Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2012

κόλαση στην ανάβυσσο - μέρος τρίτο


(συνέχεια αυτής της ανάρτησης)


24 / 04 / 1999

14:00





Δεκάδες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του με κάθε τράβηγμα και σφίξιμο του λαστιχένιου σκοινιού του χταποδιού στους καρπούς και τους αστραγάλους του. Από το να τον δείρουν μέχρι να ματώσει, να σκιστεί από το τεράστιο πέος που τον απειλούσε πίσω από τη πλάτη του, μέχρι να τον κόψουν στη μέση με κανένα ηλεκτρικό πριόνι σαν το "Texas Chain Saw Massacre" που είχε δει ένα καλοκαίρι κρυφά, μαθητής δημοτικού ακόμα, πίσω από μια τρύπα στα πυκνά γιασεμιά της "Αθηνάς", του θερινού κινηματογράφου της γειτονιάς του.

"Όχι κρίση πανικού, τα' θελες κ τα' παθες, ήρθες εδώ για παιχνίδι, είναι ακόμα παιχνίδι, παιχνίδι, είναι ο Σπύρος εδώ, σε φυλάει, πονάς, θα περάσει, τον παίρνεις έτσι όπως δεν σου αρέσει, ασάλιωτο όπως του άρεσε πάντα εκεινού, θα περάσει, το ήξερες, δεν το ήξερες;" σκέφτηκε, "όχι κρίση πανικού, θα πονέσεις, θα σκιστείς, θα τελειώσει, θα τελειώσει, όχι κρίση πανικού, ησύχασε, ησύχασε", σκόρπιες αγωνιώδεις σκέψεις.

Ήταν δεμένος γερά, γερμένος μπρούμυτα πάνω στη ράχη μιας πολυθρόνας, η πλάτη της ήδη τον "έκοβε" στα λαγόνια. Στο κάθε πίσω πόδι της πολυθρόνας ήταν δεμένοι οι αστράγαλοί του κι έτσι όπως ήταν σκυμμένος μπροστά, από τους ενωμένους του καρπούς ξεκινούσε ένα άλλο κομμάτι από το "χταπόδι" που έπιανε με το γάντζο χαμηλά, στο κάτω μέρος του επίπλου. Ένα άλλο κομμάτι, περασμένο δυό φορές γύρω από το σώμα του στο ύψος πίσω από τα γόνατα, έκανε ένα κύκλο γύρω από το λαιμό του και τον σβέρκο και τον κρατούσε τελείως ακίνητο πάνω στη πλάτη της πολυθρόνας.

Ο Γιάννης είχε επιστρέψει με τα σουβλάκια και για πολλή ώρα τους άκουγε να τρώνε, να τον χαζεύουν, να τσουγγρίζουν ποτήρια, να σχολιάζουν την άβολη στάση που τον είχαν δέσει, να γελάνε, να τον φοβερίζουν γι αυτό που τον περίμενε μετά, να παίζουν βελάκια στο κώλο του με τα ξυλάκια απ' τα σουβλάκια, να γελάνε πάλι, να ρεύονται, να αλληλοβρίζονται, να αλληλοκαμαρώνονται, για πολλή αγωνιώδη ώρα.










Θυμήθηκε πάλι τη σκηνή του βιασμού του Edward Norton στο "American History X" και σφίχτηκε το στομάχι του, θυμήθηκε την εικόνα του άτυχου ήρωα της ταινίας να τριγυρίζει με γάζες ανάμεσα στα πόδια στη φυλακή, κι ενώ τότε του φάνηκε υπερβολικό (που μάλλον ήταν) δε μπόρεσε να μη σκεφτεί ότι ίσως του συνέβαινε και του ίδιου κάτι τέτοιο και τρομοκρατήθηκε.


Μια άγαρμπη σφαλιάρα πάνω στον μελανιασμένο του γλουτό τον έβγαλε από τις σκέψεις του.

- Σου' ρχομαι πουστράκι, ακούστηκε ο κάτοχος του αναμενόμενου πέους και τον άκουσε να σέρνει τις βρώμικες σαγιονάρες του προς τη κουζίνα.

Ο Σπύρος είχε πάει μάλλον να κατουρήσει, δεν ακουγόταν κανείς άλλος στο δωμάτιο.

Ο "γιατρός" τον πλησίασε.

- Μικρέ, ο τύπος θα σε διαλύσει.

Ο Νίκος πάγωσε.

- Θέλω να αφήσεις τον εαυτό σου τελείως ελεύθερο, δε θα σε πειράξω, αλλά δε θέλω να πονέσεις κι ο Μιχάλης είναι πολύ άγριος, του ψιθύρισε βιαστικά. Έχω ένεση ξυλοκαΐνης, θα στη κάνω πάνω στο πρωκτό, θα πονέσεις λιγότερο.

Τρόμαξε.

- Πάνω στη τρύπα;

- Ναι.

- Ρε συ…

- Έλα μαλακισμένο, ξέρω, μη φοβάσαι, για σένα το κάνω, είπε κ χωρίς άλλη κουβέντα, πήγε από πίσω του.

- Θα πονέσει;

- Λίγο, μείνε χαλαρός, μη σφιχτείς και μου σπάσεις τη βελόνα κι έχουμε άλλα χειρότερα.

Μην έχοντας κ πολλές επιλογές, ένιωσε τα δάχτυλα του Κώστα πίσω του να τον ανοίγουν.

- Θα στις κάνω στον μέσα δακτύλιο, ο έξω είναι ήδη στα χάλια του μικρέ.

Ένιωσε μερικά τσιμπήματα.

- Μη σφιχτείς, χάθηκες, ήρεμα, ήρεμα.

Ένιωσε κι άλλα τσιμπήματα, και λίγο πόνο από τα δάχτυλα που του κράταγαν ανοιχτή τη τρυπούλα.

- Ωραία τρύπα θα γαμίσεις τυχερέ, τζάμι, άκουσε πίσω από τη πλάτη του και κατάλαβε ότι ο "γιατρός" σηκώθηκε απότομα.

- Τον τσεκάρεις;

Με ένα αίσθημα ότι μια μικρή πέτρα σαν βότσαλο μεγάλωνε ανάμεσα από τα μπούτια του, σαν να' θελε να πάει τουαλέτα, συνειδητοποίησε ότι το φάρμακο άρχισε να δρα.

- Μαλάκες, φοβερό, ε; ένας κώλος για πάρτη σου, είπε ο Μιχάλης κι ένιωσε τα χέρια του να του ανοίγουν διάπλατα τους γλουτούς. Κωλάρα για πάρτη σου μαλάκα.

- Μαλάκα, θα χρειαστείς λιπαντικό, αποκλείεται να μπεις με τη μία στα στεγνά, άκουσε το Κώστα το "γιατρό" να λέει. Με τόσο γαμήσι ο μικρός στέγνωσε, είπε ψέμματα, ίσως και να' θελε να κερδίσει λίγο χρόνο να πιάσει η ένεση.

-  Έχεις τίποτα;

- Βούτυρο ρε μαλάκα, τι καλύτερο; Βουτυράκι απ' το ψυγείο!

Μερικά λεπτά μετά ένιωσε πάλι χέρια να τον ψάχνουν, λιπαρά χέρια να τον ανοίγουν μ ελάχιστη ευτυχώς ενόχληση κ κόντεψε να βάλει τα γέλια απ' την ανακούφιση.

"Να' σαι καλά "γιατρέ", μ' έσωσες" είπε από μέσα του.

- Κάτσε ρε, να τον περιποιηθώ καλά, δε θα το φχαριστηθείς αλλιώς.

Και μάλλον του έχωνε λιπαρό βούτυρο μέχρι μέσα από το πρωκτό του για να τον βοηθήσει, ένιωθε μια γλύκα μέσα του, χωρίς καθόλου πόνο.



- Στην υγειά μας μαλάκες, είπε πίσω από τη πλάτη του κι άκουσε ποτήρια να τσουγκρίζουν. Γαμήσι με παγωμένη μπύρα!

- Εδώ ρε μαλάκα, στο τραπεζάκι, άκουσε μια γελαστή φωνή κι αμέσως κάτι παγωμένο του μούδιασε τη "κουτάλα" πάνω απ' το δεξί του γλουτό.

Ο Μιχάλης τού έσφιξε και τους δύο του γλουτούς με μανία κι ένιωσε κάτι βαρύ να του χτυπάει τη σούφρα με δύναμη και με έναν υγρό ήχο.

Με το ξύλο με τη παντόφλα λίγο πριν ο Σπύρος τον χτύπησε χωρίς να προσέξει καθόλου κι έτσι αδύνατος όπως ήταν, του πονούσαν όλα τα γύρω κόκκαλα, ακόμα κι ένα χάδι ήταν ανυπόφορο

- Σα ροφός είναι η πούτσα σου ρε μαλάκα.

Τη στιγμή που αναρωτιόταν αν το φάρμακο είχε προλάβει να δράσει τελείως, ένας πόνος σαν πυρωμένος κεραυνός ένιωσε να του σκίζει στα δυό τη σπονδυλική στήλη, κόβοντάς του την ανάσα, από τη σχισμάδα του ως τη μέση της πλάτης, "πάρε ανάσα, βαθιά, πάρε ανάσα", ένα τεράστιο ξένο αντικείμενο να προσπαθεί να χωθεί σπρώχνοντας άγαρμπα μέσα του, να του γεμίζει τα σωθικά τεντώνοντας του τα έντερα κι ένα ανυπόφορο σπρώξιμο από τη κοιλιά του γαμιά να τον κόβει ψηλά, στα λαγόνια, από τη πλάτη της πολυθρόνας κόβοντας τη κυκλοφορία του αίματος στα πόδια και μουδιάζοντάς τα.

- Καύλα μαλάκες!








Νόμισε ότι του έχωναν ένα μακρύ καρβέλι ψωμί, μέχρι να νιώσει τα ιδρωμένα μπούτια του Μιχάλη να κολλάνε στα δικά του και να καταλάβει ότι είχε χωνέψει ολόκληρο το όργανο, του φάνηκε αιώνας. Με το κεφάλι του να βουίζει από την άβολη στάση έτσι που είχε μαζευτεί εκεί το αίμα, απ' τη πίεση και τη ταχυπαλμία, άκουσε τη φωνή του να ουρλιάζει στεγνά, βραχνά, σαν από κάπου στο βάθος του δωματίου, φώναξε και από φόβο, και από πόνο. Την επόμενη στιγμή, δέσμιος ακόμα της ανελέητης, πρωτόγνωρης αίσθησης, γαμιόταν ήδη μανιασμένα, ταρακουνιόταν όλη η βαριά πολυθρόνα από τα σπρωξίματα, ένιωθε ότι η τρύπα του άνοιγε βίαια όσο ποτέ, φοβόταν μήπως ξεχαρβαλωθεί για πάντα, καταλάβαινε ότι η άκρη από το έντερό του θα μπαινοβγαίνει από το στόμιο του πρωκτού αγκαλιάζοντας το μεγαλύτερο πέος που είχε δει ποτέ.

Ο πόνος στα λαγόνια του ήταν πια ανυπόφορος, τα πόδια του είχαν μουδιάσει τελείως, ο γαμιάς του τον χτύπαγε με μανία στη ράχη της πολυθρόνας, και του βάραγε σφαλιάρες στα πλάγια, ακριβώς στα σημεία που είχε μελανιάσει ο Σπύρος με τη παντόφλα, κάνοντάς τον ουρλιάζει με πόνο, με στεγνό, θεόστεγνο λαρύγγι.

- Βιασμός μαλάκες, θα ξανακαυλώσω γρήγορα μετά απ' αυτό.

Σε μερικά ατέλειωτα λεπτά ο αβάσταχτος πόνος άρχισε να γίνεται αφόρητη ενόχληση, σαν κάτι ξένο να του γεμίζει το στομάχι και να προσπαθεί να του κυριέψει το σώμα. Ένιωθε τη ταλαιπωρία του βάρβαρου πέους, τη ταλαιπωρία του πρωκτού του, αλλά ο πόνος πια ήταν περισσότερο στο σώμα και στα σημεία που ήταν δεμένος, παρά στο σημείο της κακοποίησής του.

- Καύλα ο πούστης σου ρε Σπύρο, μουνί κανονικό.


- Στην υγειά μας ρε μαλάκα, άκουσε τον Σπύρο του πίσω από τη πλάτη του.

Ανάμεσα σε πόνο κι ενόχληση ξανάνιωσε το πάτο του παγωμένου ποτηριού στη μέση του.

- Στην υγεία σου κι εσένα πουστάρα μου, άκουσε και την επόμενη στιγμή παγωμένη μπύρα τον έλουσε από τη μέση μέχρι τα μαλλιά και τα πόδια του.

Πάγωσε.

- Τη πολυθρόνα ρε μαλάκα, μουνί την έκανες.

- Δε γαμιέται η πολυθρόνα ρε μαλάκα, γαμάει ο Μιχάλης τώρα. Πιάσε τη σαγιονάρα σου ρε Σπύρο που' ναι και βαριά, να του δείξω πως γαμάει η Ανάβυσσος.

"Χριστέ μου".

Και στη στιγμή άρχισε να νιώθει βίαια χτυπήματα στα ήδη μελανιασμένα πλάγια των γλουτών μέχρι τη πλάτη και τα πλευρά του, όπου έφτανε το χέρι του γαμιά, αβοήθητος, πονεμένος, ξεχειλωμένος, δυνατές παντοφλιές.

- Πονάει, πονάει, πονάει, ούρλιαζε, ανάμεσα από τα γέλια τους.

Και το γαμήσι, και το κόψιμο στα λαγόνια, και οι παντόφλες συνεχίστηκαν μέχρι να κουραστεί και να χύσει πανηγυρικά ο Μιχάλης, ουρλιάζοντας σαν ζώο, βρίζοντας το μουνί της μάνας του πούστη του, ένα βασανιστικό εικοσάλεπτο αργότερα…




Του' ρθε ένα βρώμικο σφουγγαρόπανο στο πρόσωπο.

- Γυαλί θα το κάνεις, διέταξε ο Σπύρος του.

Ο Νίκος απίστευτα ταλαιπωρημένος και νιώθοντας να κουβαλάει μια πέτρα ανάμεσα στα πόδια μέχρι χαμηλά στο στομάχι από την επήρεια της ένεσης ακόμα, έπεσε στα τέσσερα κι έπιασε να καθαρίζει κουρασμένα όση μπύρα είχε πέσει στο πάτωμα και τα αχνάρια που είχε αφήσει ο γαμιάς του κι οι άλλοι γύρω απ' αυτή.

- Μαλάκα, θα ξανακαυλώσω έτσι όπως τον βλέπω στα τέσσερα, άκουσε με τρόμο έναν να λέει.

- Ηρεμία ρε μαλάκα, άντε να κατουρήσεις κ λίγο, άσε να' χουμε κ για μετά, θα διαλυθεί το παιδί, είπε ο Κώστας.

- Παιδί; Η βρωμόπουστα…

Κι ο Νίκος άκουγε και προσπαθούσε να καθαρίσει, ζαλισμένος, κουρασμένος.

- Τελειώνεις μωρή ή θα σου φορμάρω καμιά σφουγγαρίστρα στο κώλο για βοήθεια, άκουσε το Σπύρο κ δυνατά γέλια.

- Άστονα ρε συ, αμάν!

"Να' σαι καλά" σκέφτηκε για πολλοστή φορά ο Νίκος.

- Σιγά μην τον αφήσω, άκουσε πάλι το Σπύρο, και τον κατάλαβε πως περπάτησε προς το μπάνιο.

- Βάλτου μια καπότα τουλάχιστον ρε συ, θα τον γδάρει.

- Χέσε μας ρε μαλάκα που θα τον γδάρει.

Κι αμέσως χωρίς καν να σημαδέψει καλά, χωρίς καν να νιώσει το χέρι του πάνω του που σαν ανακουφιστικό χάδι θα του φαινόταν, όχι, ήθελε να τον γδάρει, να τον ματώσει αν γινόταν, να τον πονέσει κι άλλο, και η κορφή απ' το ξύλο, άτσαλα, άγρια, καρφώθηκε στα πρησμένα κωλόχειλα και χώθηκε μέσα του μέχρι βαθειά, κι ένας κουβάς με νερά τον περιέλουσε λερώνοντας όσα ειχε προλάβει με τόσο κόπο να καθαρίσει.

- Έλα πούστρα, έχεις και βοήθεια.

Και κλαίγοντας πια κανονικά από παράπονο, από θυμό, από κούραση κ ταλαιπωρία, έπιασε να στεγνώσει το πάτωμα.

Και θυμήθηκε το παιχνίδι – που δεν ήταν πια παιχνίδι – αλλά για αυτούς ήταν απλά ένα παιχνίδι – που ακολούθησε μετά το αγωνιώδες χύσιμο του Μιχάλη.

Ένας – ένας μετά με πρωτεργάτη τον Σπύρο, άρχισαν να του χώνουν τις γροθιές τους στον ταλαιπωρημένο πρωκτό.

Τον ψάξανε βαθειά, μέχρι το στομάχι του φάνηκε ότι τους ένιωσε, ενοχλητικά, γελώντας και ψάχνοντας άτσαλα, αφόρητα ενοχλητικά, με την επήρεια της ένεσης ακόμα, αλλά απίστευτα ενοχλητικά, με το ακουμπούσαν με την άκρη της μπουνιάς στο στόμιο του πρωκτού τον κάρφωναν κάθετα, σαν άδειο σακί, έπρεπε να μαντέψει σε ποιόν άνηκε η γροθιά, έλεγε ονόματα στη τύχη κρίνοντας από τις φωνές πίσω του, αλλά παίζαν παιχνίδι, άλλος μιλούσε, άλλος γροθογαμούσε, "του Σπύρου", "λάθος πουστάρα", "ξύλο" φωνάζαν όλοι μαζί, σε κάθε λάθος έτρωγε παντοφλιές στον ώμο, στο σβέρκο, γέλια, ήθελε να ξεράσει από τη ταλαιπωρία, άλλη φορά το βρήκε και η ανταμοιβή του ήταν πάλι μια παντοφλιά, "του Σπύρου", "έλα ρε μαλάκα, σε πέτυχε", "τη καταλαβαίνεις τη γροθιά μου γαμόπουστα", "ξύλο" πάλι όλοι με μιά φωνή, όποιος κρατούσε τη καουτσουκένια σαγιονάρα ζύγιαζε το στόχο και τη κατέβαζε με δύναμη στους ώμους και τα πλευρά, να τσούξει, να πονέσει, δεμένος, αβοήθητος, έτρωγε δυνατές, ανελέητες παντοφλιές παντού, για το σωστό, για το λάθος, για τα πλούσια υγρά του Μιχάλη που του γέμιζαν το έντερο κι έσταζαν από τη τρύπα που έχασκε αβοήθητη και λέρωναν το πάτωμα, "τα χύσια σου ρε μαλάκα", γέλια, "φτου, θα ξεράσω", "ξύλο", για τα λίγα περιττώματα που μπορεί να τους λέρωναν, "σκατά ρε μαλάκα", "σκατόπουστα", "ΞΥΛΟ", γέλια...
Και κάποτε τέλειωσε κι αυτό, κι ο Μιχάλης ξανακαύλωσε κι ήρθε πάλι από πίσω του, τα σημεία που τον έκοβε το λαστιχένιο χταπόδι είχαν ερεθιστεί απίστευτα πια, είχαν μουδιάσει τα πόδια του και τα χέρια του και πονούσαν, κι ο Μιχάλης μπήκε σχετικά εύκολα πάλι στη ξεχειλωμένη σούφρα, και γέλαγε, και τον χτυπούσε πάλι στο πλάι των γλουτών, το παιχνίδι είχε γίνει αβάσταχτο, κι έκανε ώρα να τελειώσει, πολλή ώρα, ένιωσε το στομάχι του να φουσκώνει από το τεράστιο μέλος, και τον έσπρωχνε μαζί με τη πολυθρόνα, μέχρι που το αλλόκοτο σύμπλεγμα από τις δυνατές σπρωξιές έφτασε κ ακούμπησε σ' ένα τοίχο του σαλονιού και βρήκε αντίσταση εκεί ο ζωώδης άντρας και σπρώχνοντας με δύναμη το αδύναμο σώμα άδειασε για δεύτερη φορά τα πλούσια υγρά στο έντερο του Νίκου.

 


Με το που τον λύσανε και πήγε να σωριαστεί κάτω εξαντλημένος, πριν προλάβει να χαϊδέψει τους πόνους του και τα μουδιάσματά του, τού ήρθε το σφουγγαρόπανο στο πρόσωπο.





Και κάποτε τέλειωσε και το καθάρισμα κ κάθισε αποκαμωμένος χάμω κι ένιωσε τα πλακάκια να του δροσίζουν τη ξεχειλωμένη σούφρα, τόσο είχε ανοίξει.

- Φύγε να μη σε βλέπω, είπε ο Σπύρος. Είσαι τόσο βρωμιάρης και ξεσκισμένος που μου προξενείς αηδία.

Ήξερε ως ότι κ να ζητούσε θα του αρνιόταν, αλλά τόλμησε να πει ότι πεινάει και διψάει.

Ο Σπύρος σηκώθηκε απότομα, τον άρπαξε από τα μαλλιά κι άρχισε να τον σέρνει στο μεγάλο σαλόνι.

- ΟΤΑΝ ΣΟΥ ΛΕΩ ΦΥΓΕ ΘΑ ΦΕΥΓΕΙΣ ΠΟΥΣΤΗ Κ ΔΕ ΘΑ ΒΓΑΖΕΙΣ ΤΣΙΜΟΥΔΙΑ! ούρλιαξε.

- Μη ρε συ, πονάω, σταμάτα, σταμάτα, δε κρατήθηκε κι έπιασε το δυνατό χέρι να μετριάσει το πόνο που ένιωθε στο κρανίο.
Και τον έσυρε έτσι σ' όλο το σαλόνι και σ' ένα διάδρομο κι άνοιξε μια πόρτα στο τέρμα του κ με μια κλωτσιά τον σώριασε σ' ένα μικρό δωμάτιο σαν αποθήκη.

- Εδώ και βούλωστο. Μην ακούσω τη πόρτα αυτή να ανοίγει, σου' σπασα τα κόκκαλα καργιόλη.

Τον κοίταξε άγρια απο τη κορφή μέχρι τα νύχια.

- Σα γαμώ το Χριστό μου είσαι σκατοκώλη.

Κι έκλεισε δυνατά τη πόρτα γελώντας.


Με τα δυό του χέρια αγκάλιασε το σώμα του με τη στοργή που είχε τόση ανάγκη και αφήνοντας αποκαμωμένα το κεφάλι του να πέσει στο στήθος του συνέχισε το κλάμα του, να ξεσπάσει, να λυτρωθεί. Πονούσε παντού, το βάρος που ένιωθε ανάμεσα στα πόδια άρχισε να φεύγει δίνοντας τη θέση του σ΄ένα φριχτό πόνο απο το βίαιο τέντωμα του εσωτερικού δακτυλίου του πρωκτού, ούτε καν αποπειράθηκε να χαιδευτεί εκεί.
"Θα περάσει, θα περάσει, θα περάσουν όλα" ψυθίρισε μέσα του.

Σε λίγο ξανάνοιξε η πόρτα και πριν προλάβει να τρομοκρατηθεί, φάνηκε ο Κώστας που του έφερε ένα πιάτο με κάτι μισοφαγωμένα κομμάτια από πίττες και δυό καλαμάκια σουβλάκια που μάλλον είχαν περισσέψει.

"Ευχαριστώ σωτήρα μου, σύμμαχέ μου, προστάτεψέ με, εσύ τουλάχιστον" σκέψεις ανάκατες, παρηγορητικές.

- Εδώ δίπλα είναι το μπάνιο, σιγά όμως, μη σε πάρει είδηση δε θα μπορέσω να σε προστατέψω. Ο Σπύρος την έπεσε στο καναπέ κι οι άλλοι βλέπουν τηλεόραση, αλλά μη κάνεις θόρυβο, ναι;

Και του χάιδεψε το κεφάλι.

- Τα χάλια σου έχεις μικρέ.

Και μόλις έκλεισε η πόρτα ξανά, λίγο πριν χιμήξει στο φαγητό του, είδε τα μπούτια του και τα πλευρά του, και τα χέρια του μέσα στις μελανιές και τα σημάδια, φαντάστηκε το θέαμα που θα παρουσίαζαν η πλάτη του και οι γλουτοί του, έκανε εμετό πάνω στο πολύτιμο πιάτο κι έβαλε πάλι τα κλάματα.



(συνεχίζεται εδώ)


security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY