Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012

κόλαση στην ανάβυσσο - μέρος πρώτο


24 / 04 / 1999

11:45



- Για γδύστονα τον πούστη σου!

Ο Νίκος δε μπορούσε να διακρίνει τίποτα πίσω από το μαύρο ύφασμα που του κάλυπτε σχεδόν το μισό του πρόσωπο. Είχε κατέβει από το αμάξι, είχε ανέβει σκαλιά και κρίνοντας από το πόσο περπάτησε μετά που τους άνοιξαν μια βαριά εξώπορτα, είχε μπει μέσα σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο. Τώρα ένιωθε τα ρούχα του να βγαίνουν ένα-ένα από πάνω του και να τον αφήνουν τελείως απροστάτευτο από τα ξένα βλέμματα, δεν μπόρεσε να μην αναρωτηθεί για άλλη μια φορά που πήγαινε να μπλέξει, έστω για μόνο μια ώρα, πόσο μάλλον για ένα ολόκληρο σαββατοκύριακο. Χέρια τού ξεκούμπωσαν το κοντομάνικο πουκαμισάκι, τού το έβγαλαν, άνοιξαν το κουμπί και το φερμουάρ της βερμούδας, τη κατέβασαν στους αστραγάλους του και μαζί και το καινούργιο του κατάλευκο σλιπάκι που είχε αγοράσει προχθές, ειδικά γι αυτή τη φάση. Κλοτσώντας και τα παπούτσια του για να τα βγάλει, η δροσερή επιφάνεια από τα πλακάκια στις πατούσες του τον ανατρίχιασε.

- Σίγουρα δεν είδε που τον έφερες, ε;

- Όχι ρε, είπαμε, του τα’ δεσα λίγο μετά την Ανάβυσσο.


«θα σου δέσω τα μάτια τώρα, οκ; μη φοβηθείς», είπε και του τσίμπησε ελαφρά το μάγουλο, «εγώ είμαι εδώ, και θα είμαι συνέχεια μαζί σου»
«σου έχω εμπιστοσύνη» απάντησε ο Νίκος κι έκλεισε τα μάτια για να του σφίξει ο Σπύρος το μαύρο μαντήλι.
«το παιχνίδι αρχίζει από αυτή τη στιγμή» τον άκουσε κι έβαλε πάλι το αμάξι μπροστά.

Σε κάθε τυφλή στροφή όμως, στην αρχή σε άσφαλτο και μετά σε χωματόδρομο ή χαλίκια, δεν μπορούσε να μην έχει ένα συνεχές αίσθημα ναυτίας και φόβου. Από το να τον σαπίσουν στο ξύλο, να τον φυλακίσουν για μέρες ατάιστο και κατουρημένο ή και να τον σκοτώσουν. Και για κάποιο αρρωστημένο λόγο δεν ήξερε αν του άρεσε κιόλας αυτό.


«ένα σαββατοκύριακο με τρεις φίλους μου Νικολάκη, τι λες; Σεξουαλικός δούλος μας, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα, θα είμαι εγώ εκεί συνέχεια. Ο ένας είναι και γιατρός, δεν έχεις να φοβηθείς τίποτα»
 

-Καλός είναι, άκουσε μια φωνή πιο κοντά του κι ένιωσε ένα χέρι να του χουφτώνει άτσαλα τον κώλο. Κι άτριχος, σαν γκομενάκι.


«σε θέλω ξυρισμένο για τους φίλους μου»
«εντάξει»
Κι όσο κι αν δεν του άρεσε σαν ιδέα, τη προηγουμένη στο μπάνιο, άπλωσε σαπουνάδες στα πουλιά του και ξυρίστηκε όσο μπορούσε καλύτερα. Πήρε μετά ένα καθρεφτάκι και με το trimmer στο ελάχιστο, άνοιξε τα πόδια του και πήρε πολύ προσεκτικά τις καστανόξανθες τριχούλες γύρω από το άνοιγμα του πρωκτού του και το περίνεό του.


Ένα άλλο χέρι του τσίμπησε τη ρόγα και του έδωσε μια ελαφριά φάπα στο στομάχι χαμηλά. Δεν ένιωθε και τόσο άνετα με το σώμα του αν και του το’ χαν λατρέψει πολλοί, ειδικά ο Σπύρος, για κείνον ήταν σχετικά αδύνατος και αγύμναστος, και η ιδέα τού να είναι στο ανελέητο μεσημεριανό φως που ένιωθε να πέφτει πάνω του - από καμιά μπαλκονόπορτα του σαλονιού; - και να φαίνεται κάθε ατέλεια του σώματος του μπροστά σε αγνώστους τον έκανε να νιώθει κάτι παραπάνω από άβολα. Όλα στραβά του φαινόντουσαν αυτή τη στιγμή πάνω του, οι πλάτες του στενές, το στήθος του πλάκα, ο κώλος του μαλακός. Κι όλα αυτά χωρίς να μπορεί να «ποζάρει», να μπορεί να τα δείχνει όσο πιο ελκυστικά γινόταν, σε πλήρη, απροκάλυπτη έκθεση. Κάπου βαθειά μέσα του όμως ίσως και να του άρεσε, σκλάβος σε παζάρι; το απόλυτο αντικείμενο;

Δε μπορούσε να καταλάβει τη δύναμη που μπορεί να απελευθερώσει ένα απροστάτευτο κορμί στα μάτια ενός καυλωμένου για να το χρησιμοποιήσει άντρα, όσο ατελές κι αν είναι, πόσα σκοτεινά ένστικτα γεννάει το θέαμα ενός γυμνού σώματος να το κάνεις ότι θέλεις.

«ότι θέλεις;» είπε από μέσα του.

- Ρίχτονα πάνω στη ράχη της πολυθρόνας να τον ψάξω.

Ένιωσε ένα κάπως ευγενικό χέρι, μάλλον του Σπύρου, να τον σκύβει πιάνοντάς τον γερά απ’ τη βάση του σβέρκου, κι αμέσως μετά μια βελούδινη αφή στα λαγόνια του, απ’ το ύφασμα της πολυθρόνας. Άφησε χαλαρούς τους γλουτούς του με τα πόδια του να κρέμονται στον αέρα.

-Είναι καθαρός, ε; μη πάθουμε καμιά ζημιά; άκουσε μια άλλη φωνή.

-Ναι ρε, άκουσε να λέει ο Σπύρος, τον έχω τσεκάρει, κι εγώ χωρίς καπότα τον γαμάω.

-Και με τα σκατά τι γίνεται ρε συ; Σιχαίνομαι, άκουσε τον τρίτο της παρέας;

-Είναι καθαρός λέμε, ξέρει να είναι τζάμι το αγόρι, ξανάκουσε τον Σπύρο νιώθοντας ένα ανακάτεμα στα μαλλιά του.

-Καλά, θα δω εγώ, πιάσε τη τσάντα μου από κει. Κράτα του εσύ το κώλο ανοιχτό να τον τσεκάρω.

Ήταν σίγουρος για το πόσο καθαρός ήταν, εκτός του ότι είχε πλυθεί εκείνο το πρωινό εξαντλητικά, τη προηγουμένη είχε πάρει και δύο χαπάκια Imodium, παλιό κόλπο για να σταματήσει κάπως τη δραστηριότητα του εντέρου του.

Δύο χέρια τον άνοιξαν διάπλατα κι ένιωσε κάτι κρύο και μεταλλικό να του πιέζει το άνοιγμα του πρωκτού του και να προσπαθεί να μπει μέσα του. Άθελά του η σκέψη του πήγε σε μαχαίρι και του σφίχτηκε το στομάχι.

- Σιγά, έ; άκουσε πάλι τη φωνή του Σπύρου, μην τον ξεχειλώσεις και δε καταλαβαίνουμε τίποτα.

- Ηρεμήστε ρε, ιατρικό εργαλείο είναι.

- Μην πάνε χαμένα και τα Viagra, γέλασε κι ο τέταρτος της παρέας, μια βαριά, μπάσα, μάγκικη φωνή, λαϊκή, που έκανε τον Νίκο να ανατριχιάσει.

- Ρε μαλάκα, το πήρες κιόλας; άκουσε τον άλλον να λέει. Κοίτα ρε το πράμα του! Καλά μαλάκα, εσύ τελευταίος θα γαμίσεις, αν τον πάρεις πριν από μένα θα είναι σαν να γαμάω σακούλα των σκουπιδιών εγώ μετά, είπε και γέλασαν όλοι μαζί.

«που πάω να μπλέξω;»

Σκέφτηκε πως ακόμα και το να πηδιέται δεν ήταν από τα αγαπημένα του, πόσο μάλλον από ένα μεγάλο, άτσαλο, απότομο, θυμωμένο πέος. Αν και ήξερε καλά πόσο ελαστικοί μπορούν να είναι οι δακτύλιοι του πρωκτού, θυμήθηκε τη σκηνή του βιασμού του Edward Norton στο «American History Χ» και το γνώριμο σφίξιμο στο στομάχι ξανάκανε την εμφάνισή του. «Δραματουργικές υπερβολές» είχε σκεφτεί τότε, αλλά τώρα η σκέψη ενός ματωμένου πρωκτού τον τρόμαξε.

- Ξέρω, απάντησε στο Σπύρο αυτός που ήταν πίσω από τη πλάτη του Νίκου και την επόμενη στιγμή το φαρδύ στόμιο του διαστολέα εφάρμοζε στο πρωκτό του αγοριού κάνοντάς το απότομα να χάσκει σε πλήρη θέα.

- Μόνο το κράνος σου λείπει ρε μαλάκα με το φωτάκι που’ χεις στο κεφάλι σου, είπε πάλι η μπάσα φωνή κι ο Νίκος κατάλαβε ότι αυτός που ήταν έτοιμος να τον τσεκάρει ήταν ο γιατρός. Σαν ανθρακωρύχος είσαι.

- Αν δε δω καλά και φύγεις από δω με κανένα κονδύλωμα θα σου πω εγώ ρε μαλάκα, είπε η φωνή πίσω του κι ο Νίκος ένιωσε με δυσφορία τα αυτιά του διαστολέα να τον ανοίγουν εσωτερικά και το εργαλείο να παίρνει μισή, επώδυνη στροφή μέσα του.

- Όλα καλά, του ψιθύρισε ο Σπύρος από μπροστά του παρηγορώντας τον.

Η άγνωστη πηγή του πόνου κι αυτό το αίσθημα του να είσαι με τα μάτια δεμένα, της πλήρους άγνοιας και υποταγής, ακόμα δεν το είχε συνηθίσει καθόλου.

- Θα μου βγάλεις το μαντήλι τώρα που φτάσαμε; ρώτησε σιγά.

- Όχι ακόμα, μετά. Ωραία είναι έτσι, θα δεις.

Θα έβλεπε…

Κι ο διαστολέας άνοιγε όλο και περισσότερο


«θα διασκεδάσουμε μικρέ μου. θα γλύψεις πόδια, πούτσες, αρχίδια, κώλους, πατώματα, τους έχω πει να είναι όλοι καθαροί, θα σκυλογαμηθείς, θα παίξουμε μαζί σου, θα τις φας για τη καύλα μας, ωραία θα είναι»

«δε ξέρω, αλήθεια»

«τέσσερεις θα’ μαστε, τρεις κολλητοί μου κι εγώ»

«το’ χετε ξανακάνει;»

«όχι»

«γιατί;»

Το σκέφτηκε.

«ίσως γιατί δεν έκατσε, ίσως γιατί δε βρήκα κάτι σαν κι εσένα να μου αρέσει τόσο και που να ξέρει να δίνεται και να αφήνεται, ένα κορμί όλο ζωή» τον κολάκεψε και τον έσφιξε δυνατά στο ύψος των νεφρών. «μη σταματάς» συνέχισε και του άνοιξε περισσότερο τους γλουτούς να σφηνωθεί μέσα του βαθύτερα.

«δε ξέρω…» είπε ο Νίκος και συνέχισε να κουνιέται ξανά πάνω κάτω στο σκληρό πέος, κι έσκυψε και φίλαγε κι έγλειφε τις αλμυρές μασχάλες και το ιδρωμένο στήθος του Σπύρου, έτσι όπως ξαπλωμένος ανάσκελα κι είχε τα χέρια του πίσω απ’ το σβέρκο του, γαμιάς, πασάς.



Δεν ήξερε όμως, αλήθεια, τα δύο προηγούμενα σαββατοκύριακα είχε σχεδόν μαρτυρήσει στα χέρια του Σπύρου, του είχε παραδοθεί πλήρως από τη πρώτη στιγμή της γνωριμίας τους.

Καύλωνε κι έχυνε ο Σπύρος ασταμάτητα σχεδόν, με απίστευτη όρεξη για τα 38 του χρόνια, μέσα του, χωρίς προφυλακτικό, ούτε καν τη πρώτη φορά.

«ρε συ, φοβάμαι έτσι»

«έτσι μόνο γαμάω, ή έτσι ή την κάνω» είχε πει αυστηρά κι αυτό γέμισε το Νίκο τρόμο και φόβο και καύλα, τον ήθελε απίστευτα και πριν προλάβει να το σκεφτεί περισσότερο, με μια απότομη κίνηση είχε μπει μέσα του και τον έσκαβε κιόλας κανονικά, σίγουρος, χωρίς να περιμένει απάντηση ή επιβεβαίωση. Δεν είχε ιδιαίτερο μέγεθος, το πέος του Σπύρου ήταν κανονικό ίσως προς μεγάλο θα έλεγε και κάποιος, αρμονικό σε σχήμα και πάχος, με μια μικρή κατακόκκινη βάλανο στη κορφή του που λες και προετοίμαζε το «έδαφος» κάθε φορά, με μια γερή κλίση προς τα δεξιά που μερικές φορές τον ανάγκαζε να καθόταν πλάγια όταν σφηνωνόταν πάνω του, αλλά πάντα του σκληρό σαν καυτό σίδερο. Από τις ελάχιστες φορές που είχε αφεθεί τόσο σε κάποιον, έσφιξε δόντια και γροθιές, πήρε βαθιές ανάσες κι άφησε τον πόνο να τον κυριέψει και λίγο μετά που ένιωσε τον ιδρωμένο άντρα να του γεμίζει τη κουφάλα με πλούσια υγρά, πάνω που ο πόνος πήγε να γίνει ηδονή, βγήκε απότομα από μέσα του, και του τον έβαλε στο στόμα.

«πλύντονα και ξανακαύλωσε τον» τον μπούκωσε.

Και του φάνηκε απίστευτο που σε μερικά λεπτά του γέμιζε το στόμα ένας κατάσκληρος πούτσος, έτοιμος να τον σκίσει ξανά, πριν προλάβει καν να πλυθεί και να αδειάσει το σπέρμα από μέσα του.

Και τον πήδηξε, και τον ξαναπήδηξε, όλο εκείνο το σαββατόβραδο μέχρι αργά, και τον έδειρε γερά στο πισινό και τα μπούτια με τη δερμάτινή του ζώνη, και άλλες δυό φορές το μεσημέρι που ξύπνησαν στα βρώμικα σεντόνια, και το επόμενο ατέλειωτο σαββατοκύριακο πάλι, περισσότερο, με ξεσκούφωτα πηδήματα πλούσια σε ιδρώτα και καύλα και ζουμιά.



«πως είναι οι φίλοι σου;» είχε ρωτήσει χωρίς να σταματήσει να χωνεύει το ακούραστο όργανο.

«τι σημασία έχει; είναι φίλοι μου, τους ξέρω καλά και τους έχω εμπιστοσύνη»

Μπορεί και να μην είχε σημασία τελικά.

«εγώ να σου έχω;»

«τι;» ρώτησε λαχανιασμένα.

«εμπιστοσύνη»

Τον έπιασε αντρικά απ’ το σβέρκο, του έφερε το στόμα του στο δικό του σ’ ένα ατέλειωτο, σαλιάρικο φιλί, μετά του σήκωσε το κεφάλι και τον κάρφωσε με το βλέμμα του.

«ναι»


- Τζάμι ο πουστράκος σου Σπύρο, άκουσε τον «γιατρό» πίσω από τη πλάτη του, με φοβερή πια δυσφορία από το τσούξιμο από τον διαστολέα. Ελάτε να δείτε.

- Άσε ρε, βγάλε αυτό το πράγμα να αρχίσουμε, μην γαμήσω εσένα για αρχή.

- Ρε σοβαρά, τέλειο έντερο. Σαν παρθενάκι, ούτε αμυχές, ούτε σκατό ούτε τίποτα. Μωρέ μπράβο.

Κι ο Νίκος ένιωσε μια δυνατή σφαλιάρα στο σβέρκο του.

- Μπράβο μικρέ, θα καλοπεράσεις.

- Για να δω ρε συ, άκουσε μια φωνή, και με μια γλυκιά αίσθηση κατάλαβε δυό δάχτυλα να τον ψάχνουν και να του χαϊδεύουν το ανοιγμένο έντερο. Από τη γλυκιά αίσθηση πήρε μια βαθειά αναπνοή κι άκουσε το άνοιγμα του πρωκτού του να ανασαίνει κι αυτό υπόκωφα μαζί του.

-Τι απαλό που είναι ρε συ, πρώτη φόρα το βλέπω από τόσο κοντά, ούτε σε τσόντα, κουνιέται κιόλας.

Με μια αργή και σταθερή κίνηση ο διαστολέας με ανοιγμένα ακόμα τα αυτιά του πήγε να βγει από τη θέση του,

- Πονάει, πονάει.

Ένιωσε μια δύναμη στο κρανίο του να τον πατάει και να του χώνει το πρόσωπο μέσα στο μαξιλάρι της πολυθρόνας.

- Θα υποφέρεις κωλόπουστα, δε θα πονέσεις απλά, άκουσε λυσσασμένα λόγια.

Μια βρώμικη σαγιονάρα σχεδόν του ξεκόλλησε τ’ αυτί με τη δύναμη του που τον βούλιαζε στο βελούδο.

- Θα σε κάνω να χέζεις ψιλό σκατό μια βδομάδα καργιόλα!

Και δαγκώνοντας τα χείλια του, ένιωσε τα πλατιά λέπια του διαστολέα να τον ξεσκίζουν, να τον μαχαιρώνουν σχεδόν, ανοίγοντας τον όσο δεν έπαιρνε, με τρομερό πόνο και αγκομαχητά, και να βγαίνει επιτέλους, αφήνοντας τα κωλόχειλά του να ηρεμήσουν, να κλείσουν και τη τρυπούλα να πάρει τις κανονικές της διαστάσεις, έστω και για λίγο.

- Ούτε τόσο δα αιματάκι, άκουσε πάλι τον γιατρό ψάχνοντάς και σκουπίζοντάς τον. Πολύ ανθεκτικός ο μικρός σου, πολύ καλή ποιότητα δέρματος.



- Θα σου σκίσω τη γαμώτρυπα, συνέχισε η φωνή πάνω απ'  τη σαγιονάρα.

«χριστέ μου»

-Σήκω όρθιος, είπε και τον άφησε.

Υπάκουσε και σηκώθηκε, ήδη μούσκεμα απ' τον ιδρώτα και την αγωνία και με τα πόδια να τρέμουν κι αμέσως ένιωσε κάτι να του εφαρμόζει και του σφίγγει το λαιμό. Η άκρη μιας μάλλον δερμάτινης λουρίδας του ακούμπησε το στομάχι.

Περιλαίμιο.

«τι κάνω εδώ ρε πούστη μου;»

-Τι λέτε; Σκυλάκι κανονικό;

-Να τον πάμε μια βόλτα πριν τον γαμίσουμε;

-Ναι ρε, καλό. Φέρε και τις βίτσες.

-Στα 4 βρωμόπουστα.

Κι άρχισε η πρώτη επώδυνη βόλτα μέσα – μάλλον – στο σαλόνι, να σέρνει τις παλάμες και τα γόνατά του πότε σε πλακάκι, πότε σε χαλί, πότε με χτυπήματα με τους ώμους ή τα γόνατα σε έπιπλα, πάντα με δεμένα μάτια, πότε κλωτσιά στο κώλο, και βογκούσε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, υπάκουος, μια κλωτσιά τον βρήκε στα γεννητικά του όργανα, μια-δυό φορές μια φτέρνα μάλλον απ' αυτόν που τον τραβούσε τον χτύπησε στο σαγόνι, μια δεύτερη κλωτσιά στα μπούτια τον έκανε να χάσει την ισορροπία του κι αμέσως μετά η λαιμαριά στο λαιμό του να τεντώνεται για να του βγάλει το σβέρκο να σταθεί πάλι στα 4, κάποια στιγμή το κεφάλι του σφηνώθηκε ανάμεσα από δυο αστραγάλους, κι άκουγε τους άντρες να τον βρίζουν και να γελάνε, κι ένιωσε ένα δάκρυ φόβου να προσπαθεί να βρει διέξοδο, και κάτι στεγνά βίαια δάχτυλα μέσα του, άγαρμπα, βαθειά, να τον τσούζουν, και μια χούφτα να του σφίγγει τα πουλιά του δυνατά και να τού τα τραβάει σαν να μη τα χρειαζόταν, κι έτσι που ήταν σφηνωμένος ανάμεσα στους αστράγαλους που του πίεζαν το κεφάλι βιτσιές άρχισαν να βρίσκουν το στόχο τους, στους γλουτούς, τα μπούτια, τους ώμους, τη πλάτη και τα λιπόσαρκα πλευρά, δυνατά, να καίνε, να τσούζουν, να πονάει, και βρήκε διέξοδο το δάκρυ μαζί με σταγόνες μύξας απ’ τη μύτη του, «βρωμόπουστα», «τα σκυλιά στο χωριό μου τα σκοτώνουμε στις μαγκουριές» του φάνηκε να άκουσε «μη, μη, μη» είπε κάπως δυνατά «έλα, ρε σεις» ούρλιαξε κι ένα χέρι του έπιασε το σαγόνι κι ένα άλλο του άστραψε μια φάπα «μπορείς να φωνάξεις μικρέ» άκουσε τον Σπύρο του «ευκαιρία να ουρλιάξεις άμα θες, δεν θα σ’ ακούσει κανένας, αλλά όσο δυνατά φωνάζεις, θα καυλώνουμε και θα τις τρως και θα γαμιέσαι και θα τις τρως χειρότερα», κι ένα δεύτερο, κι ένα τρίτο χαστούκι τον ζάλισε τελείως, δάκρυα, και σταγόνες από σπέρμα έσταζαν απ’ το πεσμένο του πουλί, κι ο Νίκος φώναζε πια, δε μπορούσε να κρατηθεί, να φωνάξει, να εκτονωθεί, όχι να τον αφήσουν, του άρεσε, δε του άρεσε, το λάτρευε, το σιχαινόταν, τον φόβιζε, έτρεμε, οι βιτσιές ζεμάταγαν, έκαιγαν, μέχρι που σταμάτησαν κι ένιωσε δυό χέρια να τον αρπάζουν απ’ τη μέση και κάτι στη σούφρα του, κάτι να τον ακουμπάει, και τον ήχο από ένα φερμουάρ να ανοίγει χιλιοστά μπροστά από το πρόσωπό του, ένα πουτσοκέφαλο να κεντράρει στη τρύπα του και να προσπαθεί να χωθεί, και μια βρωμερή βαρβατίλα σαν χαλασμένο τυρί να του σπάει τη μύτη, "θα τους πω να είναι καθαροί", και τον πρώτο γαμιά της παρέας να τον παίρνει ασάλιωτα, απότομα κι ασάλιωτα και δυνατά και το τσούξιμο στη τρύπα του να τον σκίζει στα δύο και τον δεύτερο να του μπουκώνει το στόμα και το λαρύγγι τραβώντας τον από τα μαλλιά και τα αυτιά, να πνίγεται, να βήχει, να αηδιάζει, να τρώει χαστούκια επειδή πνίγεται και βήχει και αηδιάζει, δυνατά χαστούκια, να βγαίνει η βρωμερή πούτσα από το στόμα του, ένα άγριο χέρι να του σηκώνει το κεφάλι τραβώντας τον απ' τα μαλλιά και να ζυγιάζει προσεκτικά για να ρίξει δυνατά, απανωτά κι ανάποδα χαστούκια, να βγαίνει το στυλιάρι από πίσω του για να χωθούν φτυσμένα, τσουχτερά δάχτυλα, δύο από κάθε χέρι, για ν' ανοίξει η ταλαιπωρημένη κιόλας τρυπούλα περισσότερο, να ξαναγεμίζουν μετά πάλι όλες του οι τρύπες, να βουίζουν τ' αυτιά του, να ζαλίζεται, να θέλει να φτύσει και να ξεράσει και να χέσει απ' όλες του τις τρύπες.



-Αρχίζουμε μαλάκες!



(συνεχίζεται εδώ)






security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY