Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2012

κόλαση στην ανάβυσσο - μέρος τέταρτο






25 / 04 / 1999



01:45










Άκουσε μέσα στον ύπνο του τη πόρτα να ξεκλειδώνει.

Ένα φώς άναψε και τον στράβωσε τελείως κι αμέσως ένιωσε ένα χέρι να χώνεται ανάμεσα στα μπούτια του και να ψαχουλεύει τη πονεμένη σχισμάδα.

Ήταν ξαπλωμένος πλάγια στο μικρό κρεβάτι προς το μέρος του τοίχου.

Πήγε να σηκωθεί.

- Μη σηκώνεσαι, γύρνα ανάσκελα.

Δεν άντεχε άλλο, είχε φτάσει στα όριά του, ο πρωκτός του ήταν φρικτά πρησμένος και ταλαιπωρημένος.

- Μη, μη, …δε, …δε μπορώ, πονάω πολύ, πολύ όμως, αλήθεια…

- Στ' αρχίδια μου αν μπορείς ή όχι, καύλωσα και θέλω να γαμίσω.

Χωρίς να το συζητήσει άλλο, τον γύρισε ανάσκελα, σήκωσε τα αδύναμα πόδια του αγοριού και γονάτισε μπροστά του κατεβάζοντας το μπόξερ του.

Ο Νίκος άπλωσε τα χέρια του πίσω απ' το κεφάλι του και κρατήθηκε από την άκρη του παιδικού στρώματος.




- Γι αυτό ήρθες εδώ για να γαμιέσαι θα γαμιέσαι συνέχεια μέχρι να κουραστούμε να σε βαρεθούμε και να σε παρατήσουμε, είπε για να καυλώσει περισσότερο.

Γραπώνοντας τον από τους αστράγαλους, έφτυσε στο ερεθισμένο του όργανο, το ακούμπησε στην κακοποιημένη τρυπούλα και χώθηκε μέσα της με τη μία.

- Αλλά δε θα σε παρατήσουμε κι εύκολα μωρό, viagraκια έχουμε πολλά, κι ο κώλος σου είναι σα μουνί πια, φιλόξενος, ζεστός, μουνάκι κανονικό.

- Α, πονάει, πονάει.

Δεν μπορούσε να ανεχτεί το ξένο σώμα μέσα του, έκαιγε, έτσουζε αφόρητα, λες και του έχωναν μια πυρωμένη σιδερένια λίμα με κοφτερά δόντια στα πρησμένα κωλοχειλάκια.




- Πονάει, πονάει, πονάει, πονάει...

- Φώναζε όσο γουστάρεις, είπε ο Σπύρος, το πολύ πολύ να ξυπνήσεις και κανέναν άλλο και να έρθει μετά από μένα.

Άρχισε να μπαινοβγαίνει μανιασμένα μέσα του.

- Η τρύπα σου είναι τέλεια έτσι ξεσκισμένη μωρό, το ξέρεις; Κωλοκαργιόλα, χόρτασε πούτσο σήμερα, ε; κι αύριο δε θα φας λιγότερους, στο υπόσχομαι, θα σου ' χω κι άλλα, ξέρεις πως μου κατεβαίνουν ιδέες, καργιόλα μου, καργιόλα μου, καργιόλα μου, έλεγε και τον γαμούσε αδιάκοπα, και με τους κοιλιακούς του τσάκιζε με δύναμη τα άψυχα κρεμασμένα αρχιδάκια έτσι όπως έπεφτε πάνω του, και χοντρές στάλες ιδρώτα έπεφταν από τα μαλλιά του στα μάτια του αγοριού από κάτω του κι έτσουζαν κι αυτά.

Και τον έσκαβε με δύναμη, ταρακουνιόταν ολόκληρο το αδύναμο κορμί, κι ο Νίκος προσπαθούσε να μείνει βουβός, σφιγγόταν μ' όλη του τη δύναμη, δεν άντεχε άλλο, ήθελε να φύγει από κείνο το σπίτι, δε μπορούσε να σκεφτεί και την αυριανή μέρα, κι άλλη βία, κι άλλο ξύλο, κι άλλες βρώμικες πούτσες στο στόμα του και το κώλο του, το πονεμένο του κώλο, πονούσε σ' όλο του το κορμί πια, αφόρητα, δεν μπορούσε καν να βολέψει το σώμα του στο μαλακό παιδικό στρώμα για να κοιμηθεί, το τελευταίο που ήθελε ήταν να έρθει και κανένας άλλος μετά, ήθελε να κοιμηθεί, να ονειρευτεί, να ξυπνήσει, να βραδιάσει κι η επόμενη μέρα, να φύγει, να χαθεί, "σιωπή, σκασμός, ησυχία, ούτε ανάσα, σφίξου, θα τελειώσει σε λίγο".

Κι έχυσε επιτέλους ο άντρας από πάνω του, καταϊδρωμένος, και τα τελευταία του δυνατά σπρωξίματα τον αποτέλειωσαν, ήθελε να βγει από μέσα του επιτέλους, να φύγει, να φύγει, όσο λάτρευε τους τελευταίους του σπασμούς κάθε άλλη φορά, όσο ένιωθε με απίστευτη καύλα τα ζουμιά του Σπύρου του μέσα του άλλη φορά, τόσο τώρα ήθελε να τελειώσει, να βγει, να φύγει.

Κι οι τελευταίοι σπασμοί κι οι σπρωξιές βαθιά του, τού φάνηκαν αμέτρητοι, ατέλειωτοι, ανυπόφοροι.

- Καύλα η τρύπα σου μωρό, καύλα το κωλάντερό σου, καυτό, καυτό, καυτό.

Και στράγγιξε τελείως από υγρά και βγήκε απότομα από μέσα του, κι όσο απότομα γονάτισε και κάθισε μ' όλο του το βάρος στο στήθος του παιδιού και του σήκωσε το κεφάλι πιάνοντας το απ' τα μαλλιά και του έβαλε το πέος του στο στόμα για να το πλύνει, τόσο απότομα σηκώθηκε να φύγει.

- Να πάω να πλυθώ λίγο ρε συ; Θέλω να κατουρήσω.

Κι ο Σπύρος τον πλησίασε και του κοπάνησε το κεφάλι με τη γροθιά του όπως ποτέ πριν.

- Τα "ρε συ" και τα ρέστα κομμένα Νικολάκη.

Και δεν είδε κανένα Σπύρο του στο βλέμμα αυτού που ήταν από πάνω του, σίγουρα δεν ήταν παιχνίδι πια, ήλπιζε σε μια αλλαγή μετά που είχε τελειώσει μέσα του, μόνοι τους πάλι, όπως τα προηγούμενα σαββατοκύριακα, τα μάτια του ήταν θολά απ' τα δάκρυα που πήγαιναν να χυθούν και το κεφάλι του κι ο αυχένας του πόναγαν απ' τη γροθιά, κι από πάνω του ήταν ένας θυμωμένος ξένος, αυτός που το μεσημέρι τον έσπασε αλύπητα στο ξύλο με τη σκληρή καουτσουκένια παντόφλα, αυτός που τον απείλησε με το μαχαίρι αν δεν χώνευε το παλούκι του φίλου του μέχρι τέρμα, αυτός που τώρα του τσάκισε το κεφάλι, που ίσως την επομένη του μαύριζε το μάτι η του' σπαγε κανένα δόντι.

- Κράτα κάτουρα και χύσια μέχρι αύριο, είπε κι άνοιξε τη πόρτα να φύγει.

- Πάλι γάμησες ρε; άκουσε τη φωνή του "γιατρού", του Κώστα απ' έξω. Καλά τον άκουσα τον πούστη μας να σκούζει πάλι.

- Ναι, ρε, γουστάρεις κι εσύ; άκουσε με τρόμο να ρωτάει ο Σπύρος.

Και πριν προλάβει να το συνειδητοποιήσει, η πόρτα έκλεινε πάλι κι ο Κώστας τον πλησίαζε…



(συνεχίζεται)





security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY