Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

"eimai straight kai apla thelw na gamithw" 02



- Μπες σιγά σιγά, ε;

Είχα ήδη φτύσει λίγο τη παρθένα τρυπούλα και της είχα ακουμπήσει τη κορυφή του πέους μου, πανέτοιμος να νοιώσω τη ζεστασιά του άμαθου εντέρου του μικρού straight Γιώργου.

Του πάτησα τους ώμους με τη μια μου παλάμη.

- Χαμηλά τους ώμους σου μωρό, παράδωσέ μου το κώλο σου.

Απρόθυμα έκανε ότι του είπα, φανερώνοντάς μου περίνεο, σχισμάδα και γλουτούς σ’ όλο τους το μεγαλείο. Φυσικά άτριχος, με μικρά, σφιχτά και ολοστρόγγυλα καπούλια, ήταν υπέροχο θέαμα, η χαρά του κωλομπαρά.  Έκανα λίγα εκατοστά πίσω και κάπως βίαια, ίσως προετοιμάζοντάς τον για τις προθέσεις μου, έτσι όπως ήμουν γονατισμένος πίσω του, του κλώτσησα με τα γόνατά μου την εσωτερική μεριά των μπουτιών του να ανοίξει περισσότερο.

- Άνοιξε κι άλλο, θα γαμηθείς τώρα.

Ούτε κωλοδάχτυλο, ούτε τίποτα, ήθελα να τον πονέσω όσο μπορούσα περισσότερο, γιατί;

 Ξανάφτυσα το στενό άνοιγμα.

Τα σάλια μου, ερεθίζοντας τον σίγουρα, κύλησαν στα μικρά αρχίδια και σ’ όλο το μήκος του μικρού πέους και κι έσταξαν στο σεντόνι. Ο ερεθισμός του όμως σίγουρα δε θα κρατούσε για πολύ. Του χούφτωσα όλη του τη πραμάτεια και του τα τράβηξα ελαφρά τεντώνοντας κι άλλο το δέρμα της απάτητης περιοχής.

- Σιγά ρε, μουρμούρισε.

- Όσο σιγά κ να κάνω, θα πονέσεις πολύ Γιωργάκη. Πονάει το γαμήσι.

Δεν είπε τίποτα.

- Πονάει όταν τον παίρνεις απ’ τον κώλο, δεν το είχες φανταστεί; είπα. Δε ξέρεις ότι όταν δίνεις το κώλο σου για πούτσα πονάει; είπα να χοντρύνω το λεξιλόγιό μου κι όπου βγει.

- Ναι, οκ, αλλά πρόσεξε και λίγο, ε;

- Ή θα σε γαμήσω, ή δε θα σε γαμήσω, είπα έντονα παίζοντας όλα γι όλα ξέροντας ότι αν ήθελε θα μπορούσε να ντυθεί και να εξαφανιστεί, αν και ήταν κάπως αργά. Διάλεξε!

Δεν είπε τίποτα και παρέμεινε ακίνητος, περιμένοντας αυτό για το οποίο είχε έρθει.

Κι άρχισα…





Τον έπιασα γερά απ’ τα μπούτια, ακούμπησα πάλι τη σκληράδα μου στο άνοιγμα του πρωκτού του και τον κάρφωσα μ’ όλη μου τη δύναμη.

Το άμαθο αγόρι ούρλιαξε απ’ το πόνο.

Προσπάθησε να σηκωθεί στα 4 σαν να έκανε να ελευθερωθεί από το αίσθημα της βίαιης διείσδυσης που τον έσχιζε στα δύο.

Καρφωμένος σίγουρα μέσα του με τη σφιχτή τρύπα να μου πνίγει τη στύση, έπεσα πάνω του μ’ όλο μου το βάρος με τον αγκώνα μου στο σβέρκο του κι έβαλα το άλλο μου χέρι κάτω απ’ τα γόνατά του και τα γλίστρησα να ξαπλώσει τελείως μπρούμυτα.

- Ήρεμα μωρό, γαμιέσαι τώρα.

Αβοήθητο το μικροκαμωμένο νεανικό κορμί κάτω από το βάρος του σώματός μου, δεν είχε παρά να παραδοθεί στη ήττα του.

Του δάγκωσα δυνατά το λοβό του αυτιού του.

- Παραδώσου Γιωργάκη.

- Πονάει ρε συ, γαμώ το κέρατό μου, σιγά.

- Να γαμηθείς δεν ήθελες μικρό; Φάε πούτσα τώρα και βούλωστο, έφτυσα μες τ’ αυτί του.

Σώπασε κι άρχιζα να τον σκάβω με όση δύναμη είχα. Τον οχτάριαζα με μανία, ανοίγοντάς τον, νιώθοντας να τεντώνει το άνοιγμα και το έντερο του μέχρι εκεί που δεν έπαιρνε. Έτσι όπως ήμουν ξαπλωμένος πάνω του, μην αφήνοντας τον να πάρει ανάσα, σήκωνα τη μέση μου και τον κάρφωνα ξανά και ξανά, απότομα, με δύναμη, μη βγαίνοντας ούτε στιγμή από μέσα του, με το που ένιωθα τη βάση της βαλάνου μου στο άνοιγμα της τρυπούλας του, καρφωνόμουνα πάλι μέχρι τέρμα.

- Να γαμηθείς δεν ήθελες; Να νοιώσεις κι εσύ ότι κάνεις στα μουνάκια;

Μούγγριζε χωρίς να λέει τίποτα, και το πήγαινα όσο πιο μακριά γινόταν.

- Να γαμηθείς πουστράκι τότε, και να βγάλεις τον σκασμό. Φάε τη πούτσα του άντρα σου, γυναικάκι, είμαι ο άντρας σου κι είσαι το πουτανάκι μου, τρως πούτσο τώρα και σ’ αρέσει, ναι;

Δεν έλεγε τίποτα.

Έτσι όπως του μίλαγα λαχανιασμένα, του ξαναδάγκωσα το λοβό, γλύφοντας και φτύνοντας του τη βάση του λαιμού. Το μαξιλάρι είχε μουλιάσει από σάλια, αλλά και μύξες και δάκρυα.

- Μυξοκλαίς τώρα Γιωργάκη; Μετάνιωσες τη πούτσα; Κλάψε Γιωργάκη, φάε πούτσα και κλάψε.



 Αναρωτιόμουν αν είχε πλυθεί καλά κι έτσι όπως τον κάρφωνα, έπιασα τη βάση του πέους μου νιώθοντας κάτι πολύ πιο γλυτσερό από το λίγο σάλιο με το οποίο είχα βοηθήσει λίγο πριν τη διείσδυσή μου κι έφερα τα δάχτυλά μου στη μύτη μου.

Ήταν κατακόκκινα.

Αίμα!

Κατάλαβα τα δάκρυα και τα σάλια του. Τον είχα σκίσει τελείως, πρέπει να πονούσε πολύ, το κάψιμο στο πρωκτό του από τη πληγή θα έτσουζε αφόρητα. Έβαλα το χέρι μου κάτω απ’ τη κοιλιά του κι έψαξα το μικρό του πέος. Είχε βυθιστεί στην ανυπαρξία, κανένα ίχνος ερεθισμού, όσο κι αν τον είχα γλυκάνει απ’ τα φιλιά μου και τα χάδια μου, έτσι όπως μπήκα μέσα του και τον έσκιζα έχασε κάθε ίχνος επιθυμίας.

Θα μπορούσα να είχα μπει μέσα του γλυκά, αργά, ανοίγοντας τον με ένα δύο σαλιωμένα δάχτυλα, κάνοντας τον να νιώσει υπέροχα, αλλά δεν το έκανα, γιατί;

Σε άλλη περίπτωση, νιώθοντας τον να υποφέρει θα σταματούσα, το πιθανότερο θα ήταν να μου «έπεφτε» κι εμένα, αλλά εδώ έγινε ακριβώς το αντίθετο.

Το αίσθημα της τόσης επιβολής με ερέθισε ακόμα περισσότερο.

Ξενέρωσε; Χέστηκα!





Ο μικρός κάτω απ’ το σώμα μου είχε παραδοθεί τελείως στη ηθελημένη μοίρα του και στο βιασμό του, είχε χαλαρώσει κι απλά δεχόταν τη διακόρευσή του αδιαμαρτύρητα, σφίγγοντας τα δόντια, αλλάζοντας μάγουλο στο μαξιλάρι κάθε τόσο και βρέχοντάς το με σιωπηλά δάκρυα ρουφώντας τη μύτη του.

Κάνοντας ότι δεν έχω καταλάβει τίποτα, και νιώθοντας τη τρυπούλα του πια τελείως χαλαρή, άρχισα να τον καρφώνω κανονικά. Σήκωνα τη μέση μου, έβγαινα τελείως από μέσα του και ξανάμπαινα καρφωτά στο ματωμένο άνοιγμα μέχρι τη βάση του πέους μου.

Πρέπει να υπέφερε αλλά το κρατούσε μέσα του.

- Ένα άλλο που δε σου είπα, είναι ότι αργώ πολύ να χύσω Γιωργάκη, δε πειράζει, ε; τον ειρωνεύτηκα. Μ’ αρέσει να σκάβω τη βρωμοκωλάρα του πούστη μου για πολλή ώρα, δε νομίζω να έχεις αντίρρηση, είπα λαχανιασμένα και συνέχισα να τον τραντάζω βίαια με τις σπρωξιές της μέσης μου.

- Ρε συ…

- Τι θέλει το μικρό μου; Τι θέλει το γυναικάκι μου, πούτσο δε θέλει να χορτάσει η τρύπα του σκίσιμο;

Του άρπαξα τα μαλλιά και του έχωσα το κεφάλι πιο βαθειά στο μαξιλάρι.

- Πούτσο να δουν τα μάτια σου βρωμόπουστα, πήρα φόρα. Πούτσο να δουν τα μάτια σου, να βλέπεις πούτσο και να τρέχεις προς την αντίθετη μεριά. Φάε πούτσο καυλάκι, νοιώθεις στη τρύπα σου το πούτσο μου; Σκίζεσαι; Αυτό δεν ήθελες, αυτό δεν ήθελες, παραλήρησα. Αυτό δεν ήθελες που ήσουν καυλωμένος για πούτσο το μεσημέρι στο τσατ; Αυτό δεν ήθελες; Να γαμηθείς; Να δεις πως είναι; Ε, φάε πούτσο τώρα, φάε πούτσο να ξεράσεις, φάε πούτσο να σου βγει απ’ το στόμα να ξεράσεις, φάε, φάε, φάε.

Και τον πηδούσα και τον έσπρωχνα και τον τράνταζα ανελέητα, σκληρά.

Κι άλλη ξεφτίλα.

- Έτσι όπως γαμάς τα μουνάκια νοιώθεις τώρα κι εσύ πουστράκι. Έτσι, να γαμιέσαι όπως τα μουνάκια που ξεμουνιάζεις. Αλλά τι σόι γαμήσι έκανες με το φυστικάκι σου πουστράκι; Τον λες πούτσο αυτό που κουβαλάς; Γαμούσες νόμιζες; Γαμούσες ρε συ; Μισή μερίδα άντρας; Με το φυστικάκι να κρέμεται; Θα’ θελες να’ χεις τη πούτσα μου μικρό; Να’ χες τέτοια πούτσα να γαμάς όπως σε σκίζω εγώ;

Και τον κάρφωνα μ’ όλη τη δύναμη μου, ο πόνος του, το αφόρητο τσούξιμο στη σκισμένη τρύπα με ερέθιζε ακόμα πιο πολύ, του τραβούσα τα μαλλιά, του έφτυνα το σβέρκο και φώναζα δυνατά.

- Φάε πούτσο πουστράκι, φάε πούτσο, φάε πούτσο, παραληρούσα. Γαμήσου πούστη, γαμήσου και χόρτασε πούτσο.

Άρχισε να κλαίει με σπασμούς, ακόμα παραδομένος.

- Έλα μικρό πουστράκι, έλα τώρα, κλάψε σαν κοριτσάκι που του παίρνουν τη παρθενιά.

Δεν άντεξε κι άρχισε να κλαίει κανονικά πια.

- Πονάω ρε συ, δεν αντέχω άλλο.

- Θα γαμηθείς όσο θέλω εγώ βρωμόπουστα.

- ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΒΡΩΜΟΠΟΥΣΤΑ! ούρλιαξε το παιδί.

Έπεσα πάλι πάνω του όπως πριν, με τον αγκώνα μου και όλο το βάρος του σώματός μου να μην μπορεί να πάρει ανάσα.

- ΕΙΣΑΙ ΠΟΥΣΤΗΣ! ούρλιαξα κι εγώ. ΕΙΣΑΙ ΠΟΥΣΤΗΣ ΚΑΙ ΓΑΜΙΕΣΑΙ ΑΠ’ ΤΟ ΚΩΛΟ!

- Όχι, όχι, δεν είμαι, μουρμούρισε κλαίγοντας πια με αναφιλητά.

Με μια απότομη κίνηση, πιέζοντας τον μ’ όλο μου το βάρος να μη μπορεί να κουνηθεί, βγήκα απότομα από μέσα του χωρίς να χαλαρώσω το βάρος μου πάνω του.

- Δεν είσαι πούστης; Του είπα χωμένος μέσα στ’ αυτί του. Δεν είσαι πούστης;

Βίαια, του έχωσα τρία δάχτυλα στη πρησμένη σούφρα, σκάβοντάς την.

Το παιδί δυσανασχέτησε τελείως, έκανε να ελευθερωθεί από το αφόρητο τσούξιμο, αλλά τον πίεζα γερά, βιασμός κανονικός.

- Κι αυτή η ανοιχτή κωλάρα; Τι έχεις να πεις γι αυτή την ορθάνοιχτη κωλάρα; Οι πουστάρες έχουν ανοιχτή κωλάρα βρωμόπουστα, οι πούστηδες έχουν ανοιχτή κωλάρα, οι πούστηδες σαν κι εσένα που θέλουν να γαμηθούν έχουν ορθάνοιχτη ξεσκισμένη σούφρα σαν κι αυτή που σου σκάβω. Σε τσούζουν τα δάχτυλα μου σκατόπουστα; Σε τσούζουν; Έχεις ανοίξει για τα καλά, θα σου φεύγουν τα σκατά στο δρόμο βρώμα, θα σε κοιτούν στο δρόμο οι άντρες και θα σε κράζουν, δε θα σε πλησιάζουν οι γκόμενες γιατί θα βλέπουν το κώλο σου να χάσκει και θα γελάνε.

Κι όλο κι έσκαβα, κι όλο κι έφτανα πιο βαθειά.

 - Είδες πως άνοιξες πουτανάκι;

Το τσούξιμο που θα ένιωθε πρέπει να ήταν υπερβολικό πια, ένιωθα ζεστά υγρά και φανταζόμουν το αίμα από τη ξεσκισμένη τρυπούλα και καύλωνα στο μυαλό και στο σώμα ως εκεί που δεν έπαιρνε.

Έφτασα να τον σκάβω με τα τέσσερα μου δάχτυλα, χωμένα μέχρι τον αντίχειρα, είχε ανοίξει για τα καλά, έψαχνα βαθειά το παρθένο πληγιασμένο εντεράκι, και το τραυμάτιζα περισσότερο με τα δάχτυλά μου και τα νύχια μου, να πονέσει, να τσούξει πολύ.

- Πούστης, πούστης κανονικός, ορθάνοιχτος, με τη σκατωμένη κωλάρα του να γαμιέται απ’ το χέρι μου. Μ’ ανοιχτά τα πόδια θα περπατάς, θα σε τσούζει ο κώλος σου και θα περπατάς σα χεσμένος, θα σε κράζουν κι οι πέτρες σκατοκώλη.


Κι απότομα, έβγαλα τα δάχτυλά μου από μέσα του και ξανάβαλα το ακούραστο, κατάσκληρό μου πέος βαθειά του κι άρχισα πάλι να του καρφώνω ανελέητα το χαλαρωμένο άνοιγμα, για ώρα, πολλή ώρα, με δύναμη, έπαιρνα φόρα και προσγειωνόμουνα πάνω στα λαγόνια του να πονέσει με όλους τους τρόπους, στη τρύπα του, στο έντερό του, στη μέση του, στα γόνατά του, του δάγκωνα δυνατά τη βάση του λαιμού και τους ώμους σαν αρπακτικό.

Καθυστερούσα το τέλειωμα μου όσο μπορούσα, αν δε σφιγγόταν που και που απ’ τον πόνο που ένοιωθε κι ένοιωθα λίγο το άνοιγμά του να μου αγκαλιάζει απρόθυμα και οδυνηρά το στυλιάρι μου, δε θα καταλάβαινα τίποτα.

  

Κάποια στιγμή σηκώθηκα, τον ελευθέρωσα και γύρισα το κουρασμένο κορμάκι ανάσκελα. Κάθισα πάνω του με τα γόνατά μου στα μπράτσα του κι άρχιζα να τον παίζω μπροστά στο πρόσωπό του. Είχε ιδρώσει τόσο που γλιστρούσα πάνω στο άτριχο στήθος.

Είχε κλείσει τα μάτια του κι είχε γυρίσει το κεφάλι του πλάγια με αποστροφή.

Του άστραψα ένα ελαφρό σκαμπίλι.

- Στα μάτια να τον κοιτάς τον άντρα σου και τον πούτσο του πουστράκι.

- Άσε, δε γουστάρω, έλα, να τελειώνουμε, μουρμούρισε αποκαμωμένα.

Αποφάσισα να το τραβήξω ακόμα πιο πολύ και τον χαστούκισα μ’ όλη μου τη δύναμη.

- Τι βαράς ρε μαλάκα, φώναξε θυμωμένα, με υγρά ακόμα τα μάγουλα από δάκρυα κ μύξες, κι έκανε να ελευθερωθεί από τη πίεση απ’ τα γόνατα μου.

Του έφερα τη γροθιά μου μπροστά από τη μύτη του.

- Αν θες να φύγεις από δω με σπασμένη μύτη πουστράκι, το καλό που σου θέλω, θαύμασε το πούτσο μου, είπα με λύσσα μές απ' τα δόντια μου.

Με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.

Δεν τον άφησα να το σκεφτεί περισσότερο.

- Δεν το’ χω σε τίποτα να σου λειώσω τη μούρη, μικρό, κάνε μου τα γούστα μέχρι τέλους.

Έτσι όπως καθόμουν πάνω στο στήθος του, άπλωσα πίσω από τη πλάτη μου το χέρι μου και του έπιασα τους μικρούς όρχεις.

- Δε χαμπαριάζω, στα λειώνω, στα ξεριζώνω και δε καταλαβαίνω τίποτα. Σου σπάω τη μύτη και σου βουλώνω το μάτι με δυο τρία μπουνίδια και δε μπορείς να πεις πουθενά τίποτα πουστράκι, κατάλαβες;

Του τα έσφιξα δυνατά.

- ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ; ούρλιαξα.

Το παιδί με γουρλωμένα, ταλαιπωρημένα μάτια, απλά έγνεψε καταφατικά.

Έπιασα πάλι να τραβάω μαλακία μπροστά στο ξαφνιασμένο πρόσωπο.

- Τα μάτια στο πούτσο μου καργιόλα πουτάνα, άχρηστε μικροψώλη.

Κι έπιασε να βλέπει το όργανό μου το παιδί, απρόθυμα, με στιγμιαίους μορφασμούς πόνου έτσι όπως πάνω στον ερεθισμό μου του έσφιγγα τα πουλιά του λίγο περισσότερο.

- Ωραίος ο πούτσος μου μικρέ πούστη;

Παίζοντας πια με μανία, έσκυψα και τον έφτυσα κατάμουτρα.

- Ωραίος ο πούτσος μου; Σ’ αρέσει πως βρωμάει απ’ τα υγρά της βρωμοκωλάρας σου;

Άφησα για λίγο το παιχνίδι μου και πασάλειψα το όμορφο πρόσωπο με τα υγρά από το έντερο του, και τα σάλια μου και τα αίματα.

- Γλείψου βρωμόπουστα, σαν σκυλί, γλείψου.



Δε κρατιόμουνα άλλο, άφησα τα αρχιδάκια του από το σφίξιμο τους κι ετοιμάστηκα για την επόμενή του ξεφτίλα.

Χωρίς να καταλάβει ότι σε δέκατα δευτερολέπτου θα τελείωνα, έσκυψα πάνω του, του έχωσα τα βρώμικα μου δάχτυλα στο στόμα και του το άνοιξα όσο μπορούσα περισσότερο.

- Μη δαγκώνεις πουστράκι, είπα, ο άντρας σου χύνει!

Του έκλεισα τη μύτη ξέροντας ότι έτσι χωρίς ανάσα που ήταν από το βάρος μου στο στήθος του θα άνοιγε διάπλατα το στόμα του να αναπνεύσει, μια πηχτή ριπή από παχύρρευστα λευκοκίτρινα υγρά εκσφενδονίστηκε μέσα στο στόμα του και στα μάγουλά του.

- ΜΗΝ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΜΙΑ ΚΙΝΗΣΗ, ΤΗΝ ΕΒΑΨΕΣ, φώναξα σηκώνοντας πάλι τη γροθιά μου μπροστά στα έκπληκτα αηδιασμένα μάτια.

Κι αμέσως, συνεχίζοντας να χύνω, τρίβοντας του τα υγρά μου από το πρόσωπο μέσα στο στόμα του, του βάρεσα άλλο ένα δυνατό χαστούκι.

- Κατάπιε! ΚΑΤΑΠΙΕ!

Του τράβηξα δυνατά τα μαλλιά.

- Άνοιξε το στόμα σου τελείως! Είπα έντονα και του ξανάπιασα τα αρχιδάκια του σε μια σφιχτή μέγγενη.

Υπάκουα το παιδί, έκανε ότι του είπα κι έβαλα το βρώμικο μου όργανό στο στόμα του.

- Γλύψε και τη τελευταία σταγόνα και μη νιώσω δοντάκι, στα’ σπασα τα αρχιδάκια σου.

Κι είδα το ανήμπορα υπάκουο στόμα να δέχεται το μισοπεσμένο όργανό μου κι ένοιωθα θεός, ο ανελέητος, ο σκληρός, ο αδίστακτος, ο αφέντης, ο θεός!

- Έτσι, πουστράκι, πλύντονα καλά από τα χύσια μου και τα σκατά σου, έτσι, καλό πουστράκι, καλό πουστράκι, τον ξεφτίλισα παντελώς πια. Σ’ αρέσει που γλύφεις χυμένο πούτσο, έ; Σ’ αρέσει η μυρωδιά απ’ τα σκατά σου ψωλογλυφτάκο;



Κι όταν χόρτασα, σηκώθηκα κουρασμένος κι εγώ, άνοιξα τη ντουλάπα και του πέταξα μια μικρή πετσέτα στο πρόσωπο.

- Σκούπισε τη μούρη σου απ' τα χύσια μου και το κώλο σου απ’ τα αίματα και τα σκατά, ντύσου και δίνε του.

Σπάνια είχα δει τόσα ανάμεικτα αισθήματα σε βλέμμα. Κούραση, απελπισία, έκπληξη, θυμός, όλα μαζί ανακατεμένα, πάλευε ποιο θα υπερτερήσει του άλλου, μόλις πήγαινε το ένα να βγει στην επιφάνεια, αμέσως ερχόταν το άλλο να πάρει τη θέση του.

- Να πάω στο μπάνιο λίγο, ψέλλισε.

- ΑΚΟΥΣΕΣ ΤΙ ΣΟΥ ΕΙΠΑ, φώναξα. Και γρήγορα, τις βρωμόπουστες τις σιχαίνομαι, τις γαμάω κ δε θέλω να τις βλέπω μπροστά μου!

Έπιασε τη πετσέτα και τη έφερε στο πρόσωπο του.

- Τσακίσου, γρήγορα λέμε.

Άναψα τσιγάρο και κάθισα να χαζεύω το παιδί. Στάθηκα όρθιος απέναντί του, γυμνός ακόμα, άντρας τριχωτός στη κοιλιά και το στήθος, με το χοντρό μου πούτσο να ξεκουράζεται, σταύρωσα τα χέρια στο στήθος κι άρχισα να γελάω.

- Το βλέπεις το πούτσο μου σκατογλύφτη; Άντε, κουνήσω μη ξανακαυλώσω και σε σκίσω πάλι, σάρκασα κοροϊδευτικά χαϊδεύοντας τη βάλανό μου .

- Για κοιτάτε έναν άντρα ρε, ξεσκισμένο σαν πουτανάκι! γέλασα δυνατά. Για φάτε έναν ξεντεριασμένο πούστη.

Αμήχανα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές, έτσι γονατιστός όπως ήταν, έφερε τη πετσέτα ανάμεσα στα μπούτια του. Το θέαμα από το αίμα τον ξάφνιασε κ με κοίταξε.

- Αυτά παθαίνει όποιος γαμιέται, τον ειρωνεύτηκα δυνατά. Ματώνει η τρύπα του, τι νόμιζες; Και χάσκει μετά, μη ξεχνιέσαι, ε; τον φόβισα. Θα κλάνεις για μέρες πουστάρα.

Σηκώθηκε κουρασμένα απ’ το κρεβάτι κι άρχισε να ντύνεται.



Κι ήθελα τόσο να τον αγκαλιάσω τρυφερά, να τον φιλήσω και να τον γλύψω απαλά παντού, να τον πλύνω εγώ με τη γλώσσα και τα δάκρυά μου «συγνώμη, είμαι μαλάκας, άδικος, μαλάκας, μαλάκας, γιατί να σου φερθώ έτσι, λουλούδι μου, όμορφό μου αγόρι» να τον κρύψω στην αγκαλιά μου, μια φούχτα αγγελούδι, που απλά ψαχνόταν, που απλά ήθελε να δοκιμάσει, ήθελε απλά να δοκιμάσει «μαλάκας, απάνθρωπος, ενοχικός, κομπλεξικός «συγνώμη, συγνώμη», να κλάψει και να κλάψω κι εγώ μαζί του μετανιωμένος, «συγνώμη, συγνώμη»…



- Θα με θυμηθείς πολλές φορές αυτές τις μέρες αγοράκι μου.

Δεν είπε τίποτα καθώς ντυνόταν, μεθυσμένος απ' τη ντροπή και τη ξευτίλα.

- Όποτε χέζεις, ο πόνος που θα νιώθεις στη τρύπα σου, θα σου θυμίζουν τον πούτσο που σ’ έσκισε, είπα κι άνοιξα τη πόρτα. Κάθε σκατό που θα βγαίνει απ’ τη γαμότρυπά σου, θα σου θυμίζει τη ψωλάρα που σ’ έσκισε.







Λίγο μετά που έφυγε, έβαλα ένα σκέτο ουίσκι, άναψα άλλο ένα τσιγάρο και πήγα στη κρεβατοκάμαρα μου. Ο αέρας μύριζε ιδρώτα και σπέρμα και ταλαιπωρία και αντρίλα και φόβο και πόνο και παράδοση και επιβολή. Μα πιο πολύ βρωμούσε.

Βρωμούσε ενοχή.

Δεν άντεξα άλλο, σωριάστηκα στο ματωμένο σεντόνι, το μύριζα και το λάτρευα κι άρχισα να κλαίω με σπασμούς, ουρλιάζοντας σαν ζώο, κατακαυλωμένος και πάλι…


security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY