Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

suit and tie






Μισάνοιξα τα μάτια μου, ενοχλημένος από την επαναλαμβανόμενη μελωδία του ξυπνητηριού του κινητού μου. Γύρισα πλάι και με μισόκλειστα μάτια έψαξα το sonyericsson μου και το’ κανα να το βουλώσει.

Δίπλα μου αναδεύτηκε ο Αργύρης. Η μυρωδιές του ύπνου μας αναδύθηκαν κάτω απ’ το πουπουλένιο πάπλωμα. Δεν μπορούσα να μη σκεφτώ εκείνη τη στιγμή πόσο τυχερός ένιωθα κάθε φορά που ξυπνούσα μ’ ένα όμορφο αγόρι στο κρεβάτι μου.

Ένα αγόρι που μου είχε κάνει όλα τα γούστα και που θα επρόκειτο να μου κάνει κι άλλα, κι ότι του ζητούσα.

Είχε κοιμηθεί σπίτι μου για πρώτη φορά. Γνωριμία κι αυτός του chat του gay.com, στη πρώτη μας συνάντηση μια βδομάδα πριν, με είχε αποζημιώσει τότε πλήρως σε ότι ζητούσα. Μικροκαμωμένος (το καλύτερο μου για αφεντοσκλαβοπαιχνίδια), ατριχούλης και λεπτός, υπάκουος και μαζοχάκος, 25 ετών.

- Τι ώρα είναι;

- Ώρα για πρωινό πουστράκι, απάντησα και τον ξεσκέπασα, θαυμάζοντας το γυμνό του κορμάκι όπως ήταν γυρισμένο στα πλάγια, πλάτη προς εμένα.

Ακολούθησα με την άκρη του νυχιού μου κάνοντας τον να ανατριχιάσει σύγκορμος όλη τη καμπύλη του κορμιού, από το λαιμό μέχρι τη κούρμπα των γλουτών, απαλός, φυσικά άτριχος, σφιχτός, ανατριχιασμένος, ερεθιστικός.

Μάλαξα λίγο τον ένα του γλουτό κι έχωσα τη παλάμη μου στη ζεστασιά ανάμεσά τους. Ένιωσα το περίνεό του σκληρό.

Αναδεύτηκε ερεθισμένος και μου τους έτεινε ελαφρά.

- Πρέπει να πάω δουλειά, γουργούρισε.

Δούλευε σε ένα υποκατάστημα μιας μεγάλης τράπεζας κοντά στο σπίτι μου, γιαπάκι κανονικό, γι αυτό και σκέφτηκε να με ρωτήσει μήπως μπορούσε να κοιμηθεί εδώ. Γιατί όχι; Στο κάτω κάτω το πρωινό σεξ ήταν, είναι και πιστεύω πως θα είναι για πολύ ακόμα απ’ τα καλύτερά μου. Το προηγούμενο βράδυ δεν είχαμε κάνει πολλά πράγματα, είχαμε συναντηθεί κάτω από το σπίτι μου μετά τη δουλειά μου, έτσι όπως ήμουν κουρασμένος μού ξεκούρασε το σώμα με τη γλώσσα του και μ’ ένα καλό μασάζ κι έχοντας πιεί κι ένα σκέτο ουίσκι καθώς με περιποιόταν, κοιμήθηκα σχεδόν αμέσως, ούτε που κατάλαβα πότε έπεσε εκείνος στο κρεβάτι.

Ο ήλιος έμπαινε από τις γρίλιες του παντζουριού της κρεβατοκάμαρας, ακόμα δεν είχα ξυπνήσει καλά καλά, μ’ άρεσε όλη αυτή η φάση να γίνεται μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ειδικά αν κι άλλος ήταν σ’ αυτή τη κατάσταση.

- Έχουμε ώρα, μουρμούρισα κι έχωσα μέσα του τον αντίχειρά μου νιώθοντας τη ζέστη απ' το έντερό του.

- Πάρτον στο στόμα σου, συνέχισα και του έσπρωξα το κεφάλι στη λεκάνη μου.

Η πρωινή κατουρόκαυλα με είχε κάνει «τούρμπο», ήμουν κατάσκληρος, σχεδόν πρησμένος από τον ερεθισμό. Πειθήνια, με κατάπιε σχεδόν ολόκληρο, ένιωσα τη βάση του λαιμού του να μου πνίγει τη βάλανο. Με το ένα μου χέρι κατεύθυνα το κεφάλι του ρυθμίζοντας τη ταχύτητα του με αργές κινήσεις, χωρίς να ακουμπήσει ούτε κατά διάνοια κανένα δοντάκι του, το μόνο που ένιωθα ήταν ζέστη, τα χείλια του, το εσωτερικό από τα μάγουλά του, την επιγλωττίδα του να με γαργαλάει, ζέστη, ηδονή, καύλα, και με το άλλο μου μισάνοιγα το άνοιγμά του κάνοντας τον που και που να αναστενάζει…

- Έλα μωρό, φάε το πρωινό σου να χορτάσεις, να δεις με τι κέφι θα πας στη δουλειά σου.

Έφερα τον αντίχειρά μου στη μύτη μου. Ολοκάθαρος! Μ΄ αυτή τη χαρακτηριστική μυρωδιά από καθαριότητα, βλεννογόνο και βραδινό ιδρώτα κάτω από το πάπλωμα, νέος σπασμός ερεθισμού.

- Σήκω όρθιος από πάνω μου να δω το κώλο σου!

Υπάκουα, έβγαλε το πράμα μου απ' το στόμα του, ξεσκεπάστηκε τελείως και σηκώθηκε. Στάθηκε πάνω απ’ το κεφάλι μου μ' ανοιχτά τα πόδια, προσφέροντας μου αυτή την ανεπανάληπτη θέα από τα μικροκαμωμένα, καλοσχηματισμένα πόδια του που κατέληγαν σε δύο σφιχτούς, ολοστρόγγυλους γλουτούς με τη γλύκα ανάμεσά τους, που μύρισα μερικά δευτερόλεπτα πριν.

Ήθελα να τη φάω αυτή τη γλύκα όμως, το δικό μου πρωινό.

- Κάτσε πάνω μου!

Και προσφέροντάς μου ένα ανεπανάληπτο πάλι θέαμα, ξέροντας καλά πόσο θα μου άρεσε αυτό να το κάνει αργά, λύγισε τα γόνατά του κι έφερε τη σχισμάδα του προσεκτικά μερικά εκατοστά απ’ το πρόσωπό μου.

Ξαπλωμένος κάπως πλάγια, μπορούσα να τον παρακολουθήσω στο καθρέφτη απέναντι απ' το κρεβάτι μου με κλειστά μάτια, να απολαμβάνει την ανάσα μου στη τρυπούλα του, και την άκρη της γλώσσας μου στις ελάχιστες τριχίτσες που στεφάνωναν την είσοδο του πρωκτού του, ενώ μπροστά στο πρόσωπό μου είχα την ορθάνοιχτή του χαράδρα και την τελείως λυγισμένη μέση του.

Του έσπρωξα πάλι το κεφάλι στη λεκάνη μου.

- Συνέχισε το τσιμπούκι σου μωρό…

Κι όπως με τα δάχτυλά μου του άνοιγα απαλά τη τρυπούλα να γευτώ την αρχή του εντέρου του, όλο και έβγαζε το όργανό μου από το στόμα του για να πάρει βαθιές ανάσες από την ηδονή που ένοιωθε. Και με κατάπινε πάλι, κι όλο χωνόμουνα και πιο βαθειά στο μυρωδάτο χάος του, τρελαίνοντάς τον με τη γλώσσα μου και τρελαίνοντας με μέ τη σειρά του με τη δική του. Τσιμπούσα ελαφρά τα χειλάκια της τρυπούλας του με τα δάχτυλά μου κι έτσι όπως άφηνε τον εαυτό του τελείως ελεύθερο, τα τραβούσα και άνοιγε κι έχωνα τη γλώσσα μου και τα δάχτυλά μου κι άνοιγε ακόμα περισσότερο και γαμούσα τη τρύπα με τη γλώσσα.



Λίγο μετά δεν είχα τελειώσει εγώ ακόμα. Καθισμένος στη κλειστή λεκάνη της τουαλέτας, έπινα τον καφέ μου και τον χάζευα μέσα από τη διάφανη τζαμιέρα να κάνει το πρωινό του ντους. Δε με είχε πάρει είδηση. Σαπουνάδες κυλούσαν από τους ώμους του, διέσχιζαν τη γραμμή της πλάτης και της μέσης, και κατέληγαν στους κλειστούς γλουτούς, η χαρά του ματάκια. Ειδικά όταν με το σφουγγάρι σαπουνίστηκε ψηλά, ανάμεσα στα πόδια, σκύβοντας ελαφρά και βάζοντας σαπουνισμένα κωλοδάχτυλα να πλυθεί καλά, με το ζόρι κρατιόμουν να μην ανοίξω τη ντουζιέρα και τον πάρω στα όρθια.





Όταν βγήκε απ’ το μπάνιο, με βρήκε στον καναπέ, να συνεχίζω τον καφέ μου και να κάνω το δεύτερο τσιγάρο της μέρας. Καθώς σκουπιζόταν, έσκυψε, ήπιε μια τζούρα απ' τον καφέ που του' χα ετοιμάσει και μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί.

- Πάω να ντυθώ, ε; μην αργήσω…

Δεν θα αργούσε, είχα βάλει το ξυπνητήρι στο κινητό μου ένα τέταρτο νωρίτερα.

Έσβησα το τσιγάρο μου και τρίβοντας απαλά την ήδη ερεθισμένη βάλανό μου, πήγα στη κρεβατοκάμαρα.

- Δεν θ’ αργήσεις, είχα βάλει το ξυπνητήρι στο κινητό μου ένα τέταρτο νωρίτερα.

Απορημένος, έριξε μια ματιά στο ακριβό του ρολόι.

- Α! Γιατί; χαμογέλασε.

- Έτσι! Ξάπλωσε μπρούμυτα.

Υπάκουα, έκανε του είπα, γονάτισε στο κρεβάτι, και φτιάχνοντας με το χέρι του και τη δική του, αυτόματη σχεδόν, 25χρονη στύση, ξάπλωσε τελείως μπρούμυτα, έτοιμος, παραδομένος, χαλαρός, με το κεφάλι γυρισμένο πλάγια πάνω σ’ ένα απ’ τα μαξιλάρια, περιμένοντας…

Έβαλα ένα προφυλακτικό, γονάτισα από πάνω του, άνοιξα τους γλουτούς του διάπλατα, έφτυσα γεμάτα, λύγισα λίγο το σώμα μου και με τη μία βυθίστηκα αργά στην υγρή ζέστη. Μαθημένος εκείνος στον παθητικό έρωτα, άφησε τον εαυτό του τελείως χαλαρό όπως πριν που τον έγλειφα και απόλαυσε κάθε εκατοστό του οργάνου μου, αργά, ηδονικά.

Δε χρειάστηκε να κουνηθώ και πολλή ώρα, τελείωσα με δυνατούς σπασμούς λίγα λεπτά αργότερα, γεμίζοντας το προφυλακτικό.



Όταν τον είδα έτοιμο, ντυμένο, με το κοστούμι και τη γραβάτα που είχε φέρει μαζί του, ξαφνιάστηκα. Το ακριβό γκρι κοστούμι τού πήγαινε τέλεια, η γραβάτα ήταν άψογα δεμένη και το πουκάμισο καλοσιδερωμένο. Ήταν σαν παιδί που τον έντυσαν να πάει σε μια γιορτή, τόσο παράταιρο μου φάνηκε μετά από τα τζιν και τα μπλουζάκια που τον είχα συνηθίσει. Μου ξύπνησε όμως κι άλλα ένστικτα.

- Πρέπει να τη κάνω σιγά σιγά, ε; Σόρι.

- Έχουμε λίγη ώρα ακόμα. Φέρε τη βίτσα από μέσα.

Απόρησε.

- Μάριέ μου, μόλις έκανα μπάνιο.

- Άκουσες τι είπα; φώναξα δήθεν θυμωμένα αλλά παιχνιδιάρικα. Θες να θυμώσω;

Με τον Αργύρη δεν χρειαζόταν το παιχνίδι αφέντη σκλάβου, να φωνάζω δηλαδή, ή έστω να λέω κάτι έντονα. Ακόμα και τη πρώτη φορά που είχαμε συναντηθεί, αρκούσε να του πω απλά κάτι και γινότανε αμέσως, ούτε βρισίδια ούτε τίποτα παρόμοιο.

Και μου άρεσε πολύ και αυτό.

Ξεφύσησε ελαφρά, αλλά σε λίγο μου έδινε στο χέρι τη μακριά καλαμένια βίτσα μου, από ειδικό rattan, κι έσκυβε μπροστά στο τραπέζι ακουμπώντας τις παλάμες του στη γυάλινη επιφάνεια.

- Ακούω!

- Δε, δε ξέρω, ότι θέλεις, ψιθύρισε.

- Εγώ θα’ θελα να με θυμάσαι για όλη τη μέρα, ίσως και για αύριο…

Και εντελώς απροειδοποίητα, έριξα τη πρώτη καλαμιά.

Η μόνη του αντίδραση ήταν να ανοίξει τα μάτια του και το στόμα του διάπλατα για να πάρει μια βαθειά ανάσα. Αυτό ήταν ένα άλλο που μου άρεσε στον 25χρονο Αργύρη, δεχόταν το ξύλο τελείως σιωπηλά.

Με τη βιτσιά, το παντελόνι του κουστουμιού, εφαρμοστό στους γλουτούς, έστειλε μερικά κυματάκια μέχρι τα μπατζάκια, λεπτό, καλής ποιότητας μετάξι.

Έριξα άλλες τέσσερεις με την ίδια δύναμη, καλοζυγιασμένες, ακριβώς εκεί που τελείωνε το σακάκι του.

Πήγα από πίσω του, τον ακούμπησα να καταλάβει ότι είχα ερεθιστεί πάλι και του έλυσα τη ζώνη.

- Μάριέ μου, θα αργήσω…

Χωρίς να του κατεβάσω το παντελόνι, έπιασα το καλάμι και του έριξα μια δυνατή πίσω από τα μπούτια.

- ΑΟΥ, είπε δυνατά! και γύρισε να με κοιτάξει παραπονιάρικα.

- Έφερες αντίρρηση μικρέ μου; Σου είπα πριν ότι έχουμε καιρό!

Έτριψε λίγο το σημείο που τον χτύπησα με τη μια του παλάμη και πήρε πάλι θέση.

- Εντάξει Μάριέ μου, εσύ ξέρεις.

- Ακριβώς, εγώ ξέρω! είπα δήθεν αυστηρά, πήγα πάλι από πίσω του και του κατέβασα παντελόνι και μποξεράκι μέχρι τα γόνατα. Το θέαμα ήταν τέλειο, ροδαλές οριζόντιες γραμμές είχαν κάνει την εμφάνισή τους στους κάτασπρους γλουτούς και μια πιο έντονη στη μέση ακριβώς από τα μπούτια. Επειδή τον είχα χτυπήσει πάνω από ρούχα, τα σημάδια ήταν πολύ απαλά, χωρίς τη χαρακτηριστική άσπρη κορυφή της κόκκινης λουρίδας που δείχνει ότι το δέρμα είχε ήδη ερεθιστεί.

Πήρα πάλι το καλάμι στα χέρια μου.

- Ακούω, είπα ξανά.

- Δε ξέρω αλήθεια, Μάριέ μου έχω ήδη ιδρώσει, πρέπει να είμαι φρέσκος.

- Δε πειράζει, δεν θα είσαι, είπα έντονα. ΑΚΟΥΩ!

Το παιδί δίστασε λίγο.

- Δε ξέρω, δεκαπέντε;

- Δεκαπέντε, δεκαπέντε! Μια χαρά ακούγεται!

Και σε ίσα χρονικά διαστήματα, με το γνωστό πάρε-δώσε ερωτήσεων-απαντήσεων, «τέσσερις, ευχαριστώ, άλλη μία παρακαλώ», «έντεκα, ευχαριστώ, άλλη μία παρακαλώ» που τον είχα δασκαλέψει από τη κουβέντα μας στο τσατ ακόμα, δεκαπέντε δυνατές βιτσιές με το καλάμι προσγειώθηκαν στα ολοστρόγγυλα καπούλια του Αργύρη.

Με τον ιδρώτα πια να στάζει από το μέτωπό του και τις φαβορίτες του, με τις μασχάλες ερεθιστικά νοτισμένες από καθαρό ιδρώτα πόνου, δε κουνήθηκε χιλιοστό από τη θέση του, ίσως μόλις για να τεντωθεί ελάχιστα μπροστά αν κάποια βιτσιά ήταν δυνατότερη από τη προηγούμενη ή αν έπεφτε στο ίδιο ακριβώς σημείο με κάποια άλλη, αλλά και για να ξανάρθει ακριβώς στη προηγούμενη του θέση, ούτε καν όταν ξεκούμπωσα και το δικό μου παντελόνι, φόρεσα μια καπότα και ξαναβυθίστηκα με τη μία μέσα του για τον δεύτερο οργασμό της μέρας.

- Γουστάρεις που σε γαμάει ο άντρας σου πουστράκι; τον ρωτούσα κάθε τόσο.

- Αν γουστάρω, λέει; απαντούσε λαχανιασμένα ο μικρός.

Έβλεπα το όργανό μου να μπαινοβγαίνει γρήγορα στους κατακόκκινους πια γλουτούς, τη τρύπα του να με καταπίνει και να με ξερνάει δέκατα του δευτερολέπτου μετά, και ο ερεθισμός μου ήταν αφόρητος. Με λυσσασμένα χαστούκια του κοκκίνιζα ότι δεν είχε κοκκινίσει το καλάμι μου, ειδικά στο πλάι των γλουτών που τα αισθητήρια νεύρα είναι περισσότερα, τους κρατούσα ανοιχτούς να διευρύνω το οπτικό μου πεδίο με την άτριχη τρυπούλα να βγάζει την άκρη του εντέρου και να σφιχταγκαλιάζει τη στύση μου, τους ξανάκλεινα σφιχτά να μεγαλώσω το μήκος του ερεθισμού μου κι ο Αργύρης όμορφα ακίνητος και βογκώντας ελαφρά, δεχόταν κάθε χιλιοστό του οργάνου μου.

Καθώς πλησίαζα να τελειώσω, βγήκα, πέταξα στο πάτωμα το προφυλακτικό και τον ανάγκασα να γονατίσει μπροστά μου.

- Επειδή δε πρέπει να λερωθείς, κανόνισε να μη χάσεις σταγόνα.

Καθώς τον έπαιζα, μου τράβηξε απαλά το χέρι απ’ το πολύτιμό μου παιχνίδι και το εξαφάνισε βαθειά στο στόμα του. Ούτε καν χρειάστηκε να μου τον πιάσει, αλλά με αγκάλιασε από τους γλουτούς χαμηλά, και χαϊδεύοντας με στο περίνεο και τους όρχεις, με έκανε να ελευθερώσω για δεύτερη φορά μέσα στο ίδιο πρωινό τους χυμούς μου μέσα του, από άλλη είσοδο αυτή τη φορά.





- Ποπό, σίγουρα θα σε θυμάμαι όλη μέρα, αναρωτιέμαι πως θα καθίσω στο γραφείο, είπε χαζεύοντας στο καθρέφτη του σαλονιού τον κατακόκκινο κώλο και ανεβάζοντας το εσώρουχό του. Και μόνο που με ακουμπάει το μπόξερ τσούζω, αχ τι μου έκανες, αχ τι μου έκανες, είπε χαριτωμένα.





de boro na volefto poythena, alla moy aresei marie moyδιάβασα μερικές ώρες μετά στο κινητό μου.

Του απάντησα σε ελληνική γραμματοσειρά, χαζεύοντας τη δερμάτινη βίτσα που κρεμιόταν στο φύλλο της ντουλάπας μου, ανάμεσα στα δύο μαστίγια και το ξύλινο paddle.

«και μόνο για τα greeklish, όταν σχολάσεις, σε περιμένω»

Μάλλον ήξερε τι σήμαινε αυτό, μάλλον θυμόταν απ' τους κανόνες που του είχα στείλει σε mail ότι δε μου άρεσαν τα μηνύματα στα greeklish, αλλά σίγουρα κατάλαβε ότι έψαχνα αφορμή για να τον ξαναδώ σύντομα



Οι κοκκινίλες θα γινόντουσαν μελανιές αργά το απόγευμα, έντονες, μαύρες, σαν τα συναισθήματα που με κυρίευαν και δε θα μ’ άφηναν να ησυχάσω μέχρι να μου χτυπήσει το κουδούνι.


security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY