Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

κόλαση στην ανάβυσσο - η κάθαρση (τέλος)


(συνέχεια από εδώ)
25 / 04 / 1999



10:00



- Γιατί, γιατί, γιατί; ούρλιαζε.

- Γιατί έτσι γουστάρω Νικολάκη, γιατί έτσι τη βρίσκω. Τώρα θα το μάθεις;

Και πατώντας το κεφάλι με το πόδι του τού λιάνιζε αλύπητα τους γλουτούς με τη δερμάτινη ζώνη, με γρήγορο, σταθερό ρυθμό.

- Αυτό είναι το καλημέρα μου και ΑΝ σ' αρέσει, είπε ο Σπύρος συνεχίζοντας χωρίς να σταματήσει στιγμή. Ευγενική προσφορά, συνέχισε γελώντας δυνατά.

Ο Νίκος μόλις είχε ξυπνήσει βίαια χωρίς να καταλάβει τι γινόταν και δεν είχε καν τη δύναμη ν' αντιδράσει. Ο Σπύρος είχε ορμήξει στο δωμάτιο, πιάνοντάς τον με δύναμη από τα μαλλιά τον είχε σηκώσει από τη πλευρά που τον είχε πάρει ευεργετικά ο ύπνος, και τον είχε πετάξει πάλι στο στρώμα με το κεφάλι προς τα αριστερά, έτσι ώστε να τον πατάει με το αριστερό πόδι και να τον βαράει με το δεξί χέρι. Μια δυο φορές που πήγε να προστατεύσει τον ήδη μελανιασμένο του πισινό με τα χέρια του, η ζώνη του τσάκισε τα δάχτυλα. Η buffalo σαγιονάρα έτσι όπως τον πατούσε με δύναμη ο Σπύρος με το πόδι του, του τράβαγε τις ρίζες των μαλλιών του κροτάφου και του είχε διπλώσει τ' αυτί ταράζοντάς τον στο πόνο.

- Πονάω Σπύρο μου, πονάω, λυπήσου με.

Ο άντρας από πάνω του συνέχιζε απτόητος, ακριβώς στο ίδιο σημείο, με την ίδια δύναμη, συνεχόμενα, να τον λιώσει, λες και ήθελε να τον κόψει στα δύο. Ο θόρυβος από το δέρμα της ζώνης έτσι όπως έπεφτε στο σώμα του παιδιού αντηχούσε σχεδόν εκκωφαντικός στο άδειο δωμάτιο.

- Όσο παρακαλάς θα σε τσακίζω πούστη μου. Θέλω να καταλάβεις πως θα φερθείς σήμερα.

Ο Νίκος αποφάσισε να το βουλώσει. Δάγκωσε δυνατά το μαξιλάρι και σκέφτηκε θάλασσα, διακοπές, ήλιο, αντηλιακό, μπύρα, χαρά, καλοκαίρι, τζάκια, χιόνια, χειμώνες, θαλπωρή, αγκαλιά, χάδι, οτιδήποτε για να ξεφύγει από το πόνο.

- Σεβασμός στον άντρα και τους φίλους του, συνέχισε να τον βαράει λαχανιασμένος.

Οι ζωνιές έπεφταν πια σε δυό πρησμένους, τραγικά μελανιασμένους γλουτούς. Μέσα σε μερικά λεπτά πρέπει να είχε δεχτεί πάνω από εκατόν πενήντα χτυπήματα.

- Ότι σου πω, θα γίνει, Ο-ΤΙ ΓΟΥ-ΣΤΑ-ΡΩ ΘΑ ΤΟ ΚΑ-ΝΕΙΣ Α-ΜΕ-ΣΩΣ, φώναξε τελειώνοντας με κομμένη πια την ανάσα, τσακίζοντας με ανεπανάληπτες ζωνιές κάθε έντονα τονισμένη συλλαβή.

Σταμάτησε αποκαμωμένος κι απομακρύνθηκε. Δε πρόλαβε να θαυμάσει το έργο του. Μαζεύοντας απέλπιδα όλες του τις δυνάμεις ο Νίκος, τινάχτηκε από το κρεβάτι μισοζαλισμένος κι έπεσε στα πόδια του σε στάση ικεσίας.

- Ότι θέλετε, είπε δυνατά. ότι θελήσετε.

Ο Σπύρος έσκυψε, τον άρπαξε από τα μαλλιά και τον ανάγκασε να τον κοιτάξει στα μάτια.

Το πρόσωπο του παιδιού ήταν κατακόκκινο, τα μάτια υγρά και πρησμένα και τα χείλη του έτρεμαν.

- Το καλό που σου θέλω Νικολάκη.

Πήρε βαθειά ανάσα.

- Το καλό που σου θέλω, αλλιώς θα σε λιανίσω με τη μασιά απ' το τζάκι και θα σε πετάξω στα σκυλιά, είπε μέσα απ' τα δόντια του κι έφυγε.

Άφησε τη πόρτα ανοιχτή.

Πονούσε φρικτά, δε μπορούσε να πιστέψει πόσο πολύ πονούσε, έτρεμε από τον πόνο, ένιωθε τους γλουτούς του να πάλλονται από το αίμα, νόμιζε ότι του είχαν κάψει το κώλο του με ηλεκτρικό σίδερο, ήταν απάνθρωπος ο απότομος τρόπος που ξύπνησε και το ανελέητο λιάνισμα, το μόνο που μπορούσε να τον παρηγορήσει σαν σκέψη ήταν πώς ίσως το ίδιο βράδυ όλα να τελείωναν και να κοιμόταν σπίτι του, το μικρό, δροσερό του σπίτι, θα άνοιγε το κλιματιστικό και θα ξεχνιόταν και θα κοιμόταν για όσο ήθελε, θα έκλεινε το τηλέφωνο χωρίς καν να ελέγξει για μηνύματα τον τηλεφωνητή, θα πασαλειβόταν με bepanthol παντού, απαλά, να χαϊδευτεί, να χαλαρώσει, να γίνει καλά.

Η δυνατή φωνή του Σπύρου κάπου απ' έξω απ' τη φυλακή του τον έβγαλε από τις ευχάριστες σκέψεις.

- Τσακίσου κι έλα δω.

"Χριστέ μου".

Αποφάσισε να βγει από το δωμάτιο με τα γόνατα, να δείξει υπάκουος, ταπεινός, μήπως και τον λυπόντουσαν, δεν ήξερε τι θα μπορούσε να τον περιμένει εκεί που τον ήθελε, δεν άντεχε άλλο…

Με το που έβγαλε το κεφάλι απ' τη πόρτα να δει που τον φώναζε ο Σπύρος, τον είδε όρθιο στη πόρτα του μπάνιου. Ήταν ακόμα μόνο με το μποξεράκι του, και από το άνοιγμά του είχε βγάλει έξω το πεσμένο πέος και το κρατούσε κουνώντας το, μισοερεθισμένο από τη πρωινή στύση. Σε άλλη περίπτωση αυτό θα ήταν το πιο ερωτικό θέαμα στο κόσμο για τον Νίκο, τώρα τον γέμιζε τρελή απελπισία.

- Τσακίσου λέμε!

Ο Νίκος σύρθηκε σβέλτα μέχρι τη πόρτα του μπάνιου.

- Γονάτισε όρθιος διπλά στη λεκάνη κι άνοιξε το στόμα σου.

"Τι άλλο" σκέφτηκε αλλά έκανε όπως του είπε.

Ο Σπύρος έφερε μπροστά από το ανοιχτό στόμα το πέος του.

- Μη στάξει σταγόνα χάμω, θα σε πιάσω από το μαλλί και θα σου τρίψω τη μούρη στα πλακάκια μέχρι να φανεί το κόκκαλο!

Κι άρχισε να κατουράει.

- Έτσι μπράβο πουστρί μου, χέστρα κανονική!


Σκουροκίτρινα πρωινά ούρα, ξινά, με έντονη μυρωδιά μπύρας που έκαιγαν το λαιμό του Νίκου αλλά τα κατάπινε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Το μόνο παρόμοιο που είχε κάνει μέχρι τότε ήταν απλώς να τον κατουρήσουν κάτι εραστές στη πλάτη και στο στήθος, μέσα στη μπανιέρα του, αυτό όμως ποτέ.

Δε μπορούσε να κάνει αλλιώς όμως.

Μετά από λίγο καθάριζε τις τελευταίες σταγόνες από το πεσμένο πέος.

- Μη κουνηθείς από κει, είπε κι έφυγε χωρίς να του ρίξει ούτε μια ματιά.

Πονούσε στα γόνατα από την άβολη στάση, πονούσε και στους γλουτούς έτσι τους πίεζαν οι φτέρνες του, αλλά δε τόλμησε να μετακινηθεί, ούτε λίγο.

Του φάνηκε αιώνας μέχρι να τον κατουρήσει ένας ένας με τη σειρά με τα άπλυτα πουλιά τους, το πέος του Μιχάλη είχε και ίχνη από περιττώματα, ούτε καν έκανε το κόπο να ξεπλυθεί χτες βράδυ. Ο ένας κοπρολάγνος της παρέας, ο Γιάννης, έκανε την ανάγκη του μπροστά του παίζοντας μαλακία, βρίζοντάς τον. Έσκυβε και έβλεπε τα περιττώματά του και καύλωνε όλο και περισσότερο μέχρι που έχυσε. Πιάνοντάς τον από το σβέρκο, αφού τον έβαλε να του σκουπίσει το πέος από τα υγρά και τα υπολείμματα των προηγούμενων οργασμών του με τα χείλια του, τον ανάγκασε πιάνοντάς τον δυνατά απ' το σβέρκο να χώσει το κεφάλι του στη λεκάνη πριν τραβήξει το καζανάκι και τον κατούρησε στο λαιμό και τα μαλλιά.

Όταν κατάλαβε ότι μάλλον είχαν πάει στη κουζίνα για πρωινό καφέ, σηκώθηκε με κόπο, έκλεισε απαλά τη πόρτα, έσκυψε στη λεκάνη κι έκανε εμετό, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Ένιωσε να αδειάζει τελείως το στομάχι του από οτιδήποτε, αλλά εξακολουθούσε να χώνει με μανία το δάχτυλο του στον οισοφάγο μέχρι να μη μείνει τίποτα μέσα του.

Ξέπλυνε τα μαλλιά κ το πρόσωπό του όσο πιο σβέλτα μπορούσε, έτριψε λίγη οδοντόκρεμα στα δόντια και τη γλώσσα του, κοιτάχτηκε στο καθρέφτη, πήρε βαθειά ανάσα και μάζεψε τις δυνάμεις του για ότι τον περίμενε.

Ένιωθε φοβερή αδυναμία, και συνειδητοποίησε ότι εκτός τα σπέρματα που είχε καταπιεί και δυό τρία ροδάκινα που βρήκε ξεχασμένα στο ψυγείο κάποια στιγμή που βρήκε ευκαιρία να πάει στη κουζίνα το προηγούμενο απόγευμα, ήταν νηστικός πάνω από 28 ώρες – η τελευταία φορά που είχε φάει κανονικά ήταν το βράδυ της Παρασκευής.

Πεινούσε…





Έπεσε πάλι στα τέσσερα κι αποφάσισε έτσι υποτακτικά, δειλά – δειλά να πάει προς τη κουζίνα, αλλά δεν έλπιζε στον οίκτο κανενός από αυτούς.

Παρόλη τη ταλαιπωρία του τη προηγούμενη μέρα, εκτός που όταν ξύπνησαν τον έβαλαν να τους γλύφει με τις ώρες τα βρώμικα πέη τους και τους όρχεις μετά την απογευματινή τους σιέστα, να τους ερεθίσει καλά μέχρι να εκσπερματίσουν, να πιει τα υγρά τους μέχρι τελευταία σταγόνα, να τους γλύψει τα άπλυτα πόδια τους μέχρι να βαρεθούν όσο έβλεπαν κάτι μαγνητοσκοπημένους αγώνες ποδοσφαίρου στη διαπασών, δεν τον άφησαν να ησυχάσει καθόλου. "Φέρε νερό", "άλλο ποτήρι, δε μ' αρέσει αυτό", γέλια, "άναψε το τσιγάρο μου", "νερό", "φέρε το τασάκι πιο κοντά", "γλύψε μου το πούτσο", βρισίδι και σφαλιάρες, "βάλε ένα ουίσκι", "παγάκια", "πλύνε τα ποτήρια", "πλύνε τα πιάτα", "φέρε τη μουστάρδα απ' το ψυγείο", στα γόνατα παραδίπλα τους να περιμένει διαταγές, κι όλο πηγαινέλα στη κουζίνα κ στο σαλόνι στα τέσσερα. Κάποια στιγμή ο Σπύρος τον έβαλε να γονατίσει σε μια πολυθρόνα απέναντί τους και τον άκουσε με τρόμο να λέει "κάτσε εδώ έτοιμος, αν καυλώσουμε να σε γαμήσουμε". Ευτυχώς το θέαμα που παρουσίαζαν τα μελανιασμένα μπούτια και οι γλουτοί του δεν ερέθισαν κανένα ιδιαίτερα (με μεγάλη του χαρά άκουσε και υποτιμητικά σχόλια του στιλ "πάρε τη βρωμόπουστα από 'κει, μας κόβει την όρεξη" ή "ποιος τον γαμάει τον πούστη έτσι που τον κάναμε"), εκτός φυσικά από τον ίδιο τον Σπύρο που κάποια στιγμή σηκώθηκε, του έδωσε να κρατάει το ποτήρι με το ουίσκι του και διατάζοντάς τον να μη βγάλει άχνα και να μη χύσει ούτε γουλιά, βύθισε το ερεθισμένο του πέος, ασάλιωτα, στη πρησμένη τρύπα του παιδιού. Ο Νίκος δάγκωσε δυνατά τη πλάτη της πολυθρόνας για να μην ουρλιάξει από το όργανο που τον έσκαβε σαν ένα μάτσο ξυραφάκια και περίμενε υπομονετικά να νιώσει τους σπασμούς του που ευτυχώς δεν άργησαν να έρθουν. Το υπόλοιπο της νύχτας κύλησε ήρεμα, με τον Νίκο πιασμένο από την ακινησία να περιμένει - ευτυχώς κανέναν - επίδοξο γαμιά και μόνο κατά τα μεσάνυχτα, με τον ίδιο τρόπο που το απόγευμα τον είχε σύρει στο δωμάτιο, κρατώντας τον από τα μαλλιά, τον κλείδωσε πάλι, ξεφτιλισμένο, κουρασμένο και πεινασμένο.



- Αφέντες μου πεινάω, είπε θεατρικά, όσο πιο υποτακτικά μπορούσε, με το που ξεμύτισε από τη γωνία του διαδρόμου.

Και είδε μόνο τον Σπύρο, να τρώει, μισοξαπλωμένος στο καναπέ.

Πλησίασε, σουρνάμενος, με σκυμμένο κεφάλι, όσο πιο αθόρυβα και υποτακτικά μπορούσε. Τα αισθήματα του τρόμου από το θυμό του Σπύρου και της πείνας που τον έφερνε στα όρια της λιποθυμίας ήταν ανάκατα.

- Σπύρο μου, πεινάω, πεινάω πολύ, σε παρακαλώ.

Ο άντρας τράβηξε το βλέμμα του από τη τηλεόραση και τον κοίταξε.

- Πεινάω Σπύρο μου, αλήθεια…

Για μερικά δευτερόλεπτα φάνηκε σαν να είχε σταματήσει ο χρόνος …η ησυχία ήταν διαπεραστική …ο Σπύρος τον κοιτούσε… ο Νίκος δεν μπορούσε να καταλάβει… είχε καρφώσει το βλέμμα του πάνω του κ δε μιλούσε… ένιωθε να τον κυριεύει ο τρόμος από ένα πιθανό ξέσπασμα του πάλι.

Απόλυτη ησυχία στο σπίτι, "που είναι οι άλλοι";

- Ναι μωρό, έλα κάθισε στο καναπέ, πάω να σου φτιάξω κάτι.

Κι άφησε το πιάτο του στο γυάλινο τραπεζάκι του σαλονιού και σηκώθηκε.

- Να καθίσω στο καναπέ Σπύρο μου; είπε απορημένα.

- Ναι ρε μωρό, στο πάτωμα θα τη βγάλεις;

Ο Νίκος δε πίστευε στ' αυτιά του.

"Παράνοια".

Μερικά λεπτά αργότερα, βολεμένος όπως όπως στον δερμάτινο καναπέ έτσι όπως πονούσε παντού και χαϊδεύοντας τα γρατζουνισμένα του γόνατα, δε πίστευε ούτε στα μάτια του, όταν ο Σπύρος του έφερε δύο πιάτα, το ένα με φέτες ζαμπόν και κασέρι, και το άλλο με δύο κρουασάν molto χωρίς το περιτύλιγμά τους, σερβιρισμένα κανονικά, κι ένα milko.

- Θέλεις καφέ μήπως;

Ο Νίκος τον κοίταξε σαν χαμένος

Ο Σπύρος έσκυψε προς το μέρος του έτσι όπως ήταν όρθιος από πάνω του κι ο Νίκος πήγε να καλυφτεί μη φάει καμιά ανάποδη.

Προς μεγάλη του έκπληξη ο Σπύρος του τού χάιδεψε τα μαλλιά, του σήκωσε το κεφάλι απαλά και τον φίλησε τρυφερά.

- Θέλεις καφέ μωράκι; Έχω φίλτρου, έτοιμο.

- …ναι, μπόρεσε να ψελλίσει έκπληκτος, …ναι, ευχαριστώ.

Κι όση ώρα προσπαθούσε να φάει αμίλητος όσο μπορούσε πιο κόσμια και αργά, πίνοντας μεγάλες γουλιές καφέ, ο Σπύρος του χάιδευε τη πλάτη όσο πιο τρυφερά γινόταν.

- Τι έγινε; τόλμησε να ρωτήσει.

- Τι να γίνει;

"Ο τέλειος διχασμός προσωπικότητας";

- Έφυγαν οι άλλοι;

Ο Σπύρος έβαλε τον δείκτη του χεριού του κάθετα στα χείλια του.

- Σσσσς…

"Ο τέλειος διχασμός προσωπικότητας"!!!

- Είμαστε μόνοι μας.

Δε μπορούσε να καταλάβει ούτε τι συνέβη, ούτε τι συνέβαινε εκείνη τη στιγμή.



Όταν έφαγε, ο Σπύρος τον πήγε σε μια απ' τις κρεβατοκάμαρες του πάνω ορόφου, τον ξάπλωσε μπρούμυτα στο κρεβάτι, του άνοιξε τα πόδια και τους γλουτούς και βάλθηκε να σβήσει όλες τις άσχημες αναμνήσεις της προηγούμενης μέρας με τη γλώσσα του.

Στην αρχή ο Νίκος φοβήθηκε, αλλά δε χρειάστηκαν πολλά δευτερόλεπτα για να αφεθεί στο μαγικό άγγιγμα της γλώσσας στη πονεμένη του περιοχή που μερικές φορές τον έτσουζε και τον ενοχλούσε, αλλά μετά αφηνόταν στη γλύκα της. Ο Σπύρος τον έγλειφε υπομονετικά όσο πιο γλυκά μπορούσε, με πολύ σάλιο, όλη τη πρησμένη τρυπούλα, κάθε οίδημα της σούφρας ένα ένα ξεχωριστά, με λατρεία, τη φυσούσε απαλά να τη δροσίσει, προσπαθούσε όσο πιο τρυφερά γινόταν να τα σπρώξει μέσα στη χαλαρωμένη τρυπούλα, να χαθούν, να γίνει καλά, όπως πριν.

Μετά τον άλειψε απαλά με κάποια φαρμακευτική αλοιφή που ο Νίκος δεν είχε καμιά δύναμη να δει ή να ρωτήσει τι ήταν αυτό που τον ανακούφιζε όσο τίποτα, χαμένος μέσα στην ηδονή και το μελένιο αίσθημα, το μόνο που είχε προσέξει ήταν το μεγάλο quartz ρολόι που αναβόσβηνε στο κομοδίνο δίπλα του που από την  ώρα που μπήκαν μέχρι τώρα που ο Σπύρος τον χάιδευε απαλά από το στήθος μέχρι τα μπούτια για να απορροφηθούν οι κρέμες, μετρούσε ήδη τρεις ολόκληρες ώρες που πέρασαν σαν στιγμές.

Κάποια στιγμή του έδωσε ένα μακρύ, σαλιωμένο, παθιάρικο φιλί, του έσπρωξε απαλά το κεφάλι μέχρι το πέος του και σε λίγα λεπτά άδειασε το γλυκό του σπέρμα στο στόμα του για τρίτη ή τέταρτη φορά μέσα σε δυό μέρες, ο παλιός, καλός, άγριος, ζουμερός, τρυφερός Σπύρος του.

- Θέλω να μην τον βγάλεις απ' το στόμα σου καθόλου για σήμερα.

Και το απόγευμα αφού έφαγαν μια μεγάλη, αφράτη ομελέτα που όσο την ετοίμασε ο Σπύρος του τον χάιδευε και τον φίλαγε γονατιστός δίπλα του στη κουζίνα και έγλειφε το ορεξάτο όργανο και τους ακούραστους όρχεις στη παραμικρή ευκαιρία, τον έχυσε πλούσια στο στόμα για ακόμα μια φορά και μετά ξάπλωσαν στον καναπέ, πάλι τον ξύπνησε με χάδια και φιλιά, πάλι ασχολήθηκε με την ανακουφισμένη τρυπούλα του για ώρα, μετά γύρισε και του πρόφερε για πρώτη φορά και τη δικιά του ολοκάθαρη σχισμάδα για γλείψιμο, κι έσκυψε, και πήρε το όργανο του άναυδου αγοριού απαλά στο στόμα του και τον έκανε να τελειώσει γλυκά, λυτρωτικά, αδειάζοντας τ' αρχιδάκια του τελείως, χωρίς καν να τον αγγίξει, πάλι για πρώτη φορά.

Αργότερα ντύθηκαν, μπήκαν στ' αμάξι στο υπόγειο γκαράζ, του έδεσε τα μάτια μέχρι τη στροφή της Αναβύσσου, και στη διαδρομή του χάιδευε πότε το αριστερό μπούτι, πότε τη κοιλιά και το χέρι του, σ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής, και περίπου μισή ώρα αργότερα τον άφησε κάτω απ' το σπίτι του, στο Παλιό Φάληρο.

- Αντίο Νικολάκη, είπε τρυφερά και τον χάιδεψε στο μάγουλο. Τα λέμε.





Όταν μερικές μέρες μετά τον πήρε ο Νίκος στο σταθερό που του είχε δώσει, μια αυτόματη φωνή του είπε ότι ο αριθμός αυτός δεν υπάρχει…

Όταν ρώτησε κάποιο γνωστό του στην ασφάλεια, του είπε ότι οι πινακίδες του αυτοκινήτου που είχε απομνημονεύσει είχαν αποσυρθεί εδώ και έξι χρόνια…

Κι όταν λίγο καιρό αργότερα έκανε μια βόλτα από την Ανάβυσσο, τίποτα δεν μπορούσε να τον κάνει να καταλάβει ότι είχε ζήσει, ό,τι είχε ζήσει, σε κάποιο από τα διάφορα διώροφα πολυτελή σπίτια που έβλεπε στα αμέτρητα μικρά στενά της περιοχής.



Για 13 χρόνια μετά, έψαξε τον Σπύρο του σε πολλούς άλλους "Σπύρους" χωρίς αποτέλεσμα.

Θυμάται ότι έζησε τότε με τη παραμικρή λεπτομέρεια, μερικές φορές το αναπολεί, αλλά δεν θα' θελε με τίποτα να ξαναζήσει κάτι παρόμοιο.



ΤΕΛΟΣ


security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY