Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

κόλαση στην ανάβυσσο - μέρος πέμπτο


(συνέχεια από εδώ)

25 / 04 / 1999

02:15






Με την είσοδο του Κώστα στο δωμάτιο ο Νίκος τραβήχτηκε στην γωνία του στρώματος, έγινε ένα κουβάρι κι ακούμπησε τη πλάτη του στο τοίχο.

- Δε μπορώ άλλο ρε συ, αλήθεια, δε μπορώ, καταλαβαίνεις εσύ, ξέρεις, ψέλλισε παρακαλετά.

Ο Κώστας άπλωσε το χέρι του, του έχωσε μερικά δάχτυλα στο στόμα και γαντζώνοντάς του το σαγόνι το έφερε μπροστά στο πρόσωπό του.

- Δε θέλω το κώλο σου μωρό, είναι στα χάλια του, είπε σιγά.

Με μια στιγμιαία ανακούφιση ο Νίκος αναρωτήθηκε γιατί είχε έρθει.

- Γύρνα και στήσου να στον δω λίγο.

- Ρε συ…

- Άντε ρε μαλακισμένο, δε θα σου κάνω τίποτα, να τον δω θέλω.

Υπάκουα γύρισε, έσκυψε και του τον έστησε. Ακόμα κι αυτό το τούρλωμα, έτσι όπως άνοιξαν τα κωλομάγουλα και τεντώθηκε το δέρμα της σχισμάδας και της τρυπούλας, τον πόνεσε. Φαντάστηκε το θέαμα που θα παρουσίαζε, δεν ήθελε καν να του τον αγγίξει. Ήθελε και πολύ ώρα τώρα να πάει τουαλέτα, αναρωτήθηκε αν τελικά τα κατάφερνε να πάει, πως θα μπορούσε να ενεργηθεί και να πλυθεί.

- Πω ρε πούστη μου, τον άκουσε έντρομος.

- Τι;

- Τι "τι" μωρέ;

- Έγινε ζημιά;

- Όχι, ζημιά, ζημιά, αλλά αύριο θα στενάξεις κακομοίρη μου, έχεις πρηστεί τελείως.

Ο Νίκος αναστέναξε.

- Σα σαμπρέλα σου' χει γίνει.

- Θα μου κάνεις πάλι ένεση ρε συ; ρώτησε με ελπίδα και φόβο. Αν και τώρα πονάω πολύ εκεί.

- Δεν έχω άλλη ένεση μαζί μου μικρέ, θα τα βγάλεις πέρα μόνος σου. Και να' χα, πάλι δε θα γινόταν, θα πέθαινες στο πόνο με τη βελόνα. Αλλά, οκ, μπορεί κ να τη γλυτώσεις, είσαι καλή σπορά, έχεις καλό κύτταρο, άλλος στη θέση σου θα είχε σκιστεί τελείως. Η πούτσα του Μιχάλη είναι σα χωριάτικη φρατζόλα. Εσύ απλά πρήστηκες. Να' σαι τυχερός μη ξαναθέλει τίποτα αύριο, αλλά δεν το βλέπω. Απ' την άλλη, τώρα που βρήκε κώλο ποιός τον κρατάει. Για γύρνα τώρα.

Γύρισε και τον είδε να ξεκουμπώνεται.

- Το στόμα σου θέλω μόνο, μην αλαφιάζεσαι.

Έκανε ν' απλώσει το χέρι του στο καβάλο του Κώστα, να καυλώσει μια ώρα αρχύτερα, να του τον γλείψει, να χύσει, να τελειώσει, να φύγει, να κοιμηθεί.

Ο Κώστας όμως γύρισε πλάτη κι έσκυψε ελαφρά.

- Τη κωλοτρυπίδα θέλω να μου φας μωρό, αυτό θέλω, τον άκουσε να λέει.

Κι έτεινε τους γλουτούς του στο απορημένο παιδί.

Τριχωτός, πλαδαρός κώλος, λιπαρός και πλατειασμένος, με σημάδια από παλιομοδίτικο σλιπάκι στη δίπλα των γλουτών από το λεπτό λάστιχο και ιδρωμένος.

- Έλα μωρό, το λαχταράω από τη στιγμή που μας είπε ο Σπύρος για σένα. Ξέρω πως γουστάρετε εσείς οι πούστηδες να γλύφετε ο ένας το κώλο του άλλου, έλα μωρό, έλα τη γλώσσα του.

Ο Νίκος κάθισε στο κρεβάτι κι έτσι όπως είχε σκύψει ο Κώστας, του άνοιξε τα γλιτσερά κωλομάγουλα και καταπίνοντας την αηδία του ακούμπησε την άκρη της γλώσσας του στην άπλυτη κωλοτρυπίδα.

- Μπράβο μωράκι, άνοιξε μου τα κωλομάγουλα, έλα πούστη μου, φάε μου τη σκατότρυπα, είπε μέσα απ' τα δόντια του απολαμβάνοντας το πρωτόγνωρο αίσθημα, έλα μωρό, φάε με, ωχ πούστη μου, τι γλύκα, φάε με, έλα, έλα.

Κλείνοντας τα μάτια προσπάθησε να τον ικανοποιήσει όσο περισσότερο μπορούσε, τον έγλειφε γύρω από το στόμιο του πρωκτού προσπαθώντας να ξεχάσει τη μυρωδιά που ανέδυε, τον φυσούσε ξέροντας από πρώτο χέρι το συναίσθημα που δημιουργεί, και του έψαχνε τις βρωμερές δίπλες τις σούφρας ανάμεσα από τις σκληρές τρίχες με υπομονή.

- Χώσε ένα δαχτυλάκι μωρό, γάμησε με το δαχτυλάκι σου, είπε ο Κώστας κι άρχιζε να τον παίζει.

"Να χύσει, να χύσει ο βρωμιάρης γαμώ το κέρατο μου, να φύγει, να κοιμηθώ, δεν αντέχω άλλο, θα ξεράσω" σκεφτόταν.

Το τελευταίο που θα ήθελε θα ήταν να του έλεγε να τον πηδήξει.

Του έβαλε ένα δάχτυλο, το έφτασε μέχρι το προστάτη και του τον γαργάλησε.

Μια ηχηρή πορδή κόντεψε να τον κάνει να λιποθυμήσει απ' τη βρώμα.

- Μου τον τρως και κλάνω σκατιάρη, αχ, καύλα μου, γλύκα, να σε χέσω στη μούρη πούστη μου, να σε χέσω και τι στο κόσμο.

Η αηδία που ένιωθε έφτασε στο κατακόρυφο, στην ιδέα και μόνο αυτού που άκουσε προτιμούσε να πεθάνει παρά να το ζήσει και αυτό.

- Να χέσω έναν πούστη, να του τρίβω τα σκατά μου στη μούρη και να του σπάω τα μούτρα, να του ανοίγω τη μύτη και να του τρίβω τα αίματα και τα σκατά στη μούρη, πούστηδες, σκατά, καύλα, καύλα.

"Αρρώστια χριστέ μου, που έμπλεξα"

Πήρε βαθειά ανάσα και του έτριψε έντονα τον πρησμένο προστάτη με την άκρη του νυχιού του κι αυτή του η κίνηση είχε το αποτέλεσμα που ήλπιζε.

- Έτσι, έτσι τη τρύπα μου, έτσι, έτσι, χύνω ρε πούστη μου, χύνω.

Χαμογελώντας ο Νίκος που τα κατάφερε, του γαργάλησε πιο έντονα τον προστάτη κι ανάμεσα από δυό άλλες πορδές ένιωσε επιτέλους τους σπασμούς του οργασμού του να του σφίγγουν ρυθμικά το δάχτυλο.

- Χύνω πούστη μου, πουστάρα, σκατόπουστά μου, μωρό, σκατά στη μούρη σου, σκατά, χύνω, χύνω…

Πάνω που σκέφτηκε ότι ησύχασε κι έβγαλε το βρώμικο δάχτυλο από το πρωκτό, ο Κώστας γύρισε προς το μέρος του.

- Γλείφτον μου.

"Κι άλλα χύσια, θα ξεράσω"

- Έλα πουστάρα, μου αξίζει, αν δεν ήμουν εγώ θα είχες λιποθυμήσει από τον πόνο με τον Μιχάλη.

Είχε δίκιο.

Πήρε το βρώμικο πέος στο στόμα του και ρούφηξε τις τελευταίες σταγόνες και τα βρωμερά υπόλευκα απομεινάρια του προηγούμενου οργασμού που είχαν στερεοποιηθεί γύρω από τη βάλανο.



Κάθισε στο κρεβάτι κι άναψε ένα τσιγάρο. Ο Νίκος ήταν γονατιστός μπροστά του, αποκαμωμένος, κουρασμένος, κόντευε να τον πάρει ο ύπνος στα γόνατα από την εξάντληση.

- Πως είσαι μικρέ;

- Βλέπεις πως είμαι, δεν είναι;

Έσκυψε μπροστά και του άστραψε ένα δυνατό χαστούκι. Παραλίγο να χάσει την ισορροπία του.

 -Μη τυχόν μου ξαναπαντήσεις με ερώτηση πουσταριό. Είμαι καλός μαζί σου όταν θέλω, αλλά μη μου πατάς το κάλο.

Ο Νίκος έπιασε το σαγόνι του. "Καλός" σκέφτηκε.

- Πονάω παντού, έτσι είμαι.

- Το' χεις μετανιώσει που ήρθες;

Κόμπιασε.

- Περίμενα κάτι πιο light, δε φανταζόμουν τέτοια εξέλιξη.

- Τι έχει η εξέλιξη δηλαδή;

- Σου είπα πονάω παντού, περίμενα καμιά παρτούζα, περίμενα να μου φερθείτε σαν άνθρωπο, όχι σαν ζώο. Δε περίμενα τόση βρωμιά, τόση βία.

Ξεροκατάπιε.

- Σ' ευχαριστώ πάντως για τη βοήθειά σου.

- Είμαστε πάτσι μικρέ.

Ξεφύσηξε ένα σύννεφο καπνού, είχε όρεξη για κουβέντα.

- Το Σπύρο πως τον γνώρισες;

- Δε σας είπε; ρώτησε κι αμέσως κατάλαβε το λάθος του.

Άλλη μια σφαλιάρα έπεσε στο ίδιο ακριβώς σημείο.

- Συγνώμη.

- Δε κάνει τίποτα, ευχαρίστησή μου, γέλασε ο Κώστας. Λοιπόν;

Ο Νίκος πήρε βαθειά ανάσα. Ήταν τόσο κουρασμένος, έλιωνε από κούραση.

- Ένα βράδυ που γύριζα απ' τη δουλειά μου απ' τη παραλιακή, μιλούσα στο κινητό καθώς οδηγούσα κ κάπως τον έκοψα στο δρόμο, με συνάντησε στο επόμενο φανάρι και μου' πε ότι χρειαζόμουνα ένα χέρι ξύλο κ με έβρισε.

- Τι σου είπε δηλαδή;

- "Μιλάς στο κινητό ρε μαλάκα και οδηγείς; Ένα χέρι ξύλο χρειάζεσαι να στρώσεις, μη σου βάλω κανένα κινητό στο κώλο".

Ο Κώστας γέλασε δυνατά.

- Έλα ρε πούστη μου, ανεπανάληπτος ο Σπύρος. Κι εσύ τι έκανες;

- Κοίτα μου άρεσε σαν άντρας ο Σπύρος, κι απάντησα "θες να' ρθεις σπίτι μου να μου το δώσεις";

- Ε;

- Τι "ε";

- Τι να σου δώσει;

- Ε, …το ξύλο…

Ο Κώστας τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.

- Α, τα θέλει ο κώλος σου τελικά. Κι εγώ νόμιζα ότι κακοπέρασες σήμερα. Δε τα' ξερα αυτά.

- Όταν λέω "ξύλο", εννοώ μερικές φάπες στο κώλο, όχι να μη μπορώ να πάρω τα πόδια μου! είπε έντονα.

Αυτή τη φορά μια ανάποδη σφαλιάρα τον έκανε να χάσει τελείως την ισορροπία του.

- Κοψ' το υφάκι, θα σε ξεσαγονιάσω, είπε κι άναψε αργά κι άλλο τσιγάρο.

Κοίταξε τη καύτρα.

- Εκτός αν θες να στο σβήσω σε κανένα μάγουλο.

- Όχι, όχι, συγνώμη, συγνώμη, είπε ο μικρός και του χάιδεψε το πόδι.

- Η να σου κάνω τασάκι τη κωλότρυπα, ε;

- Όχι, σε παρακαλώ, έλα…

- Να σου πατήσω κάτω το κεφαλάκι πουστράκι και να σου σβήσω το τσιγάρο στη κωλότρυπα, καύλα.

- Σε παρακαλώ…

Ο Κώστας χαμογέλασε.

- Οκ, αστειευόμουνα, δε κάνω τέτοια.

Ο Νίκος πήρε μια βαθειά ανάσα.

- Πρόσεχέ με λίγο πάλι …σε παρακαλώ, …φοβάμαι, …αύριο, …δε ξέρω, …φοβάμαι.

Χαμογέλασε.

- Από αύριο είσαι μόνος σου πουστράκι, εγώ πριν το μεσημέρι τη κάνω.

Ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι.

- Μην ανησυχείς, συνέχισε, δε θα σου κάνουν κακό, φοβούνται κιόλας, το' χαμε ξεκαθαρίσει απ' την αρχή, όχι αίματα κ τέτοια.

Έπεσε μια μικρή σιωπή, το μόνο που ακουγόταν στο μικρό, ζεστό, υγρό χωρίς παράθυρο δωμάτιο ήταν οι ήχοι από τις τζούρες του τσιγάρου του Κώστα.

- Τι σας είπε για μένα και μαζευτήκατε;

Το σκέφτηκε.

- Τι μας είπε; Ότι έχει ένα πουστράκι για να περάσουμε καλά ένα σαββατοκύριακο.

- Αυτό μόνο;

- Ε, τι ήθελες;

- Το κάνετε συχνά;

- Με πούστη δεύτερη φορά.

- Φέρνετε και γυναίκες;

- Δυο - τρεις φορές, αλλά μόνο γαμήσια κ τέτοια, όχι απ' αυτά που κάνουν οι πούστηδες.

"Γιατρός" σκέφτηκε.

- Πως το εννοείς αυτό;

- Όχου, πολύ μπίρι - μπίρι είσαι. Εσείς ρε πούστη μου τρώτε ξύλο, γαμιέστε σαν σκύλες χωρίς σταματημό, τρώτε χύσια, τον παίρνετε χωρίς καπότα, τέτοια. Σήμερα σου ξεχειλώναμε τη τρύπα μισή ώρα με τα χέρια μας, καύλα, μου' γλειψες το κώλο, οι γυναίκες δεν τα κάνουν αυτά, μια πίπα, ένα γαμήσι κι όξω απ' τη πόρτα.

Ξεφύσηξε μια τζούρα καπνό.

- Με τον άλλο, τον …πούστη, τα ίδια έγιναν;

- Πάνω κάτω.

Γέλασε.

- Θυμάμαι που τον βάλαμε να κάθεται πάνω μας να γαμηθεί κι ήμασταν στη σειρά στο καναπέ καθισμένοι, κι άλλαζε πούτσες, ήμασταν οι τρεις μας, ο Μιχάλης πρώτη φορά είναι μαζί μας.

Χασκογέλασε πάλι.

- Ωραία φάση αυτή, πως δε το κάναμε και μαζί σου; Μπορεί αύριο το πρωί…

- Τον δείρατε;

- Όχι σαν κι εσένα, εσύ είσαι αστέρι.

Ο Νίκος δεν ήξερε αν έπρεπε να το πάρει πάνω του ή να τον βρίσει.

Ο Κώστας έσκυψε μπροστά και του έπιασε το σαγόνι σφιχτά.

-Αστέρι πουστάρα μου, αστέρι, τον πόνεσε. Η χαρά του σαδιστή κωλομπαρά.

Ξανακάθισε στη θέση του

- Μα τι πούτσα κουβαλάει αυτός ο Μιχάλης ρε πούστη μου.

- Ναι…

- Σα χωριάτικη φρατζόλα, ξανάπε κ γέλασε δυνατά.

"Σκάσε γαμώτι μου μη ξυπνήσει κανένας, δεν αντέχω τίποτα, να κοιμηθώ, φύγε, να κοιμηθώ".

Για καλή του τύχη ο Κώστας χασμουρήθηκε και τον κοίταξε.

- Για να σε δω τώρα πουστράκι, νύσταξα, καθάρισε τα χύσια μου από χάμω να σε χαζεύω, είπε παίρνοντας μια βαθειά τζούρα απ' το τσιγάρο του.

Ο Νίκος κοίταξε γύρω του στο άδειο δωμάτιο.

- Με τι;

- Με τη γλώσσα ρε μαλακισμένο, με τι άλλο; Τσάκα - τσάκα, κλείνουν τα μάτια μου.

Μην έχοντας άλλη επιλογή, έκανε ότι του είπε. Ο Κώστας είχε πατήσει με τις σαγιονάρες του πάνω στα υγρά κι είχε κάνει σημάδια στα άσπρα πλακάκια. Χωρίς να είναι το καλύτερό του, έγλυψε και κατάπιε τα πάντα, υγρά και λάσπες.

- Μπράβο μωρό, είπε, σηκώθηκε κ πήγε προς τη πόρτα.

Ο Νίκος σηκώθηκε κι αυτός.

- Να πάω στο μπάνιο ρε συ; παρακάλεσε.

Έτσι όπως συναντήθηκαν οι ματιές τους στα όρθια, ξύπνησαν πάλι τα άγρια ένστικτα του Κώστα.

- "Ρε συ";

Ο Νίκος διέκρινε την αγριάδα στο βλέμμα του και πισωπάτησε.

"Αμάν πια, σε μένα θα ξεσπάσουν τα θέματά τους όλοι";

- "Ρε συ"; ξανάπε κι έπιασε να ξεκουμπώνει τη ζώνη του.

- Έλα ρε συ, συγνώμη, έλα, δε μπορώ…

- Ξανά; "Ρε συ";

Κι η ζώνη βγήκε κι η πρώτη ζωνιά τον βρήκε άγαρμπα στο πρόσωπο.

Ο Νίκος φώναξε και καθώς σήκωσε τα χέρια του να προστατεύσει το πρόσωπο του, μια δεύτερη ζωνιά τον βρήκε στο στομάχι.

"Όλοι τα ίδια σκατά είστε" σκέφτηκε και κωλοκάθησε να προστατευτεί.

- "Ρε συ", "ρε συ" επαναλάμβανε συνέχεια σα λυσσασμένος μη βρίσκοντας κάτι άλλο να πει ο γιαλανζί αφέντης κι η ζώνη προσγειώθηκε με δύναμη στο κουλουριασμένο σώμα μερικές φορές όπου βρήκε. Στα πλευρά, στο κεφάλι, τα αυτιά, τα δάχτυλα που προσπαθούσαν να προστατεύσουν ότι μπορούσαν. Έτσι όπως προστάτευσε το κεφάλι του με τα χέρια του ο Κώστας άφησε τη ζώνη, κάθισε ανακούρκουδα μπροστά του και του' πιασε το χέρι.

- Αυτό τι είναι; είπε δείχνοντας του το λερωμένο κωλοδάχτυλο.

Ο Νίκος το κοίταξε και δεν απάντησε.

Ο Κώστας του έσφιξε δυνατά το χέρι και με δύναμη του το έφερε στο στόμα.

- Τι έγινε; Μήπως με σιχαίνεσαι; είπε σφίγγοντας του δυνατά τον καρπό.

Ο Νίκος ήξερε τι έπρεπε να κάνει.

Άνοιξε το στόμα του και πνίγοντας τον εμετό που ανέβαινε στο λαρύγγι του τον άφησε να του σπρώξει το τρεμάμενο χέρι και να του χώσει το βρώμικο δάχτυλο, να το καθαρίσει απ' τα περιττώματα και τα καφετιά υγρά.

- Μπράβο καλό παιδί, είπε ανέλπιστα ο Κώστας.

Και για μεγάλη του ανακούφιση άνοιξε τη πόρτα και βγήκε.

Και φεύγοντας άφησε τη πόρτα ξεκλείδωτη.

Κι άφησε ησυχία και καπνίλα στο μικρό δωμάτιο.

Και η πόρτα του μπάνιου ήταν ακριβώς δίπλα, ο μικρός του παράδεισος, να αδειάσει τις βρωμιές από μέσα του, να πλυθεί, να πιεί νερό, να ξεκουραστεί.

Επιτέλους.



(συνεχίζεται εδώ)

security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY