Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Θυμωμένος με τον Σάκη, σπίτι μου, χειμώνας 2005 (01)








Ένιωθα πως ήμουν έξω φρενών μαζί του.

Ήταν η πρώτη φορά που τον περίμενα να έρθει και δεν ήμουν στο άλλο δωμάτιο να ασχολούμαι αδιάφορα με τον υπολογιστή ή με κάτι άλλο μέχρι να ανοίξει τη μισάνοιχτη πόρτα, να τη κλείσει αθόρυβα, να γδυθεί και να πάρει τη στάση που θα είχαμε συμφωνήσει από πριν. Και να τον βρω, έτοιμο, παραδομένο, διαθέσιμο.

Αυτή τη φορά καθόμουν στο καναπέ και ήμουν ήδη στη τρίτη σκέτη βότκα. Μπορεί θυμός και αλκοόλ να είναι άσχημος συνδυασμός, αλλά δεν μπορούσα να σκεφτώ και τόσο συνετά εκείνη τη στιγμή.


Είχε πάει με άλλον!


Η αλήθεια είναι ότι είχαμε χαθεί για καμιά 25αριά μέρες, μια παρεξήγηση, ένα μάλωμα, μια αδιαφορία, το ένα έφερε το άλλο και κάναμε να μιλήσουμε κάπου τέσσερις βδομάδες.

Όταν τυχαία ξαναβρεθήκαμε σ’ ένα site γνωριμιών του διαδικτύου, μου εκμυστηρεύτηκε ότι παρόλο που του είχα λείψει, ότι δεν καλοκατάλαβε πως απομακρυνθήκαμε, ότι δεν ήθελε να χωρίσουμε, ότι είχε «κάνει κάτι άλλο» αυτό τον καιρό!

Ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι μου την ίδια στιγμή, μόλις μου είχε συμβεί κάτι από τα χειρότερά μου.

Είχε πληγωθεί ο εγωισμός μου!

Και η αιτία ήταν ο Σάκης μου.

Ενώ κατά βάθος χάρηκα που βρεθήκαμε πάλι, έστω και μέσω υπολογιστών «afto de tha perasei etsi, elpizw na to katalavaineis» είπα κι απάντησε «to kserw marie mou»

Δε νομίζω να συνειδητοποιούσε τι απάντησε εκείνη τη στιγμή.


Είχε πάει με άλλον!

Αυτή η σκέψη κλωθογύριζε στο μυαλό μου συνέχεια.

Το έχω ξαναπεί σε άλλες ιστορίες μου, δεν είμαι απ’ αυτούς τους “αφέντες” που μοιράζονται τους “σκλάβους” τους, είμαι απίστευτα μονοφαγάς σ’ αυτό το θέμα – όπως και σε πολλά άλλα τώρα που το σκέφτομαι. Είμαι απίστευτα κτητικός στο σώμα και το πνεύμα αυτού που είναι δίπλα μου, δεν μπορώ ούτε να σκεφτώ ότι τον αγγίζει κάποιος άλλος, πόσο μάλλον να τον δείρει ή το χειρότερο να πει μέσα του. Θυμάμαι ότι σε μια εξάχρονη σχέση που είχα, όταν το σεξουαλικό είχε ξεθυμάνει αρκετά, είχα πει στο φίλο μου ότι του επέτρεπα να χαϊδευτεί ή να γλύψει κάποιον άλλον στο dark room του “λάμδα”, αλλά δεν θα ανεχόμουν σε καμιά περίπτωση κάποια πρωκτική διείσδυση.

Έχει κυλήσει πολύ νερό στ' αυλάκι από τότε, με το Σάκη ήμασταν μόνο κάπου πέντε μήνες μαζί, δεν είχαμε δώσει όρκους αιώνιας πίστης, αλλά από ένα σημείο και πέρα εξυπακούετο ότι δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει κάτι άλλο. Όσον αφορά το δικό μου κομμάτι βέβαια, είχα το αναφαίρετο δικαίωμα, αν και γενικά όταν ο άλλος με καλύπτει, δεν ρίχνω ματιά ούτε καν σε πορνογραφικά περιεχόμενα.


Με τον ήχο του κουδουνιού της πόρτας της πολυκατοικίας, η καρδιά μου χτύπησε σαν ταμπούρλο. Δεν είχα σκεφτεί καθόλου τι επρόκειτο να γίνει όπως άλλες φορές, για το μόνο που ήμουν σίγουρος ήταν ότι ήμουν πολύ, πάρα πολύ θυμωμένος.

Ήθελα τόσο να τον δω, τον αγαπούσα, τον ήθελα κολασμένα, αλλά ένιωθα πληγωμένος, προδομένος, απορριμμένος.


Μπαίνοντας στο δωμάτιο, αθέλητα χαμογέλασε, απορώντας που με είδε στον καναπέ να χαζεύω δήθεν αδιάφορα τηλεόραση, αλλά εγώ χωρίς να πω τίποτε άλλο του έδειξα χάμω, στο πάτωμα.

Κατάλαβε, κι όλη η αυθόρμητη χαρά που ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του μετατράπηκε σε ανησυχία.

Χωρίς κουβέντα, μου χάρισε το θέαμα του να γδυθεί μπροστά μου σαν να μην ήμουν στο δωμάτιο. Μπουφάν, παπούτσια, πουκάμισο, παντελόνι, κάλτσες, μπλουζάκι, μποξεράκι, βγήκαν ένα-ένα για να αποκαλύψουν το λεπτό κορμί και να απλώσουν στο δωμάτιο ένα ελαφρύ άρωμα καθαρότητας, κάτι ανάμεσα από σαπούνι και μαλακτικό, και τακτοποιήθηκαν στη πλάτη του καναπέ, έτσι όπως έκανε πάντα, έτσι όπως του είχα μάθει να το κάνει επειδή μου άρεσε.

Όταν έμεινε ολόγυμνος και απροστάτευτος, γονάτισε και έσκυψε μπροστά, ακούμπησε το μέτωπο στο πάτωμα, χαμήλωσε τη μέση του, άνοιξε τα γόνατά του και σήκωσε όσο ψηλότερα μπορούσε τους γλουτούς του.

Άσχετα με το θυμό μου, τον παρακολουθούσα συνέχεια, αχόρταγα. Το λεπτό, αγύμναστο κορμί, τη μέση που λύγιζε προτάσσοντας τους ελαφρά τριχωτούς γλουτούς, τα τριχωτά μπούτια που τους στήριζαν.

Έμεινε στην ίδια θέση κάπου μισή ώρα, υπομονετικά, αμίλητος, όσο χάζευα τηλεόραση.

Μισή ώρα αναμονής και αγωνίας από μέρους του, μισή ώρα που στη διάρκεια της οποίας εγώ ήπια άλλη μια βότκα και ο θυμός μου κι η ταχυπαλμία μου είχαν φτάσει στο ζενίθ.

Κάποια στιγμή έκλεισα τη τηλεόραση με το τηλεχειριστήριο και μια εκκωφαντική ησυχία απλώθηκε στο δωμάτιο.

Σηκώθηκα αργά και μισοζαλισμένα κάνοντας το ξύλινο πάτωμα να τρίξει λίγο από τα βαριά μου βήματα, έκανα ένα κύκλο γύρω του κι έσκυψα από πίσω του. Η στύση του ακόμα και μετά από τόση ώρα ακινησίας και προσμονής ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής κι αυτό για πρώτη φορά με εξόργισε.

«Έχεις καυλώσει πουστράκι;  Ήρθες για να περάσεις καλά νομίζεις; Να σε δείρω λίγο, να με γλείψεις και μετά να γαμηθείς; Όπως κάθε άλλη φορά;»

Του κατάφερα μια ελαφριά ανάποδη με το χέρι μου στους όρχεις, που όμως έκανε τη δουλειά της.

Βόγκηξε δυνατά και αναδεύτηκε, σαν να πήγε να σηκωθεί.

«ΣΤΗ ΘΕΣΗ ΣΟΥ ΚΙ ΑΚΙΝΗΤΟΣ ΜΗ ΣΕ ΛΙΑΝΙΣΩ ΚΑΙ ΨΑΧΝΟΥΝ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΣΤΟΥΣ ΣΚΟΥΠΙΔΟΤΕΝΕΚΕΔΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΥΡΙΟ ΒΡΩΜΟΠΟΥΣΤΑ» ούρλιαξα, τρομαγμένος κι εγώ από τη δύναμη της μεθυσμένης φωνής που αντήχησε στο δωμάτιο.

Σιώπησε, έκανε να στρέψει το βλέμμα του προς το μέρος μου, αλλά έκατσε όπως ήταν, μόνο η βαριά του ανάσα από το πόνο ακουγόταν.

Πήγα από πάνω του και του πάτησα δυνατά το κεφάλι για πρώτη φορά με τη βρώμικη σόλα του αθλητικού μου, πιέζοντάς το στο χαλί.

«Ώστε έκανες νέες γνωριμίες» είπα ήρεμα, αλλά με έμφαση.

Δεν απάντησε, και τον πάτησα δυνατότερα, στρίβοντας τη σόλα έτσι ώστε να πατήσω το αυτί του και τα μαλλιά του.

«Τα καλό που σου θέλω, εδώ ήρθες για απαντήσεις!»

«Ναι Μάριέ μου»

«Πόσες;»

«Δύο Μάριέ μου»

Έτσι όπως στεκόμουν κοίταξα το σώμα του που λάτρεψα, και πόνεσα, και λύτρωσα κι αγάπησα τόσες φορές και το είδα βρώμικο, παραβιασμένο, μαγαρισμένο. Είδα τους ανοιχτούς τους γλουτούς και σκέφτηκα να τους πιάνει και να χώνεται μέσα τους κάποιος άλλος κι η καρδιά μου φτεροκόπησε άταχτα.

«Πρόλαβες και δυό κιόλας;»

Έσκυψα και του κατάφερα μια πολύ δυνατή σφαλιάρα στη σχισμάδα, πάνω στη τρύπα.

«Γαμήθηκες;»

Δεν απάντησε αμέσως και του κατάφερα άλλη μια. Όσο μπορούσα δυνατότερη.

«Ναι Μάριέ μου» βόγκηξε βήχοντας.

Κοίταγα στο κενό, με τα μηνίγγια μου να σφυροκοπούν όλο και πιο δυνατά.

Με μια τρίτη σφαλιάρα του έτσουξα τη τρυφερή σούφρα όσο ποτέ.

Είχε μάλλον αρχίσει να υποψιάζεται τη πορεία της βραδιάς.

«Πόσες φορές;»

«Μία Μάριέ μου»

«Τα “Μάριέ μου” κομμένα γι απόψε βρωμόπουστα. Το “μου” θα κρίνω ΕΓΩ αν υφίσταται ακόμα».

«Μάλιστα».

«Γιατί μόνο μία; Μόνο ο ένας από τους δυο σου γάμησε τη σκατότρυπά σου;»

«Ναι».

«Γιατί αυτό; Είχε μικρό πούτσο και δεν τον καταδέχτηκε ο πάτος σου;»

«Απλά δεν έκατσε», είπε σκύβοντας ντροπιασμένα το κεφάλι.

Του είχα ξαναμιλήσει άσχημα, αλλά μέσα στα πλαίσια του παιχνιδιού. Τώρα εννοούσα κάθε μου έκφραση, κι αυτό τον ξεφτίλιζε πραγματικά, ένιωθε τον πραγματικό θυμό μου και ντρεπόταν αληθινά για τις απαντήσεις του.

Κι ακόμα ήμασταν στην αρχή.

«Και τι έκανες με τον δεύτερο;»

Δεν απάντησε.

«Σε ρώτησα κάτι»

«Απλά παίξαμε» κόμπιασε.

Τον ελευθέρωσα από το πάτημα μου, έσκυψα μπροστά του και τραβώντας τον από τα μαλλιά τον ανάγκασα να με κοιτάξει.

«Του πήρες πίπα;»

Είδε το θυμό στα μάτια μου.

«Ναι»

«Του’ γλειψες και το κώλο του;»

Δεν απάντησε και χαμήλωσε το βλέμμα του.

«Όχι, μόνο μπροστά»

Δε κρατήθηκα. Μια δυνατή σφαλιάρα στο μάγουλο τον έκανε να χάσει την ισορροπία του και να πέσει πλάγια στο πάτωμα.

Ήταν φανερό ότι ήδη ντρεπόταν πάρα πολύ.

«Συγνώμη Μάριέ μου»

Ξανακάθισα στο καναπέ.

«Τον τσιμπούκωσες ρε πούστη; Αυτό το στόμα που φιλούσα έγλειψε πούτσο αλλουνού;»

 Όλη αυτή την ώρα σκεπτόμουν, σκεπτόμουν πως θα τον τιμωρούσα, κάτι καινούργιο, κάτι άβολο, πραγματική τιμωρία.

Έτσι όπως είχε σωριαστεί πλάγια, πρόβαλαν ανάμεσα από τα λυγισμένα μπούτια του οι όρχεις του και η σχισμάδα, ήθελα να πέσω πάνω του και να τους χώσω στο στόμα μου και μετά να τους φιλήσω, να τους τραβήξω δαγκώνοντάς τους ελαφρά όπως του άρεσε, να χώσω το πρόσωπο μου στη τρυπούλα που είχα πονέσει και να νιώσω τη γεύση του στην άκρη της, βαθειά του, τρελαίνοντάς τον, αλλά η ανάγκη μου να τον τιμωρήσω αληθινά ήταν ισχυρότερη.

«Και σου’ γλειψε και το φιστίκι σου μάλλον, ε; Που σου’ κανα τη χάρη και στο’ πιανα που και που και στο’ γλειφα; Του το’ δωσες στο στόμα; ΣΚΑΤΟΠΟΥΣΤΑ!»

Κι η ιδέα δεν άργησε να κατέβει στο εφευρετικό, άρρωστο μυαλό μου.


«Σήκω έτσι όπως είσαι και φέρε από το μπαλκόνι τη σιδερένια καρέκλα».

Τη καρέκλα που όποτε είχε κοιμηθεί σπίτι μου έπινε τον πρωινό του καφέ πριν πάει στη δουλειά.

Με κοίταξε απορημένα.

«Να βάλω κάτι Μάριέ μου; Κάνει ψόφο έξω».

«ΤΣΑΚΙΣΟΥ ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ» είπα κι έδειξα τη μπαλκονόπορτα με το χέρι μου χωρίς να χωράει δεύτερη κουβέντα.

Κουρασμένα αλλά χωρίς αντίρρηση, έτσι όπως ήταν ολόγυμνος, άνοιξε τη συρόμενη τζαμόπορτα κι έκανε αυτό που του είπα. Επέστρεψε ντροπιασμένος από την έκθεση, ανατριχιασμένος από το βραδινό κρύο κι έστησε τη καρέκλα στο κέντρο του δωματίου.

Ήταν μια απλή, αλουμινένια, σπαστή καρέκλα, χωρίς μπράτσα.

«Κάτσε ανάποδα και πέρασε το κεφάλι σου κάτω από τη πλάτη της» είπα χωρίς να τον κοιτάξω, καθοδηγώντας τον μ’ ένα νόημα.

Η καρέκλα ήταν παγωμένη κι αυτό ήταν ήδη αρκετά ενοχλητικό.

 Έκανε ότι του είπα, κάθισε ανατριχιασμένος στο κρύο μέταλλο έχοντας φάτσα του τη πλάτη της καρέκλας, έσκυψε τελείως φέρνοντας του γλουτούς του όσο πιο έξω μπορούσε από το κάθισμα και πέρασε το κεφάλι του ανάμεσα από το κάθισμα και τη πλάτη. Έτσι όπως ήταν γύρω στο 1,88 στηριζόταν μόνο από τα μπούτια του, οι γλουτοί ήταν τελείως έξω από το κάθισμα, έτσι όπως ακριβώς το είχα φανταστεί. Τελείως άβολη στάση, η πλάτη της καρέκλας του πίεζε το σβέρκο κι έτσι όπως τα γόνατά του δεν μπορούσαν να κλείσουν, τα μπούτια του μόλις που ακουμπούσαν στο κάθισμα, σχεδόν καθόταν στον αέρα.

Έσκυψα και με μια απότομη κίνηση τού σήκωσα το κώλο και τράβηξα τα γεννητικά του όργανα, έτσι ώστε να κρέμονται κι αυτά απροστάτευτα. Η στύση του είχε κάνει φτερά, και αν και μάλλον πόνεσε, ούτε καν μπόρεσε να κουνηθεί.

Δεν μου έφτανε όμως.

Έφερα τις δερμάτινες χειροπέδες, του ασφάλισα τα χέρια έτσι ώστε τα μπράτσα του να αγκαλιάζουν σφιχτά τη πλάτη της καρέκλας, κι έδεσα τους αστράγαλούς του στα μπροστινά πόδια του μεταλλικού επίπλου.

«Μάριέ μου» είπε σιγά.

Χωρίς να απαντήσω, κάθισα στον καναπέ κι απήλαυσα το θέαμα.

Όλη η οριζόντια πλάτη κι η λυγισμένη μέση στη διάθεσή μου και οι γλουτοί του έτσι όπως τα μπούτια του ακούμπαγαν στα πλευρά του, ορθάνοιχτοι. Η καύλα μπερδευόταν με τον θυμό και τον πληγωμένο εγωισμό μου, κι η βότκα ενέτεινε ακόμα περισσότερο τη κατάσταση.

Σηκώθηκα απότομα, πήγα από πίσω του και του χούφτωσα δυνατά τις τρίχες γύρω απ’ τη τρύπα του.

«Σε γάμησε καλά ο πρώτος;»

Δεν απάντησε, δε μπορούσε, δεν ήξερε τι να απαντήσει.

Χωρίς να περιμένω απάντηση, έχωσα μέσα του και τους δυό μου αντίχειρες  και τον άνοιξα διάπλατα όσο πιο απότομα και δυνατά μπορούσα.

«Θα το μετανιώσεις που ένιωσες άλλο πουτσοκέφαλο να σου γαμάει το πουστράντερο βρωμιάρη»

Ο Σάκης ούρλιαξε.

«Αχ, μη, πονάει πολύ…»

«Σου έσκισε τη τρύπα; Σε άνοιξε καλά βλέπω βρωμόπουστα» είπα ψέματα, «δεν το έχεις ανεχτεί αυτό άλλη φορά τόσο εύκολα» είπα ανοίγοντάς τον περισσότερο.

Η τρύπα έχασκε, τόσο ερεθιστικά για μένα, αλλά με τόση δυσφορία από το Σάκη.

Καθώς τέντωσα το άνοιγμα περισσότερο δεν μπόρεσε να κρατηθεί κι άρχισε να φωνάζει.

Τον άφησα και σηκώθηκα.

«Για τα πουστράκια που δεν κρατιούνται κ θέλουν να με κάνουν ρεζίλι στη πολυκατοικία, υπάρχει αυτό» είπα και του έχωσα στο στόμα την καουτσουκένια μπάλα από το δερμάτινο mouth gag που είχα πάρει πρόσφατα και του το έδεσα σφιχτά πίσω από το κεφάλι. Του κατάφερα μια δυνατή σφαλιάρα στο κεφάλι και σηκώθηκα.

Πήγα πάλι από πίσω του, γονάτισα και ξανάχωσα τα δάχτυλά μου στον ορεκτικά χαλαρωμένο κώλο.

«Σου έβαλε και κωλόχερο ο γαμιάς σου» έλεγα ξεχειλώνοντας τον χώνοντάς του όλο και περισσότερα στεγνά, τσουχτερά δάχτυλα, «έπλυνες και το κώλο σου να είσαι καθαρός μη τυχόν και τον σκατώσεις; Μίλα βρωμόπουστα, βρυχήσου, παλιογαμημένη πούστρα, πας και γαμιέσαι μ’ όποιον σε ψαρέψει; Μ’ όποιον σου κάνει τη χάρη και σου δώσει σημασία; Μ’ όποιον σου κάνει τη χάρη να χώσει τη βρωμοψωλή του στο κωλάντερο σου; Ζητιάνα της πούτσας;»

Και τον άνοιγα, τον έσκιζα με λύσσα, πονώντας τον, μ’ όση δύναμη μπορούσα, τον έψαχνα βαθιά τον ολοκάθαρό μου Σάκη, τον έτσουζα με τα νύχια μου, τον έγδερνα με τον θυμό μου, είχα φτάσει σε σημείο να του χώσω ασάλιωτα και τα τέσσερά μου δάχτυλα και να του τα σπρώχνω με βία μέσα του τόσο δυνατά που μετακινιόταν ολόκληρη η καρέκλα, κι όλο κι έσταζαν σάλια από το gag στο χαλί, σάλια και δάκρυα, πονούσε και δεν του άρεσε, κι αυτό με καύλωνε, τόσο όσο ποτέ, υπέφερε και τον τιμωρούσα με πόνο που δεν άντεχε.

Κάποια στιγμή τον άφησα, έπιασα τη μεγαλύτερη κωλόσφηνα που είχα και με μια απότομη κίνηση  του την εφάρμοσα στην στεγνή, πονεμένη τρύπα.

Δαγκώνοντάς του δυνατά τον ένα γλουτό και τραβώντας τον με τα δόντια μου για να ανοίξει και να τεντώσει το δέρμα της σχισμάδας περισσότερο και τραβώντας τον άλλο με το χέρι μου, την ατέλειωτη στιγμή μέχρι που ο ήδη ταλαιπωρημένος δακτύλιος του πρωκτού του περάσει το φαρδύ σημείο κι εφαρμόσει στο στενό μέρος της βάσης της κωλόσφηνας, ο Σάκης μούγκρισε σαν ζώο που το σφάζουν. Είχαμε ξαναπαίξει μ’ αυτό τον τρόπο, αλλά όχι έτσι απότομα, ούτε ασάλιωτα.

Πήγα κι έφερα από τη ντουλάπα μου το μαστίγιο, τα βαρύ αυστραλέζικο μαστίγιο που είχα, αντίγραφο από αυτό που χρησιμοποιούν στα ζώα οι γελαδάρηδες, και του το έφερα μπροστά στα δακρυσμένα του μάτια.

«Αν τυχόν ξαναφωνάξεις, θα στο λιώσω πάνω σου, θα σε λιανίσω μέχρι να ματώσεις».

Έκλαιγε πια με λυγμούς.

«Ξηγηθήκαμε;» τον ρώτησα τραβώντας του τα μαλλιά.

Έγνεψε καταφατικά και του έβγαλα το gag από το στόμα.

Το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο από την άβολη στάση, μια μάζα σάλιων και δακρύων και το σφιχτό gag του είχε κάνει κοκκινίλες δεξιά κι αριστερά στα μάγουλα. Το θέαμα προς στιγμήν με έκανε να θέλω να τον λύσω, να τον φιλήσω τρυφερά και τον συγχωρέσω, αλλά στη στιγμή άλλαξα γνώμη, ακόμα αργούσε αυτή η ώρα.

«Πόσες φορές γαμήθηκες βρωμόπουστα;»

«Μια» κλαψούρισε.

Μια δυνατή καμτσικιά προσγειώθηκε ανάμεσα στους ώμους του. Την επόμενη στιγμή κόκκινα σημάδια εμφανίστηκαν στο τρυφερό δέρμα του αγοριού, σαν πορφυρός γαλαξίας.

Και τότε ο Σάκης κατάλαβε πραγματικά τι σημαίνει τιμωρία.

Η επόμενη ερώτηση σίγουρα τον έκανε να με φοβηθεί όσο ποτέ στη διάρκεια της σχέσης μας.

«Πόσων χρόνων ήταν ο πούστης σου βρωμόπουστα;»

«Μάριέ μου, συγνώμη, …σε παρακαλώ, δε θα το ξανακάνω, …πονάει πολύ αυτό που μου έχεις βάλει, …η τρυπούλα μου Μάριέ μου, …δε θα το ξανακάνω, …Μάριέ μου» ψέλλισε.

«ΠΟΣΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΗΤΑΝ Ο ΠΟΥΣΤΗΣ ΣΟΥ!» ούρλιαξα.

Κόμπιασε, δεν τολμούσε να απαντήσει.

Ήταν στο έλεός μου και το ήξερε, όπως όμως ήξερε κι εμένα πια καλά, πάντα έφτανα μέχρι το τέλος, κι αυτή τη φορά έφταιγε πραγματικά.

Έκλεισε τα μάτια του, κι έσφιξε δυνατά με τις γροθιές του τους βραχίονες της πλάτης της σιδερένιας καρέκλας.

«43» ψιθύρισε τρέμοντας.


(συνεχίζεται εδώ)

 

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ, ΙΟΥΛΙΟΣ 2006

ΙΟΥΛΙΟΣ ΤΟΥ '06, ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ
ΕΠΤΑ ΟΛΟΚΛΗΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Αληθινή μου εμπειρία

 



Μια γλυκιά μέθη, ζαλάδα.

«Πονάω Μάριέ μου».

Τα σιδερένια μανταλάκια που είχα εφαρμόσει στις άκρες από τις μικρές ερεθισμένες ρώγες του πρέπει να κόντευαν να τον τρελάνουν από το πόνο.


Όλη την ώρα μέχρι εκείνη τη στιγμή, είχε τα μάτια του κλειστά, είτε όσο ήταν σκυμμένος και τις έτρωγε, είτε λίγο μετά που μετά από τη σχετική μου εντολή γευόταν και σάλιωνε λαίμαργα κάθε εκατοστό δέρματος από τα πόδια μου, ακόμα κι όσο ασχολήθηκε με το πέος και τους όρχεις μου, γλείφοντάς και φιλώντας με πειθήνια για ώρα, όλη την ώρα είχε τα μάτια κλειστά, υπάκουος στις οδηγίες, να μη χαλάσει το θέλημά μου ούτε μια στιγμή, να μη διαλύσει τη μαγεία του σχεδόν μυστικιστικού απογεύματος.


Τον σήκωσα απ’ τις μασχάλες, τον έφερα στο ύψος του προσώπου μου, άνοιξε τα μάτια και ξανααντικρυστήκαμε για πρώτη φορά μετά από 7 ολόκληρα χρόνια.

Μ’ έψαξε στιγμιαία με το βλέμμα.

«Πονάω Μάριέ μου» βρήκε να πει.

Του άρπαξα το πρόσωπο με τα δυό μου χέρια κι έχωσα το στόμα του στο δικό του, λαίμαργα, λυσσασμένα, κανιβαλιστικά.

«Το ξέρω αγόρι μου» απάντησα σαλιωμένα.

Κι η αγωνία του πόνου ήταν τόσο ερεθιστικά χαραγμένη στην έκφρασή του.


Είχε ακολουθήσει κατά γράμμα ότι του είχα πει, είχε χτυπήσει το κουδούνι μου - με τρελό καλοκαιρινό χτυποκάρδι όπως μου εξομολογήθηκε αργότερα, το ίδιο νοτισμένο χτυποκάρδι που είχε νιώσει επτά χρόνια πριν, την ίδια εποχή, καλοκαίρι του 2000 που κατά τρελή σύμπτωση πρωτοσυναντηθήκαμε - ακριβώς την ώρα που είχαμε συμφωνήσει, και σε μερικά λεπτά γδυνόταν τελείως με σβέλτες κινήσεις και στηνόταν στα τέσσερα στο μικρό κόκκινο χαλάκι που του είχα στρώσει στο κέντρο του σαλονιού μου.

Από την ώρα που είχε μπει στο σαλόνι τον παρακολουθούσα από ένα μικρό καθρέφτη που είχα στήσει κατάλληλα στο διπλανό δωμάτιο.

Τα συναισθήματα μου ήταν απερίγραπτα, η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή, μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να πιστέψω ότι θα τον ξανάβλεπα.

Επτά ολόκληρα χρόνια μετά…



«ti thaleges na synantiomastan san ksenoi, san th prvth fora» τον είχα ρωτήσει διαδικτυακά όταν ανακάλυψα το προφίλ του σ’ ένα site γνωριμιών.

«de kserw marie moy»

Ούτε κι εγώ ήξερα… δεν ήξερα πως τόλμησα να τον ρωτήσω κάτι τέτοιο, δεν ήξερα πως θα τον ξανάβλεπα στα μάτια μετά από τόσο καιρό.

«de kserw pws tha se ksanantikrisw meta apo toso kairo» πρόλαβε τη σκέψη μου.

Κι εκείνη τη στιγμή μου κατέβηκε η ιδέα.

«de tha me deis, thimasai pou menw, tha beis, tha gditheis k tha me perimeneis. Egw tha eimai sto dipla dwmatio»

Ίσως το σκέφτηκε για λίγο γιατί η απάντησή του ήρθε μερικά αγωνιώδη λεπτά αργότερα.

«entaksei»

Και το σφίξιμο στο στομάχι μου και η καύλα στο μυαλό μου και το κάψιμο χαμηλά στο στομάχι μου κράτησαν μέχρι τη στιγμή που τον είδα μέσα από το καθρεφτάκι να περιεργάζεται στιγμιαία τον τόσο γνώριμο του χώρο, να γδύνεται και να πέφτει στα τέσσερα περιμένοντας τον Μάριό του να τον αγαπήσει με τον τρόπο που ξέραμε κι οι δυό τόσο καλά.




Με το που μπήκα στο δωμάτιο, γονάτισα αργά δίπλα του. Είχε πάρει τη στάση που ήξερε πως μου άρεσε. Στα τέσσερα, με τους ώμους σκυφτούς, τα μπούτια ανοιχτά και το κεφάλι να ακουμπάει με το μέτωπο χάμω.

Με τα μάτια κλειστά, να μη με δει.

Δε μπορούσα να κάνω άλλο από το να καθίσω στο καναπέ και να τον χαζέψω, μ’ αυτό το μοναδικό συναίσθημα του ότι ο άλλος είναι εκεί για να τον χαζέψεις, περιμένει… Θαύμασα το λεπτό, γραμμωμένο κορμί, τους δυνατούς ώμους που κράταγαν κρυμμένο το σκυφτό του κεφάλι, τη λεπτή μέση που κατέληγε τους μικρούς γλουτούς.

Οι μεγάλοι όρχεις κρέμονταν δελεαστικά, κι η τεράστιά του στύση πρόβαλε κιόλας μεγαλόπρεπα κάτω απ’ τη κοιλιά του.

Ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι τα τριξίματα από τα αργά μου βήματα στο ξύλινο πάτωμα είχαν εντείνει την ήδη έντονη αδημονία του.

«eisai o afentis, tha afethw, sou exw empistosini» μου είχε πει διαδικτυακά.

Σηκώθηκα, γονάτισα δίπλα του και τον ακούμπησα ελαφρά με την άκρη του δείκτη μου στο σβέρκο κι ένας ελαφρύς σπασμός τον ταρακούνησε ελαφρά.

«Αγόρι μου» σκέφτηκα, «κι εγώ έτσι νιώθω».

Το δάχτυλό μου σύρθηκε αργά από το σβέρκο, ανάμεσά από τους ώμους, τα πλευρά, σ’ όλη τη γραμμή της σπονδυλικής στήλης, πολύ αργά, όσο πιο αργά και βασανιστικά μου επέτρεπε κι η δική μου αδημονία να ξανανιώσω κάθε χιλιοστό του πολύτιμου κορμιού, και κατέληξε στη σχισμάδα των ανοιγμένων του γλουτών. Πλουσιοπάροχο θέαμα, μου το προσέφερε όσο πιο δελεαστικά μπορούσε.

…δες με, χόρτασε με, μ’ αρέσει που σε φτιάχνω, που σε καυλώνω, κάψε με, φάε με, δικιά σου η τρύπα, το δέρμα της, οι τρίχες της, το έντερό μου, πλύθηκα για σένα, με καθάρισα καλά, σε σκεπτόμουν όσο το νερό έβγαινε καθαρό από μέσα μου, πόνεσέ με, σκίσε με, βάρα με, περιμένω, το θέλω, το χρειάζομαι, ΣΕ χρειάζομαι…

Αναρωτιόμουν τι σκεφτόταν.

Το κορμί του ήταν πιο γυμνασμένο, πιο γραμμωμένο, το άτριχο δέρμα του ήταν το ίδιο υπέροχο, κι η καύλα μου ήταν ίδια με τότε.

Έσταξα λίγο σάλιο στα δάχτυλά μου και με μια απότομη κίνηση του έχωσα δύο στο άνοιγμα του πρωκτού του, εξερευνητικά, σκληρά, βίαια, ανυπόμονα.

Μ’ ένα μουγκρητό αναδεύτηκε.

«Σκασμός» είπα όσο πιο απαλά γινόταν.

Και καθώς τον έσκαβα με τα δάχτυλα μου, έσκυψα και του ψιθύρισα.

«Σαν να μην πέρασε μια μέρα»

@@@


Έτσι όπως ήταν σταθερά και υπάκουα παραδομένος στα τέσσερα και με τη σχισμάδα του διάπλατα ανοιχτή, ήρθε η ώρα του ξύλου.

Έπιασα τη λεπτή δερμάτινη βίτσα, ήρθα από μπροστά του και με το ξυπόλητό μου πόδι του πάτησα το κεφάλι.

«Όταν δε μπορείς άλλο, θα πεις δυνατά, σ’ ευχαριστώ Μάριέ μου» βρήκα να πω ανάμεσα σε ανυπομονησία και καύλα.

Κι άρχισα να βιτσιάζω την ευαίσθητη περιοχή, στην αρχή δυό-τρεις δυνατές, μικρά συνεχόμενα χτυπήματα έπειτα, και μετά με αραιές, προσεκτικά ζυγιασμένες, δυνατές, ανελέητες βιτσιές.

Βογκούσε από πόνο κι ευχαρίστηση μαζί, ανάδευε πότε πότε τη μέση του ελαφρά, έσφιγγε τη τρυπούλα του πρωκτού του, να τη μαζέψει, να τη προφυλάξει όσο μπορούσε, μετά την άφηνε ελεύθερη, χαλαρή, να τον βρει μια επόμενη βιτσιά, να τον πονέσει, να πρηστεί, να με θυμάται τις επόμενες μέρες κι ο ήχος από τα χτυπήματα μεθούσε και τους δύο.

«Σ’ ευχαριστώ Μάριέ μου» μούγκρισε χορτάτος κι ανήμπορος κάποια λεπτά μετά.

«Δύο για μένα» ρώτησα ξέροντας την απάντηση.

Κι απλά κούνησε το κεφάλι του, και δύο δυνατές, αστραπιαίες βιτσιές του τσάκισαν την ανοιχτή σχισμάδα με ισάριθμα βογγητά. 

@@@ 
Του πέρασα τις δερμάτινες χειροπέδες στους καρπούς και τους αστραγάλους και τον ασφάλισα στους κρίκους στο κούφωμα της μεγάλης συρόμενης πόρτας έτσι ώστε το κορμί του να σχηματίζει ένα τέλειο, ανάποδο «Υ», με τα πόδια του διάπλατα ανοιχτά και τα χέρια του ίσια, δεμένα πάνω απ’ το κεφάλι του.

Πιάνοντας το μαστίγιο στα χέρια μου, λυπόμουν που δεν έπρεπε  να του αφήσω σημάδια. Ίσως και καλύτερα, αν άφηνα τον εαυτό μου ελεύθερο μπορεί και να έβγαινε λουρίδες από τα χέρια μου.

Χωρίς να τον προειδοποιήσω, έτσι όπως τον είχα πλάτη, σημάδεψα ανάμεσα στα πόδια του κι έριξα τη πρώτη, τη δέκατη, την εικοστή. Έτσι όπως έδινα φόρα στη λαβή μου από κάτω προς τα πάνω, όλες οι άκρες του μαστίγιου χώνονταν κάτω από τα πόδια του και  τον εύρισκαν στους όρχεις, στο ακούραστο πέος και σ’ όλη τη περιοχή των κάτω κοιλιακών.

Προσέχοντας να μην αφήσω σημάδια, προσγείωσα αρκετές και στους ολοστρόγγυλους γλουτούς, ανυπομονώντας για τη στιγμή που θα τους άνοιγα κατακόκκινους και καυτούς για να χαθώ μέσα τους. 

Όταν πια είχε ιδρώσει για τα καλά απ’ την αγωνία του μαστιγώματος, ήρθε η κατάλληλη στιγμή.

Τον απαγκίστρωσα από τους κρίκους.

«Πήγαινε κ γονάτισε στο κρεβάτι» ψιθύρισα στ’ αυτί του, «θέλω να σε γαμήσω».

Και το θέαμα του δυνατού του κώλου να κάνει μερικά βήματα, να ανεβαίνει στο κρεβάτι με τα καθαρά σεντόνια, να γονατίζει και να παίρνει θέση με καύλωσε ακόμα περισσότερο.

Φόρεσα ένα προφυλακτικό που είχα έτοιμο από ώρα και γονάτισα πίσω του, ακουμπώντας την άκρη του πέους μου στη σχισμάδα του.

«Δε θέλω να βγάλεις τσιμουδιά μωρό» και με τη σειρά του φυλάκισε το κεφάλι του κάτω από τις σφιγμένες του γροθιές, ξέροντας…


Καρφώθηκα!


Ξέροντας τον πόνο που του προκαλούσα, αυτό που ένιωσα κι εγώ με τη σειρά μου ήταν απερίγραπτο.

Χωρίς να χάσω στιγμή, βγήκα απότομα από μέσα του και χωρίς να τον αφήσω να ξεσφίξει τη μικρή τρύπα, ξανασφηνώθηκα αμέσως στο ζεστό άνοιγμα.

Έκανα το ίδιο μερικές φορές χωρίς να αλλάξει τίποτα στην αίσθηση, καθώς κάθε φορά τον εύρισκα απροετοίμαστα το ίδιο στενό.

Κάποια στιγμή τον άρπαξα γερά από τα ιδρωμένα λαγόνια, χώθηκα μέσα του μέχρι τη βάση του πέους μου και τον έσκαψα όσο πιο βαθειά μπορούσα, τον οχτάριασα έντονα, να με νιώσει καλά, να τον νιώσω, να τον πονέσω.

Έσκυψα και τον αγκάλιασα απ' τη μέση και τον πήδηξα έτσι αρκετή ώρα, χωρίς να τελειώσω…

@@@


Αφού με είχε γλείψει για ώρα ξαπλωμένο μπρούμυτα από τις φτέρνες μέχρι τη βάση του λαιμού μου, κάποια στιγμή σηκώθηκα, τον γύρισα ανάσκελα και κάθισα πάνω στο πρόσωπό του.

Νιώθοντας την ανεπανάληπτη αίσθηση από τη μούρη του σφηνωμένο στην ανοιχτή μου σχισμάδα, είχα μπροστά μου το μεγάλο όμορφο και κατάσκληρο πέος, και όλο το υπέροχο σώμα του.

Όπως ένιωθα τη γλώσσα του να μου εξερευνά τις πτυχές στο άνοιγμα του πρωκτού μου, βάλθηκα να του βαράω δυνατά σκαμπίλια στο πέος και τους όρχεις.

Αυθεντικός μαζοχιστής, μόλις που κουνιόταν, μόλις που ανάδευε τα καλογραμμωμένα μπούτια. Χοντρές σταγόνες από σπερματικά υγρά σχηματίζονταν στο στόμιο της βαλάνου ανάμεσα από τα χτυπήματα, σταγόνες που έσκυβα κι εφαρμόζοντας καλύτερα τα τριχωτά μου κωλομέρια στο πρόσωπό του, έγλειφα με απληστία.

Σηκώθηκα, ήρθα από πάνω του κι ένιωσα τις γύμνιες μας να χορταίνουν η μια την άλλη. Έπιασα με δύναμη το ένα σιδερένιο μανταλάκι κι ελευθέρωσα απότομα τη ταλαιπωρημένη θηλή. Καθώς δάγκωσε τα χείλια του από τον πόνο, μια δυνατή μου σφαλιάρα τον βρήκε ακριβώς στο κατακόκκινο σημείο.

Δεν κρατήθηκε κι έβγαλε μια κραυγή, και την επόμενη στιγμή καταλαβαίνοντας το λάθος του, έκλεισε το στόμα του με το χέρι του.

Το να αντικρύσω τόσο πόνο και τόση ευχαρίστηση μαζί στα γουρλωμένα μάτια του, μ’ έκανε να πάθω κάτι για πρώτη φορά στη ζωή μου.


Έχυσα χωρίς καν να μ’ ακουμπήσω.


Χωρίς να ξέρω το λόγο, δεν ήθελα να το πάρει είδηση, μ' άδειασα αθόρυβα στη παλάμη μου και σκουπίστηκα στην άκρη του σεντονιού. Σκεπτόμουν ηλιθιωδώς απογοητευμένα πόσο πιο πανηγυρικά θα ήθελα να τελειώσω σε τούτη τη συνάντησή μας, πόσο η αναμονή της μ’ έφτασε σ’ αυτό το πρωτόγνωρο σημείο και πόση τελικά ήταν η αξία της που ανέτρεψε όλα όσα ήξερα για το εαυτό μου.


Έχυσα χωρίς καν να μ’ ακουμπήσω, δεν μπορούσα να το πιστέψω.


 Κι είχε έρθει η ώρα που περίμενα από τη στιγμή που πρωτοαντίκρισα το υπέροχο όργανό του να ξεπροβάλλει περήφανα κάτω από τα πόδια του.

Σηκώθηκα από πάνω του.

Από τα δυνατά χτυπήματα και το επίμονο μαστίγωμα λίγη ώρα πριν, το πέος και οι όρχεις είχαν πάρει ένα κατακόκκινο χρώμα.

«Σήκω, γονάτισε και παίξε μαλακία» διέταξα. «Θυμάσαι τι μου αρέσει;».

«Νομίζω ναι, Μάριέ μου», είπε λαχανιασμένα, από λαχτάρα να ελευθερώσει τους όρχεις του από το πολύτιμο φορτίο.

«Θυμάσαι τι πρέπει να μου πεις;».

«Νομίζω, ναι Μάριέ μου»

Και δε χρειάστηκε να περιμένω πολλή ώρα.

Σε μια απίστευτα ερεθιστική αλλά ανεπιτήδευτη πόζα, με το ένα πόδι γονατιστό και το άλλο να σχηματίζει ορθή γωνία, το «έλα να σε ταΐσω Μάριέ μου» που ψιθύρισαν τα υπέροχα σαρκώδη χείλια του, δεν άργησε πολύ.

Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε χαμηλά, εμένα, να αγκαλιάζω με το στόμα μου τη δυνατή του στύση κι αυτή με τη σειρά της να μου φτύνει πλούσια, αρωματικά υγρά, για ώρα, να μου γεμίζει το στόμα, να καταπίνω μέλι κι αγιασμό, όπως τότε, ξανά, νέκταρ, σαν να μη πέρασε μια μέρα…



Έπρεπε να φύγει, να γυρίσει, να επιστρέψω κι εγώ στη πραγματικότητα που μας κρατούσε χώρια, τη πραγματικότητα που μισούσα που θα μας κρατούσε χώρια, που μισούσα όπως το παρελθόν που δεν κάναμε υπομονή, που δε ξέραμε πώς να κάνουμε υπομονή.

Μου χάρισε το θέαμα να κάνει ντους, να σκουπίζεται μπροστά μου, να ντύνεται σαν μην τον έβλεπα, ρίχνοντας αδιόρατες, κλεφτές ματιές στ’ αχόρταγά μου μάτια.

«Θα τα ξαναπούμε» μάλλον είπαμε ψέματα κι οι δύο μετά από απλές, φιλικές κουβέντες που φάνταζαν τόσο αδιάφορες μπροστά σ’ αυτά που ίσως θέλαμε να πούμε.

Κι όταν έκλεισε η πόρτα πίσω του και σωριάστηκα ανάσκελα στο κρεβάτι ανάβοντας ένα τσιγάρο, χαμένος στην ανάμνηση, σκέφτηκα πως αυτή η ώρα που πέρασα μαζί του ήταν αρκετή, πως αυτή η ώρα άξιζε την αναμονή επτά χρόνων.

Κι ίσως να άξιζε και για όλα τα επόμενα χρόνια.

«Γεια σου αγόρι μου» είπα στο αδιάφορο ταβάνι από πάνω μου, κιτρινισμένο από τόσα τσιγάρα αναμονής.




security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY