Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

κόλαση στην ανάβυσσο - μέρος δεύτερο

συνέχεια από http://lovermaster.blogspot.gr/2012/06/99.html


24 / 04 / 1999

12:45




Είχε γείρει αποκαμωμένος σε μια γωνιά που ένιωσε με τη πλάτη του, καθισμένος πάνω στα πλακάκια με τα πόδια μαζεμένα και τα χέρια του ν’ αγκαλιάζουν τα γόνατά του, όλο το κορμί πονούσε, τα γόνατα του είχανε γδαρθεί έτσι όπως τον έσερναν, η μέση του είχε νυχιές και κοκκινίλες έτσι όπως στηριζόντουσαν πάνω του και τον είχαν γραπώσει και του τραβούσαν το δέρμα και τη σάρκα για να μπουν όσο το δυνατόν πιο βαθειά, το σαγόνι του είχε σχεδόν βγει απ’ τη θέση του απ’ τα χαστούκια, αναρωτήθηκε αν θα είχε και μελανιές παντού εκτός από κοκκινίλες, αν το δέρμα του περιλαίμιου που φορούσε ακόμα θα είχε ερεθίσει τον άμαθο σβέρκο.

Δε μπορούσε να καταλάβει πόσο κράτησε η φάση, μπορεί να του φάνηκαν ώρες αλλά κατάλαβε ότι μάλλον όλοι έχυσαν σχετικά γρήγορα και όλο το σκηνικό διαλύθηκε λίγο πριν νιώσει ότι δεν άντεχε άλλο, ένα τέταρτο; δύο; τρία τέταρτα; Δε μπορούσε να υπολογίσει.

Μέσα στη ζάλη του, δεν περίμενε να του πούνε τίποτα, απλά όταν έπαψαν να ασχολούνται μαζί του, σούρθηκε στα τυφλά στη πρώτη γωνιά που βρήκε.

Τα μάτια του ήταν ακόμα δεμένα, αναρωτήθηκε αν ήταν ακόμα σε πλήρη θέα η είχε κάπως κρυφτεί απ' τα αδηφάγα βλέμματα. Οι άντρες μιλούσαν χαμηλόφωνα, κάπου ένα καλαμπούρι ή καμιά χοντράδα, αλλά τ’ αυτιά του βούιζαν υπερβολικά για να βγάλει νόημα απ’ τις κουβέντες.

- Σπύρο;

Ανάμεσα από ήχους από ανάματα αναπτήρων και ρουφηξιές από τσιγάρα και τσουγκρίσματα ποτηριών με αποκαμωμένα μουρμουρητά δεν μπορούσε να ξεχωρίσει το Σπύρο του.

- Σπύρο; ξαναρώτησε.

- Λέγε μωρό, άκουσε ανακουφιστικά απ’ το βάθος του σαλονιού.

- Λίγο νερό ρε συ.

Το στόμα του είχε κολλήσει κι ένιωθε στη γλώσσα μια γλίτσα από βρωμιά, βαρβατίλα με σπέρμα.

- Δίψασε ο πούστης σου μαλάκα, άντε να τον νταντέψεις.

- Άσχημα πέρασες ρε μαλάκα; είπε έντονα ο Σπύρος κι άκουσε τα βήματά του.

Λίγο μετά τον λυτρωτικό ήχο της βρύσης που γέμιζε ένα ποτήρι νερό, ένιωσε τον Σπύρο να γονατίζει δίπλα του και να του το δίνει.

- Να βγάλω το μαντήλι ρε συ; ρώτησε μετά από μερικές γουλιές.

- Θα δούμε.

Ένιωθε τον πρωκτό του, χαλαρό, ξεχειλωμένο, γεμάτο από ζουμιά και σπέρματα και του ήταν πια ανυπόφορο να προσπαθεί να τα κρατήσει μέσα του. Από το πρώτο γαμήσι που του φάνηκε κυριολεκτικά ατέλειωτο και μετά, είχε χαλαρώσει και περισσότερο τον ενοχλούσε η βία και η πίεση σ’ όλο το υπόλοιπο σώμα, παρά ο σφιγκτήρας του, απλά ένιωθε ότι μπαινόβγαιναν μέσα του, αλλά χωρίς ανυπόφορη ενόχληση, απλά δυνατό τσούξιμο κι ερεθισμό.



- Πονάω ρε συ, θέλω να πάω στο μπάνιο, να πλυθώ, να με δω σ ένα καθρέφτη, πονάω παντού…

Άδειασε λαίμαργα το ποτήρι, του το' δωσε και τον κατάλαβε που χαϊδεύοντας του τα μαλλιά ξανασηκώθηκε όρθιος.

- Ρε Γιάννη, εσύ δε με ρωτούσες πως πλένονται οι πούστηδες;

-Μη ρε συ, τι κάνεις γαμώτο, ντρέπομαι.

-Σουτ, θα γίνει ότι λέμε.

-Ναι ρε, θέλει τώρα; Να τον πάω; είπε μια φωνή απ' το βάθος.

-Ναι, έλα πάρτον.

-Στο μεγάλο, δίπλα, μη τον πάς πάνω, μετά θ’ ανέβουμε πάνω, το βράδυ, είπε ο «γιατρός».



Με το που ο Γιάννης του έβγαλε το περιλαίμιο και το μαντήλι, ο Νίκος στραβώθηκε από το ξαφνικό φως.

Εντυπωσιασμένος απ’ το τεράστιο λουτρό κατάλαβε ότι βρισκόταν σε πολύ καλό σπίτι, μάλλον του γιατρού.

-Τελείωνε, είπε ο Γιάννης ακουμπισμένος στο κούφωμα της πόρτας με τα χέρια σταυρωμένα, χαζεύοντάς τον. Θέλω να δω πως πλένονται οι πούστηδες.



«έχεις όρεξη να γαμηθείς μου φαίνεται» σκέφτηκε.



-Ρε συ, κλείσε τη πόρτα, σε παρακαλώ

-Τελείωνε ρε απογαμίδι μη σε πάω μέσα για δεύτερη γύρα στο καπάκι! Πλύσου, τέλειωνε, που σε πιασαν οι ντροπές!



Καθώς τον κοίταζε συνειδητοποίησε ότι σε άλλη περίπτωση ούτε που θα του’ δινε δεύτερη ματιά. Γύρω στα 45, φαλακρός, με γκρίζα λίγα μαλλιά στο ύψος των κροτάφων, λιπόσαρκος στο σώμα και με πολύ λεπτά μπράτσα και πόδια και με μια στρογγυλή κοιλιά που ξεχείλωνε μια παλιομοδίτικη φανέλα.



 - Σου σκίσαμε το πάτο και ντρέπεσαι τώρα, σκατό!



Μην έχοντας άλλη επιλογή κάθισε στη τουαλέτα, κατούρησε μπροστά στο ειρωνικό χαμόγελο του γαμιά του, έπιασε το τηλέφωνο του ντους από τη μπανιέρα ακριβώς δίπλα του, το ξεβίδωσε κι ακούμπησε την άκρη του στο άνοιγμα του πρωκτού του. Λίγο πριν προλάβει να το κάνει, ένας ελαφρύς υπόκωφος ήχος ακούστηκε μέσα στη λεκάνη.

-Όπα, περίμενε, είπε ο Γιάννης και τον πλησίασε. Σκαρφάλωσε πάνω στη λεκάνη, θέλω να βλέπω τη τρύπα σου.



«κοπρολάγνος;»



Αφού έφτασε ως εκεί, δεν έχανε τίποτα άλλο πια, έκανε ότι του είπε.

-Σφίξου να χέσεις, θέλω να δω τα χύσια μας.

Χωρίς να χρειαστεί να το πει δεύτερη φορά, άρχισαν να τρέχουν ζουμιά από τη κουρασμένη τρυπούλα, πηχτά ζουμιά που δεν είχαν τελειωμό, με υπόκωφους, υγρούς θορύβους.

-Καύλα πούστη μου, είπε ο τύπος κι έβαλε το χέρι μέσα από το παντελόνι του. Σαν μουνί είναι η σούφρα σου, μουνί στη κάναμε, σφίξου κι άλλο ρε πούστη, άδειασέ το, θέλω να τα δω.

Έβγαλε έξω από το παντελόνι του ένα βρώμικο καυλωμένο πέος με πηχτά απομεινάρια σπέρματος κι άρχισε να το παίζει.

-Σφίξου μανάρα μου, σφίξου. Πλύσου και λίγο να σε δω. Πλύνε τη σούφρα σου τη ξεσκισμένη να σε δώ.

Η επαφή με το κρύο νερό, έστω και μπροστά σε κάποιο τρίτο, τον ανακούφισε όσο τίποτα. Με κόπο εφάρμοσε την άκρη του σωλήνα στο ταλαιπωρημένο άνοιγμα του πρωκτού κι άφησε μπόλικο νερό να μπει μέσα του.

-Έλα μωρό, χέσε τα σκατουλάκια σου να σε δω.

Το Imodium που είχε πάρει τη προηγουμένη είχε κάνει τέλεια δουλειά, το μόνο που βγήκε από μέσα του ήταν σπέρματα, βλέννες από τον ταλαιπωρημένο βλεννογόνο και μικροσκοπικά περιττώματα.

-Χέζει το μωράκι, χέζει; είπε και σηκώθηκε όρθιος. Έλα μωρό, πάρε ένα τσιμπούκι του μπαμπάκα, έλα κοριτσάκι μου.

Αδιαμαρτύρητα, αφέθηκε στο να του χώσει στο στόμα το όργανό του, λερωμένο από πριν, λίγο που τον ένοιαζε πια.

-Άσε με να κάνω ένα ντους μετά, σε παρακαλώ.

-Ναι μανάρα μου, ναι μουνίτσα μου, θα σ’ αφήσω, θα σ’ αφήσω, φάε το μεζέ του μπαμπάκα σου τώρα, έλα, έλα, έλα.

Κι έχυσε πάλι σχεδόν αμέσως.



- Άντε πλύσου κι έλα, μην αργήσεις, θα θυμώσουν.



Λυτρωτικά, απόλαυσε την επαφή με το νερό, βλέποντας το είδωλό του στο μεγάλο καθρέφτη που έπιανε από τη μια άκρη της μπανιέρας ως τη άλλη. Είχε πολλές κοκκινίλες παντού, που αν στη διάρκεια του σαββατοκύριακου το παιχνίδι συνεχιζόταν με την ίδια ένταση, σίγουρα θα γινόντουσαν μελανιές και θα πονούσαν και θα τον ταλαιπωρούσαν για καμιά βδομάδα, το θέαμα όμως τον καύλωσε. Έσκυψε κι άνοιξε τα πόδια του να εξετάσει και τη σχισμάδα του ανοίγοντας διάπλατα τους γλουτούς, κι εκτός που όλη τους η επιφάνεια ήταν με κόκκινα σημάδια από τις βίτσες, η τρυπούλα του ήταν ελαφρά πρησμένη, τα κωλόχειλα ήταν φουσκωμένα. Την έσφιξε με λίγο κόπο αλλά κατάλαβε ότι μπορούσε τελικά να αντέξει πολλά περισσότερα.



«τα κατάφερα» σαν να σκέφτηκε, κι όρθιος όπως ήταν, χαϊδεύοντας το μικρό του σκληρό πέος με τις σαπουνάδες, έχυσε υπέροχα, λυτρωτικά, με μερικούς σπασμούς, χωρίς καν να το καταλάβει.



Λίγο μετά, ακολουθώντας ομιλίες, διέσχισε ένα διάδρομο έξω από το μπάνιο και βγήκε σ’ ένα τεράστιο, εντυπωσιακό χώρο. Πριν προλάβει να επεξεργαστεί πλήρως το γεγονός ότι είχε τρία διαφορετικά σαλόνια με ένα καναπέ και δύο πολυθρόνες το καθένα, μια τραπεζαρία για οχτώ άτομα, ένα τεράστιο τζάκι, τεράστιες μπαλκονόπορτες που έβλεπαν τη θάλασσα, εικόνες από τη προηγούμενή του ταλαιπωρία του ήρθαν αποσπασματικά, με εικόνα πλέον, κατάλαβε που τον είχαν γδύσει, σε ποια πολυθρόνα τον είχαν γείρει για να τον «εξετάσουν», που είχε χτυπήσει τους ώμους του καθώς τον έσερναν άγαρμπα σαν σκυλάκι, σε ποιες γωνίες, σε ποιο τραπεζάκι, και ποια γωνιά του χαλιού τού ανακούφισε τα γόνατα μετά από τα σκληρά πλακάκια την ώρα που τον γαμούσαν, αυτή στο μεγαλύτερο άνοιγμα μεταξύ των επίπλων.

-Τσακίσου κι έλα εδώ, άκουσε έναν από τους άντρες.

Ούτε που είχε προλάβει να κοιτάξει προς το μέρος τους στα δεξιά του τεράστιου χώρου, σ’ ένα μαύρο δερμάτινο καναπέ, κι αθέλητα έσκυψε το κεφάλι και πήγε προς το μέρος τους.

-Πλύθηκες μικρέ; Έχουμε και συνέχεια σε λίγο! είπε η ίδια φωνή κι ο Νίκος σήκωσε το κεφάλι του προς το μέρος του.

Ήταν γύρω στα 30, ο πιο νεαρός της παρέας, και μάλλον ο «γιατρός» αν έκρινε σωστά από τη φωνή και τα μικρά στρογγυλά γυαλιά του.

-Μάλιστα κύριε, είπε ανεπιτήδευτα κι ήξερε ότι μ’ αυτή την ατάκα ο Σπύρος θα χαμογελούσε υπερήφανα.

- Ρε μαλάκες, θα σαβουρώσουμε τίποτα; Μια η ώρα έχει πάει, άκουσε να λέει ο Γιάννης. Λέω να πάω για σουβλάκια, θα’ ναι ανοιχτό;

- Ναι, ανοιχτό είναι. Δε πάς; Εσύ πια το βράδυ θα ξαναγαμίσεις πάλι, σήμερα έχυσες για μια βδομάδα, είπε ο «γιατρός» και γέλασε δυνατά.

Μάλλον τους είχε ήδη πει για το τσιμπούκι στη τουαλέτα.

- Έλα μωρέ σαβουρογάμη που θα μας το παίξεις και μπήχτης! Μαλάκα, ε μαλάκα!

- Ε, για φέτος αρκετά γάμησες, συνέχισε ο "γιατρός" κι έσκασε στα γέλια.

- Μαλάκες πάω για σουβλάκια, μη κάνετε τίποτα, σε κάνα μισάωρο θα γυρίσω, είπε και σηκώθηκε.

- Έλα εδώ μωρό, στα πόδια μου, άκουσε το Σπύρο κι έκανε όπως του είπε, και κάθισε χάμω, δίπλα στα γόνατά του, αγκάλιασε το ένα κι ο Σπύρος τον επιβράβευσε με ένα χάδι στο κεφάλι.

-Καλό το σκυλάκι μου, ε; είπε στους άλλους.

-Μια χαρά! ξανάκουσε τη βαριά φωνή και γύρισε προς το μέρος της κι ανατρίχιασε.

Ένας απαίσιος κοιλαράς, εμετικός τύπος, με χοντρό γκρίζο μουστάκι, αποκρουστικά γυμνός από τη μέση και πάνω, βρωμερά ιδρωμένος και γυαλιστερός και τριχωτός σαν πίθηκος. Γύρω στα 45 κι αυτός, δεν μπορούσε καθόλου να φανταστεί πως τον είχε δεχτεί μέσα του.

- Έχει να φάει καλά από μένα, συνέχισε κι έβαλε το χέρι του μέσα από το παντελόνι.

- Ο Μιχάλης δεν σ’ έχει αγγίξει ακόμα, έσκυψε και του είπε ο Σπύρος.

- Αν και φοβέριζε ότι θα μας γαμίσει όλους στην αρχή, είπε ο Γιάννης γελώντας πριν κλείσει την εξώπορτα πίσω του.

Ο Νίκος κατάλαβε ότι ο Μιχάλης ήταν αυτός που όσο είχε δεμένα τα μάτια του μόστραρε με υπερηφάνεια το όργανο του στους άλλους.

-Μαλάκα, είπε ο «γιατρός», θέλω να τον ακούω όταν θα τον γαμίσεις, μαλάκα μου. Θα μας πάρει τ’ αυτιά με τις φωνές του.

Ο Σπύρος ξαναχάιδεψε το κεφάλι του Νίκου.

-Αν αντέξει κι αυτό η σούφρα του, θα πει ότι είναι από πολύ καλή πάστα ο πουστράκος σου.

-Περίμενες να στενέψει η σούφρα του μετά από μας ρε συ; Αφού έτσι κι αλλιώς θα τον σκίσεις που θα τον σκίσεις.

-Το καλό πράμα αργεί να γίνει, είπε ο Μιχάλης, σηκώθηκε όρθιος για να ξεκουμπώσει τη βερμούδα του και ξανακάθισε.

Ο Νίκος τον κοίταξε αποσβολωμένος.

Το πέος του ανθρωπόμορφου γορίλλα ήταν μια χοντρή μάζα κρέας, ακανόνιστη, με χοντρές πρησμένες φλέβες, με μια μεγάλη βυσσινιά βάλανο σαν μανταρίνι, χόντραινε απίστευτα αμέσως μετά μέχρι τη μέση για να ξαναλεπτύνει αισθητά στη βάση της. Σαν μισόκιλη φρατζόλα ψωμί. Το κρατούσε με τη παλάμη του επιδεικτικά και μετά βίας το πλατύ χέρι κάλυπτε το ένα τρίτο του οργάνου.

Το λαρύγγι του Νίκου ξαφνικά ξεράθηκε τελείως κι ένας κόμπος του ανέβηκε στο λαιμό. Του ήρθε να βάλει τις φωνές και μόνο στην ιδέα του ότι θα χώνευε αυτό το πράγμα, ήταν αδύνατο, νόμιζε πως θα’ μενε στο τόπο.

Γύρισε στον Σπύρο.

Είδε στα μάτια του που άστραφταν μια ειρωνεία, μια χαιρεκακία, μια καύλα, μια χαμογελαστή λύσσα που δε μπορούσε να εξηγήσει και το αίσθημα του φόβου του έγινε ανυπόφορο, κατάλαβε ότι δε θα τον προστάτευε, είχε έρθει εκεί για να ικανοποιήσει τους φίλους του, ότι και να ζητούσαν, πάει τέλειωσε. Προς στιγμήν αναρωτήθηκε που είχε μαζέψει όλους αυτούς τους τύπους, καμιά σχέση με τον ίδιο, αλλά δεν είχε καμία απολύτως σημασία.

-Σοβαρά μαλάκες, μόνο με Viagra μπορώ πια να το σηκώσω, ευτυχώς που βγήκαν κι αυτά τα μαραφέτια.

- Καλά ρε μαλάκα, τη βάζεις πουθενά;

- Ε, σε καμιά πουτάνα, που αλλού; Σε κώλο δεν την έχω χώσει, με τίποτα. Κι ένας πούστης που μου' χε κολλήσει μια φορά, πήγα να του το χώσω και το' βαλε στα πόδια το αρχίδι, είπε και γέλασε απαίσια.

Ο Νίκος συνέχιζε να βλέπει το τεράστιο όργανο σαν υπνωτισμένος.

- Σου καλαρέσει εσένα πουστράκι, ε;

Ο Σπύρος τον έσπρωξε ελαφρά.

- Έλα πουστράκο μου, άντε να του τη γλύψεις.

Με μισή καρδιά ο Νίκος, σύρθηκε μέχρι τα πόδια του εμετικού άντρα ακριβώς δίπλα από το Σπύρο. Το θέαμα από κοντά ήταν ακόμα χειρότερο, τα δασύτριχα πόδια μύριζαν από μακριά "θα τους πω να είναι καθαροί – χέστηκε που θα τους έλεγε κάτι τέτοιο”, ξινίλα που ερχόταν ανάμεσα από τα τριχωτά μπούτια τού τσάκιζε τα ρουθούνια και βαρβατίλα από τα τεράστια σαν μικρά πορτοκάλια αρχίδια. Το θέαμα του τεράστιου πέους, παρότι επιβλητικό, του προξενούσε τρόμο. Ούτε καν μπορούσε να κλείσει τη φούχτα του γύρω του, του έμοιαζε σαν πόδι μικρού παιδιού, αρκέστηκε να του το γλύψει έντονα σ’ όλο του το μήκος, και ανοίγοντας το στόμα του όσο μπορούσε να κλείσει τα χείλια του γύρω απ’ τη βρώμικη βάλανο και λίγο πιο κάτω.

- Μη με δαγκώνεις πούστρα, τη γλώσσα σου και τα χειλάκια σου να νιώθω μόνο.

Κι έκανε ότι καλύτερο και περισσότερο μπορούσε και το άμορφο πέος πια ήταν σαν πέτρα.

- Έτοιμο το κωλάντερό σου βρωμόπουστα; Θα μου το καταπιείς; μουρμούρισε καυλωμένα παίζοντας το και με τα δυό του χέρια.

-Δε… δε μπορώ, αποκλείεται, τόλμησε να ψελλίσει κουνώντας αρνητικά το κεφάλι του.

-Τι; ρώτησε θυμωμένα ο Σπύρος φέρνοντάς του πίσω το κεφάλι τραβώντας τον από τα μαλλιά.

-Δε… δε μπορώ, αλήθεια, δε… δε μπορώ, κλαψούρισε ικετευτικά.

- Θα μπορέσεις και θα πεις κι ένα τραγούδι.

- Σπύρο, …με ξέρεις…, ότι θες, όχι αυτό, δε…, δε μπορώ, αποκλείεται.

Ένα δυνατό σκαμπίλι τον ξάπλωσε χάμω κι ο Σπύρος του έβγαλε τη βαριά παλιομοδίτικη buffalo σαγιονάρα του.

-Τι δε μπορείς ρε μαλακισμένο, φώναζε λυσσασμένα, τι πα να πει δε μπορείς; Θα με κάνεις ρεζίλι; Στους φίλους μου;

Άφριζε, αγνώριστος, σκληρός, σαν τη σκληρή παντόφλα που τον βάραγε με δύναμη παντού, του κοκκίνιζε και του μελάνιαζε τα μπούτια, τους γλουτούς, που του τσάκιζε και τα χέρια και τους καρπούς και τα δάχτυλα που πήγαινε να προστατεύει το σώμα του απ’ τα χτυπήματα.

- Θα με ντροπιάσεις βρωμόπουστα; θα με ντροπιάσεις γαμώ το κέρατο σου; θα σε λιανίσω, ρε, θα σε λιανίσω!

Κι αφού του κατάφερε μια δυνατή σφαλιάρα με τη παντόφλα στο σβέρκο, μ’ ένα δυνατό σπρώξιμο με το πόδι του στα πλευρά του τον έστειλε στο τζάκι, δυό μέτρα μακρύτερα.

-Θα μπορέσει και θα πει κι ένα τραγούδι, μούγκρισε ο Μιχάλης.

-Φυσικά και θα μπορέσει, λαχάνιασε ο Σπύρος, αυτό μας έλειπε.

- ΦΥΣΙΚΑ ΚΑΙ ΘΑ ΜΠΟΡΕΣΕΙ, ούρλιαξε προς το μέρος του παιδιού. Που θα πει όχι σε πούτσα, και μάλιστα στη ψωλάρα του φίλου μου.

-Μια χαρά του φέρεσαι, άκουσε το γιατρό, μια χαρά! Σούζα τον έχεις πάντα;

Γύρισε προς το Νίκο που ζαλισμένος απ’ τη παντοφλιά στο κεφάλι έκλαιγε πια κανονικά, με λυγμούς, κι απ’ το πόνο κι απ’ την αγωνία.

- Φυσικά τη βρωμόπουστα, σούζα, προσοχή, πρώτη φορά μου κάνει κόνξες.

- Λιάνισμα θέλει!

- Λιάνισμα θελει το γαμώσκυλο, που θα μας κάνει και νάζια, είπε κάνοντας γύρους στο μεγάλο δωμάτιο με τα χέρια στη μέση, πραγματικά θυμωμένος.

- Σπύρο…, ψέλλισε το παιδί.

- Φέρε το χταπόδι απ’ το αμάξι μου ρε Κώστα, ξεφύσηξε λαχανιασμένα ο Σπύρος προς το μέρος του γιατρού, θα τον δέσουμε στη πολυθρόνα.

"χριστέ μου"

- Κι αν δεν κωλοχωνέψεις τη ψωλάρα του φίλου μου, έτσι όπως θα σε δέσω θα σ’ ανοίξω τη τρύπα με κουζινομάχαιρο βρωμοπούτανο!



Κι ο Νίκος ένιωθε πια πραγματικό τρόμο.















Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

ΜΕ ΤΟΝ ΣΑΚΗ ΣΤΑ VILLAGE ΤΟΥ ΡΕΝΤΗ, 07 05 2007




 


Διαβάζοντας τον τρόμο και τη ντροπή στα μάτια του, του το επανέλαβα συλλαβιστά.

- Σκύ-ψε και πά-ρε μου μια-πί-πα!

Κι επειδή προς στιγμήν δίστασε πάλι, τον έπιασα απ’ το σβέρκο, τον έκανα να γονατίσει, του βάρεσα ένα χαστούκι, ελαφρύ, μην ακουστούμε, και του έχωσα το σκληρό μου όργανο στο στόμα.


Με τον Σάκη ήμασταν μαζί κάπου 4 μήνες. Είχε μάθει σχεδόν όλα μου τα γούστα. Είχε πια αποστηθίσει τους κανόνες που του είχα στείλει με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στην αρχή της γνωριμίας μας – μάλιστα τότε δεν μου έκρυψε πως είχε αυνανιστεί διαβάζοντάς τους - όποτε ερχόταν σπίτι μου ας πούμε, ακόμα και για ολιγόλεπτες επισκέψεις, πριν από μια έξοδο όπως σήμερα, έπρεπε να γδυθεί τελείως και να πέσει στα τέσσερα στη μέση του σαλονιού. Αυτός ήταν ένας απαράβατος όρος, μερικές φορές τον δυσκόλευε – ειδικά το χειμώνα αν ήταν μετά από λίγο να πάμε κάπου – αλλά αφού έτσι το ήθελα εγώ δεν σήκωνε συζήτηση. Πολλές φορές το θέαμα με καύλωνε πολύ, αλλά το μόνο που συνήθως έκανα ήταν να ελέγξω εξευτελιστικά την εσωτερική του καθαριότητα με ένα -δύο δάχτυλα ή και να του ρίξω 2-3 δυνατές βιτσιές στους γλουτούς, έτσι, για το «γεια σου», να ακούσω λίγο βογγητό, και τη συνήθη απάντηση αν ήταν να ξαναντυθεί σε μερικά λεπτά «με τσούζει Μάριέ μου».


Για κείνο το βράδυ είχα ήδη κλείσει διαδικτυακά 3 εισιτήρια για το "Spider Man 3" και θα πηγαίναμε στο Village Park του Ρέντη. Ένιωθα τόσο πλήρης κι ανάλαφρος εκείνη τη μέρα, είχα όρεξη για ταινία ποπ κορν.


Μπαίνοντας στον πολυκινηματογράφο, λίγο πριν από τη ταινία μου ζήτησε να πάει τουαλέτα και τον ακολούθησα κι εγώ.

Ήταν Δευτέρα βράδυ, δεν είχε πολύ κόσμο στις τουαλέτες.

Για κάποιο λόγο με του ο Σάκης έκλεισε τη πόρτα της τουαλέτας πίσω του, τον θυμήθηκα να είναι στα τέσσερα λίγο πριν σπίτι μου, θυμήθηκα και τα σημάδια που σχηματίστηκαν από τις βιτσιές στους τρυφερούς γλουτούς του και ερεθίστηκα.

Ερεθίστηκα τόσο που δε γινόταν να κατουρήσω στα ανοιχτά ουρητήρια και σε μια στιγμιαία έμπνευση, έριξα μια ματιά γύρω μου, άνοιξα τη πόρτα που είχε κλείσει ο Σάκης και τρύπωσα μέσα.

Έκπληκτος, γύρισε κ με κοίταξε

- Μάριέ μου, τι κάνεις; Θα μας δουν.

- Στ’ αρχίδια μου. Κατούρησες;

- Όχι ακόμα.

Στάθηκα πίσω του, του ξεκούμπωσα το παντελόνι και του το κατέβασα μαζί με το σλιπάκι μέχρι τη μέση από τα μπούτια.

- Μάριέ μου.

-Βούλωστο, κατούρα.

Και έπιασα του χαϊδεύω τους γλουτούς, με την άκρη από τα δάχτυλα μου, στις κόκκινες γραμμές που είχε σχηματίσει η βίτσα πάνω τους.

- Μα…, μα δε μπορώ, έτσι.

- Κατούρα είπα.

- Δε μπορώ, και γύρισε και μου’ δειξε το λόγο.

Η αγάπη μου είχε καυλώσει, το όμορφό του πέος ήταν κατάσκληρο και αδύνατο να ξαλαφρώσει.

- Σκύψε κα πάρε μου μια πίπα.

- Αστειεύεσαι! Εδώ;

Διαβάζοντας τον τρόμο και τη ντροπή στα μάτια του, του το επανέλαβα συλλαβιστά.

- Σκύ-ψε, και πά-ρε μου μια πί-πα! είπα.

Κι επειδή προς στιγμήν δίστασε πάλι, τον έπιασα απ’ το σβέρκο, τον έκανα να γονατίσει, του βάρεσα ένα χαστούκι, ελαφρύ, μην ακουστούμε και του έχωσα το σκληρό μου όργανο στο στόμα.

- Θα με κάνεις να χύσω κ μετά θα βγούμε από δω μέσα.

Καθόλου δύσκολο, η όλη φάση με είχε ερεθίσει τρελά, μακάρι να είχαμε τη ευκαιρία για ακόμη περισσότερα εκεί μέσα. Γιατί όχι; Ίσως άλλη φορά.

Υπάκουα και τρακαρισμένος σε σημείο να του μισοπέσει η στύση, ακολούθησε τον ρυθμό που του έδινα με τα χέρια μου έτσι όπως του κρατούσα το κεφάλι.

- Άλλος, φώναξα σ’ ένα χτύπημα της πόρτας και με την σκέψη του τι κάναμε ερήμην τόσων άλλων που ίσως κρατούσαν τα πεσμένα τους πέη στο χέρι και ξαλάφρωναν, κάποιων που ίσως να κοιτάζονταν κρυφά αναμεταξύ τους, ή τίναζαν τις τελευταίες μυρωδάτες σταγόνες στις πεντακάθαρες λεκάνες, τακτοποιόντουσαν και κουμπωνόντουσαν μερικά μέτρα δίπλα μας, άδειασα μπόλικο σπέρμα στο φιλόξενο στόμα του Σάκη μου κι αμέσως μετά άδειασα τη κύστη μου στη λεκάνη χαϊδεύοντάς του τον ένα γλουτό βάζοντάς του κωλοδάχτυλο.

- Καλό μου πουστράκι, του ψιθύρισα καθώς τακτοποιούσα το πέος μου στα ρούχα μου. Είδες; Ούτε γάτα ούτε ζημιά, εδώ μέσα είναι οι φόβοι μας και οι ντροπές και όλα, του είπα χτυπώντας ελαφρά το κούτελό του με τον δείκτη μου. Άντε, κατούρα, χρονίσαμε εδώ μέσα.

Καθισμένος αναπαυτικά στη σκοτεινή αίθουσα λίγο αργότερα, με το χέρι μου κάτω απ’ το μπούτι του, αγαπημένη μου στάση στο σινεμά ή στο αυτοκίνητο όταν οδηγούσε εκείνος, καθώς έπαιζε προσεχώς και διαφημίσεις, βυθίστηκα στις σκέψεις μου.

Δε κρατήθηκα να μη μακαρίσω τον εαυτό μου για άλλη μια φορά για το αγόρι που είχα δίπλα μου, πόσο πολύ ταίριαζαν οι χημείες μας, πόσα πολλά είχαμε μάθει ο ένας από τον άλλον. Εκείνος να υποφέρει για να ικανοποιηθούμε κι οι δυό, κι εγώ έναν καινούργιο δρόμο ηδονής χωρίς επιστροφή.




Ήμασταν σ’ ένα σχεδόν άδειο, πολύ λιτό δωμάτιο, μόνο με ένα στενόμακρο τραπέζι στη μέση του με δυο καρέκλες, μία από κάθε πλευρά. άπλετα φωτισμένο με ανελέητο νέον, κάτι σαν τους χώρους που αποσύρουν κάποιον ύποπτο για λαθραία στα αεροδρόμια.

- Συγνώμη, αλλά πρέπει να προβούμε σε μηνύσεις, είπε σοβαρά ένας από δύο σεκιουριτάδες.

Ο Σάκης ήδη τρομοκρατημένος από τη στιγμή που ήρθαν και μας βρήκαν και μας πήραν απ' την αίθουσα, τώρα είχε ασπρίσει σαν το πανί.

- Ο λόγος; ρώτησα ψύχραιμα.

- Προσβολή της δημοσίας αιδούς. Σ’ όλους τους χώρους του κινηματογράφου υπάρχουν κάμερες ασφαλείας.

- Μας είδατε; ρώτησε τρέμοντας ο Σάκης.

- Τα πάντα, είπε ο άλλος, με κάθε λεπτομέρεια.

Ο Σάκης κάθισε σε μια καρέκλα κι έκρυψε το πρόσωπό του στα χέρια του.

- Δε μπορείτε να κάνετε ότι θέλετε έξω από το σπίτι σας, ακόμα και πίσω από μια κλειστή πόρτα τουαλέτας, ελπίζω να καταλαβαίνετε.

Όμως κάπου κι εγώ καταλάβαινα το λόγο που αντί να έχουν ειδοποιήσει την αστυνομία, μας είχαν φέρει σ’ αυτόν τον χώρο, δύο πατώματα κάτω από το έδαφος, δίπλα στο τεράστιο πάρκινγκ, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα.

Ποτέ κανένας στρέιτ είπε όχι σε μιά πίπα.

- Μπορούμε μήπως να κάνουμε κάτι για να μη φτάσουμε ως εκεί; ρώτησα με νόημα.

Ήταν γεγονός πως και οι δύο ήταν κάτι παραπάνω από ελκυστικοί. Ψηλοί, σωματώδεις, ο ένας με πολύ όμορφο πρόσωπο, ο άλλος απλά εμφανίσιμος ίσως έλεγε κάποιος, γύρω στα 25 με 30, και μόνο οι σκούρες μπλε στολές που φορούσαν τους έκαναν πολύ γοητευτικούς.

- Εσείς δε νομίζω, ο κύριος ίσως, είπε ο ένας κοιτάζοντας τον Σάκη.

Ο "κύριος" της παρέας με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.

- Προτιμάς να φτάσει κάτι στ' αυτιά των γονιών σου και της αδερφής σου; του είπα.

- Ναι, είμαι σίγουρος ότι ο …κύριος μπορεί να μας φανεί χρήσιμος, συνέχισε μ’ ένα αδιόρατο ειρωνικό τόνο ο ίδιος.

- Ο πούστης μου είναι πρόθυμος να κάνει ότι του ζητήσετε, είπα αποφασιστικά. Μπορείτε να τον λέτε απλά πούστη ή όπως αλλιώς εσείς θέλετε.

Οι κόρες στους βολβούς των ματιών του Σάκη είχαν διασταλεί απίστευτα πια.

- Γονάτισε μπροστά στους κυρίους και τσιμουδιά!

Και σαν σκηνή από κοινή γκέι τσόντα, αλλά τόσο απίθανη για να είναι πραγματικότητα, ο Σάκης γονάτισε μπροστά στους καβάλους των μπλε στολών.


Πάντα είμαι «μονοφαγάς» όσον αφορά τους συντρόφους μου, όπως και στις περισσότερες εκδηλώσεις της ζωής μου, δεν μου αρέσει να μοιράζομαι, πόσο μάλλον όταν το μοίρασμα αφορά κάτι τόσο προσωπικό όπως τον άνθρωπο που λατρεύω το χώμα που πατάει. Δεν συμφώνησα ποτέ με τη συνήθεια των «μάστερς» που «δανείζουν» τους σκλάβους τους, είτε μπροστά τους για παιχνίδι με τρίτους, είτε όταν τους στέλνουν για επισκέψεις με «οδηγίες», μόνο και μόνο για να τους ξεφτιλίσουν κατά τη γνώμη τους ακόμα περισσότερο. Δε θα μπορούσα ποτέ να αφήσω το αγόρι μου να κάνει πράγματα με άλλον που δεν θα μπορώ να δω, ούτε και μπροστά μου κάποιος άλλος να χρησιμοποιεί το σώμα του, να το αγγίζει, να το λερώνει.

(Εκτός βέβαια που είναι επικίνδυνο αν τον στείλεις κάπου να του αρέσει και να μείνει εκεί, όπως συνέβη σε μένα και σ’ ένα παιδί που μου σύστησε κάποια γνωριμία του δικτύου. Ο άλλος δεν τον ξαναείδε ποτέ, ενώ εγώ τον βλέπω ακόμα σποραδικά, μετά από 4 συναπτά έτη!)

Όλως παραδόξως όμως αυτή τη στιγμή τη χαιρόμουν όσο τίποτα. Ίσως γιατί είχαμε «μπλέξει» κατά κάποιο τρόπο και ήταν ένας εύκολος τρόπος να ξεμπερδέψουμε αναίμακτα, ίσως γιατί έβλεπα πραγματικό φόβο στα μάτια του Σάκη, ίσως όμως γιατί ήθελα να πειραματιστώ περισσότερο με κάποιον που ήδη είχε περάσει πάρα πολλά στα χέρια μου.



Τα φερμουάρ των στολών κατέβηκαν, και δυό ωραία μισοερεθισμένα όργανα έκαναν την εμφάνισή τους. Χαϊδεύοντας το ένα και γλύφοντας ή μπουκώνοντας το άλλο και εναλλάξ, τα όργανα σκλήρυναν και μεγάλωσαν, σαν δύο όρθια μεγάλα παλούκια σφηνωμένα λίγο πιο χαμηλά από τις αγκράφες.

Ένα πράγμα που έχω πει δυο – τρεις φορές σε άλλες ιστορίες μου με τον Σάκη είναι το ότι δεν του άρεσε καθόλου η απότομη διείσδυση, πονούσε και δυσανασχετούσε τόσο που δεν μπορούσα να την ευχαριστηθώ, στο διάστημα των οχτώ μηνών που ήμασταν μαζί, μόνο δύο φορές είχα μπει μέσα του έτσι, κι αυτό για να τον τιμωρήσω, κι ο πόνος που καταλάβαινα ότι ένιωθε, τον τιμωρούσε πραγματικά.

- Κύριοι, αν θέλετε, μπορείτε και του γαμήσετε τα πρέκια. Ο κώλος του πούστη μου είναι ολοκάθαρος σαν μουνάκι και του αρέσει να γαμιέται όσο πιο βίαια και ασάλιωτα γίνεται, ειδικά με τόσο ωραίες και μεγάλες ψωλές σαν τις δικές σας.

Ο Σάκης με κοίταξε ικετευτικά, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι έλεγα εγώ αυτά μπροστά σε τρίτους.

- Βούλωστο και κάνε το κέφι των κυρίων, αλλιώς σ’ αφήνω μόνο σου, ειδοποιούνε την αστυνομία και σε γυρίζει αυτή σπίτι σου!

Γύρισα στους απορημένους φρουρούς.

- Τι λέτε;

- Φυσικά, αν είναι έτσι, μπορούν όλα να ξεχαστούν.

Πλησίασα, έπιασα τον αποσβολωμένο Σάκη απ’ τις μασχάλες και τον σήκωσα όρθιο, μπροστά από το τραπέζι.

Έτσι όπως τον γύρισα και τον έσπρωξα πάνω του, το έπιπλο δε μετακινήθηκε χιλιοστό από τη θέση του.

«Τέλεια» σκέφτηκα, «είναι βιδωμένο στο πάτωμα»

Με μια γρήγορη κίνηση τού ξεκούμπωσα το παντελόνι, μαζί με το cavalli σλιπάκι του τα κατέβασα μέχρι τους αστραγάλους, και φανέρωσα στα ξαναμμένα αγόρια το αντικείμενο της καύλας τους, τους ελαφρά τριχωτούς, δυνατούς, αντρικούς γλουτούς και τη σχισμάδα του Σάκη που δεν έβγαλε άχνα και τον έσκυψα πάνω στο τραπέζι.

- Σε καυλώσανε οι πούτσες καργιόλη; του είπα βλέποντας το μισοερεθισμένο του πέος. Θα μου το πληρώσεις πολύ ακριβά αυτό, το γαμήσι που θα φας εδώ δεν είναι τίποτα, σπίτι θα σε λιανίσω!

Γύρισα στο ένα από τα παιδιά.

- Μου επιτρέπετε; του είπα ζητώντας με την ανοιχτή μου παλάμη το μικρό καουτσουκένιο γκλομπ που ήταν δεμένο στη ζώνη του.

- Ελεύθερα, απάντησε δίνοντας το.

Τραβώντας το ένα του κωλομάγουλο, έφτυσα στη σχισμάδα του κι εφάρμοσα την άκρη του μαύρου στειλιαριού στη στενή, ανυπεράσπιστη τρύπα.

- Μάριέ μου…

- Τσιμουδιά γαμώπουστα, το καλό που σου θέλω να’ ναι τζάμι το κωλάντερό σου.

Κι όσο απότομα έχωσα αρκετά το εργαλείο μέσα του, όσο δυνατά το οχτάριασα τεντώνοντας τις λάχνες του εντέρου του, άλλο τόσο βίαια το έβγαλα και το’ δειξα στους φύλακες περήφανα, κι άλλο τόσο ο κάθιδρος Σάκης παρέμεινε βουβός, βαριανασαίνοντας, τρέμοντας από το πόνο.

- Σας είπα, ο πούστης μου είναι ολοκάθαρος. Δικός σας, μ’ άκουσε να λέω με τρόμο το παιδί, κι έκλεισε σφιχτά τα βλέφαρά του.

Πισωπάτησα και κάθισα σε μια από τις καρέκλες απολαμβάνοντας το θέαμα. Με κάποια ζήλεια, αλλά και με την απαράμιλλη καύλα του ματάκια που κουβαλούσα από παιδί, παρακολουθούσα το πρώτο αγόρι, να φτύνει καλά τη λατρευτή σχισμάδα και να απελευθερώνει τα κωλομπαρίστικα ένστικτά του στο αντικείμενο της λατρείας μου. Αν και θα προτιμούσα να περιφέρομαι και να χαζεύω από κάθε πιθανή γωνία, από πίσω να βλέπω τους γλουτούς του να σφίγγονται σε κάθε σπρώξιμο, από κάτω απ το τραπέζι να χαζεύω τους γεμάτους όρχεις του να χτυπάνε με φόρα στο περίνεο του πούστη του, σαν λάτρης του ημίγυμνου, ίσως και για κάποια σοβαροφάνεια, κάθισα ακριβώς μπροστά από τον Σάκη, σε απόσταση αναπνοής από το σημείο που οι παλάμες του είχαν γαντζωθεί σφιχτά στην άλλη πλευρά του τραπεζιού κρατώντας αντίσταση στην εντατική διακόρευση. Δεν μπορούσα να δω ίχνος γυμνού, εκτός ίσως λίγη από τη πλάτη του αγοριού μου, πού που και που ο γαμιάς του τού σήκωνε λίγο περισσότερο τη μπλούζα για να δει περισσότερη σάρκα, και τα μπούτια του Σάκη μου κάτω από το τραπέζι που τρανταζόντουσαν με κάθε εμβολισμό.

Όταν ο πρώτος ένστολος τέλειωσε με σπασμούς εντονότερους από τη δύναμη με τη οποία τόση ώρα γαμούσε, το γεμάτο από σπέρμα έντερο του Σάκη δέχτηκε σχεδόν αμέσως και τον δεύτερο που όση ώρα περίμενε τον φίλο του, έπαιζε μαλακία νευρικά και ανυπόμονα. Ίσως και γι αυτό και για μεγάλη ανακούφιση του Σάκη, γαμώντας τον άτσαλα και νευρικά, τελείωσε σχεδόν αμέσως, αφήνοντάς τον να πάρει κανονικές ανάσες.

Αυτό που μου έκανε εντύπωση βλέποντας μια λιλιπούτεια λίμνη από υπόλευκο σπέρμα κάτω απ’ το τραπέζι, ήταν που σε κάποια στιγμή βογγητών του Σάκη, δε κατάλαβα ότι είχε χύσει κι εκείνος χωρίς καν να αγγιχτεί.

- Μπορείς να καθαρίσεις τους κυρίους τώρα, του είπα, ξέρεις εσύ.

Και χωρίς να το ξαναπώ, αφού έτσι κι αλλιώς τα πράγματα έφτασαν μέχρι εκεί, ο Σάκης γονάτισε και τσιμπούκωσε τον δεύτερό του γαμιά για να τον καθαρίσει από το σπέρμα και τα υγρά του πρωκτού του. Όταν γύρισε και στον πρώτο που είχε ήδη ταχτοποιήσει το όργανο του στο παντελόνι του, τον απώθησε με το χέρι του.

- Είμαστε εντάξει, μπορείτε να πηγαίνετε, είπε προς το μέρος μου.

Τον θεωρούσαν τόσο ασήμαντο που ούτε καν του απηύθυναν το λόγο, μιλούσαν μόνο σε μένα, τον «άντρα», τον «γαμιά» του «πούστη»…



Τη στιγμή που ετοιμαζόμουν να πω στο Σάκη να καθαρίσει το σπέρμα του από το πάτωμα κάτω από το τραπέζι με τη γλώσσα του, έτσι, μια τελευταία ξεφτίλα της στιγμής, άρχισε η ταινία και βγήκα από τις σκέψεις μου.

- Μάριέ μου; Να' ρθουμε και την άλλη βδομάδα να δούμε και το "Perfect Stranger" που έδειξε πριν; Παίζει η Halle Berry που μ' αρέσει, ρώτησε τρυφερά ο έρωτάς μου, τροφή για τόσες και τόσες φαντασιώσεις και άλλες τόσες πραγματικότητες.

Γύρισα και τον κοίταξα επιτηδευμένα υποτιμητικά, ενοχλημένος.

- Κράτα και καμιά τσίχλα μαζί σου, η ανάσα σου βρωμάει ψωλόχυμα σαν καμιάς πουτάνας.



«Σ’ αγαπώ» είπα από μέσα μου για εκατομμυριοστή φορά, αλλά δεν το άκουσε ποτέ.


security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY