιχτό gag του είχε κάνει κοκκινίλες δεξιά κι αριστερά στα μάγουλα. Το θέαμα προς στιγμήν με έκανε να θέλω να τον λύσω, να τον φιλήσω τρυφερά και τον συγχωρέσω, αλλά στη στιγμή άλλαξα γνώμη, ακόμα αργούσε αυτή η ώρα.

«Πόσες φορές γαμήθηκες βρωμόπουστα;»

«Μια» κλαψούρισε.

Μια δυνατή καμτσικιά προσγειώθηκε ανάμεσα στους ώμους του. Την επόμενη στιγμή κόκκινα σημάδια εμφανίστηκαν στο τρυφερό δέρμα του αγοριού, σαν πορφυρός γαλαξίας.

Και τότε ο Σάκης κατάλαβε πραγματικά τι σημαίνει τιμωρία.

Η επόμενη ερώτηση σίγουρα τον έκανε να με φοβηθεί όσο ποτέ στη διάρκεια της σχέσης μας.

«Πόσων χρόνων ήταν ο πούστης σου βρωμόπουστα;»

«Μάριέ μου, συγνώμη, …σε παρακαλώ, δε θα το ξανακάνω, …πονάει πολύ αυτό που μου έχεις βάλει, …η τρυπούλα μου Μάριέ μου, …δε θα το ξανακάνω, …Μάριέ μου» ψέλλισε.

«ΠΟΣΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΗΤΑΝ Ο ΠΟΥΣΤΗΣ ΣΟΥ!» ούρλιαξα.

Κόμπιασε, δεν τολμούσε να απαντήσει.

Ήταν στο έλεός μου και το ήξερε, όπως όμως ήξερε κι εμένα πια καλά, πάντα έφτανα μέχρι το τέλος, κι αυτή τη φορά έφταιγε πραγματικά.

Έκλεισε τα μάτια του, κι έσφιξε δυνατά με τις γροθιές του τους βραχίονες της πλάτης της σιδερένιας καρέκλας.

«43» ψιθύρισε τρέμοντας.


(συνεχίζεται εδώ)

 

security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY