Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

περί κωλότρυπας ο λόγος...




το παρακάτω κείμενο μου το έστειλε με mail ένας αναγνώστης

το βρήκα ειλικρινές, χαριτωμένο και πολύ καυλιάρικο και το δημοσιεύω με κάποιες φωτογραφίες απο τη συλλογή μου








Από μικρός ασχολιόμουν με τη τρύπα μου.

Θυμάμαι γύρω στα τέσσερα, είχα ένα Lego και ο παππούς μου μ’ έπιασε σχεδόν στα πράσα καθώς προσπαθούσα να βάλω μέσα μου ένα μακρόστενο κομμάτι του. Μόλις είχα ξυπνήσει θυμάμαι, ποιός ξέρει τι θα είχα ονειρευτεί και τι όρεξη θα είχα, αλλά θυμάμαι πολύ καλά ότι ήθελα να βάλω κάτι στο κώλο μου.  Ίσως και να μη το θυμόμουν, αν δεν είχα τρομάξει τόσο πολύ στη θέα του παππού μου να μπαίνει στο δωμάτιο για να με ξυπνήσει, ότι θα μου έλεγε κάτι κακό (ευτυχώς δε κατάλαβε τίποτα), όπως επίσης και γιατί βγήκε πολύ λερωμένο κι αναγκάστηκα να το πετάξω απ’ το παράθυρο πάνω απ’ το κρεβάτι μου στην αυλή. Κάποια στιγμή αργότερα το βρήκε η γιαγιά μου και μάλλον νόμιζε ότι το λέρωσαν οι κότες και το πέταξε…

Θυμάμαι και λίγο αργότερα, κατά τα οχτώ μου, να παίρνει η χήρα πλέον γιαγιά μου τον μεσημεριανό της ύπνο, κι εγώ στο σαλόνι, έχοντας στηθεί στα τέσσερα μπροστά στο επενδυμένο με καθρέφτη φύλλο ενός μπουφέ, με κατεβασμένο το σωβρακάκι μου να μου εφαρμόζω διάφορα : τις μύτες από διαφόρων μεγεθών στυλό, την άκρη από ένα αυτοκινητάκι-γερανό που είχα, μαρκαδόρους, τη λαβή από κουτάλια… το καθένα είχε και διαφορετική, μοναδική αίσθηση. Τα έχωνα, και ανοιγοκλείνοντας τη σούφρα μου και κουνώντας το κώλο μου, θαύμαζα το αποτέλεσμα.

Ίσως κι ένα σημάδι του πόσο μαζόχας ήμουν, ήταν που μερικές φορές πλήγιαζα επίτηδες με κάτι τη σούφρα μου, ή πιεζόμουν να της βάλω κάτι με περισσότερη δύναμη, όπως το λεπτό πόδι ενός τραπεζιού σαλονιού που είχα γυρίσει ανάποδα, πάντα μπροστά στο καθρέφτη φυσικά, που όμως μπορεί να είχε μερικές σκλήθρες στην άκρη.

Πόσες φορές σαν ενήλικας πια, αναρωτήθηκα πως δεν είχα πάθει καμιά μόλυνση μ’ όλες αυτές τις βρωμιές που έκανα μικρός.

Ή την τετραγωνισμένη άκρη από κάποιο παιχνίδι…

Ή πίεζα ένα πιρούνι πάνω στη τρύπα μέχρι να καταλάβω ότι έγινε μια μικρή ζημιά…

Με πλήγιαζα έτσι και δε μπορούσα να χαρώ για μερικές μέρες τη σούφρα μου σαν παιχνίδι, και περίμενα με αγωνία όταν περάσει το τσούξιμο που ένιωθα, ειδικά όταν πήγαινα τουαλέτα, για να ξαναρχίσω το στήσιμο στο φύλλο-καθρέφτη και το πολύωρο παιχνίδι.



Μια άλλη παρόμοια χοντράδα που θυμάμαι να’ χω κάνει ήταν σ’ ένα παλιό σπίτι στο Αιγάλεω, τη περιοχή που μέναμε τότε, σ’ ένα μεγάλο κτήμα, όπου συνήθως πήγαινα με τη παρέα μου στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου για παιχνίδι κι εξερεύνηση. Είχα πάει μια φορά μόνος μου, απόγευμα, λίγο πριν πέσει ο ήλιος. Στο πάνω πάτωμα του παλιού ξύλινου σπιτιού, είχαν σωθεί μερικά τζάμια στις μεγάλες μπαλκονόπορτες από το πετροβόλημα των φίλων μου, κι έτσι όπως μ’ άρεσε να βλέπω το κώλο μου σε καθρέφτη, τα κατέβασα και με χάζευα και χαϊδευόμουν. Ήθελα όμως να μου χώσω και κάτι, κ το μόνο που βρήκα πέρα από τα δάχτυλά μου, ήταν ένα μπουκάλι μπύρα!! Το έστησα κάτω, κι ένοιωσα το στόμιό του να μου φορμάρεται στη τρύπα, ένα στόμιο που ποιός ξέρει τι ποντίκι και τι κατσαρίδα το είχε περπατήσει-γλείψει-χέσει! Πάλι καλά που δεν ήταν και σπασμένο!


Αθάνατη η καύλα, αθάνατη κι τρύπα μου τελικά όπως αποδείχτηκε!



Τις περισσότερες φορές η τρύπα μου είναι το πρώτο πράμα που χαϊδεύω όταν ξυπνήσω, ακόμα κι αν είμαι καυλωμένος. Ποτέ δε πιάνω πρώτα το πουλί μου. Μπορεί να μου χώσω κανένα κωλοδάχτυλο, αλλά και μόνο ένα χάδι έστω και γύρω απ’ τη τρύπα με στέλνει. Θυμάμαι είχα ένα γκόμενο που σχεδόν πάντα ξυπνούσε πρώτος όποτε κοιμόμασταν μαζί. Ε, λοιπόν, το πρώτο πράγμα που έκανε, μισοκοιμισμένος-μισοξύπνιος ήταν να μου χουφτώνει τη τρύπα. Τις περισσότερες φορές με έγλυφε λίγο και με πήδαγε μετά, αλλά το καλύτερο μου ήταν να νοιώθω το ψάξιμό του να βρει τη τρύπα κάτω απ’ τα σεντόνια κι ανάμεσα στα κωλομάγουλά μου και το κωλοδάχτυλο του και να ξυπνάω από αυτό.





Και κάτι κάπως άσχετο, θυμάμαι πολύ καλά όταν χώρισα απ’ αυτό το γκόμενο - που ήμουν και πολύ καψούρης τελικά -  το επόμενο πρωινό, σαν για να με τιμωρήσω, μου έχωσα στη ψύχρα και τα τέσσερα μου δάχτυλα, μαζί με τον αντίχειρα, στεγνά, ασάλιωτα, προσπάθησα με λίγα λόγια να κάνω fist στον εαυτό μου, χωρίς αποτέλεσμα φυσικά, είτε λόγω κλίσης του χεριού μου, είτε λόγω «στενότητας» (ναι, παρόλο που με ανοίγω από μικρός, είμαι ακόμα στενός, από κατασκευής!!!). Το έκανα ίσως για να τιμωρήσω το σώμα μου για το τέλος της σχέσης, δε ξέρω, μέχρι που μου ήρθε να μου χώσω ένα μαχαίρι, να με τραυματίσω ανεπανόρθωτα – ευτυχώς δεν το έκανα. Κάποιο θεματάκι θα παίζει εδώ…



Όταν ξέρω ότι θα είμαι μόνος μου για ώρα, μ’ αρέσει να με ανοίγω με διαστολέα, ένα σχετικά καινούργιο παιχνίδι. Στήνομαι κ πάλι σε καθρέφτη (απαραίτητη προϋπόθεση, μέχρι που αναρωτιέμαι πόσο θα μου άρεσε να το κάνω και σε άλλον κάτι τέτοιο αφού μου αρέσει τόσο να βλέπω το κώλο μου, τέλος πάντων, άλλο κεφάλαιο αυτό, άλλο θεματάκι), αφήνω τελείως χαλαρό τον εαυτό μου και μου τον χώνω σιγά- σιγά. Δεν τον πήρα κ πολύ ακριβό, οπότε έχει τις ατέλειες του, τα δύο «αυτιά» (κάτι σαν αυτό το πράμα που χώνεις στο πίσω μέρος του παπουτσιού για να το φορέσεις) είναι κάπως… όχι κοφτερά, αλλά πάντως πολύ καλά λειασμένα. Όπως και να’ χει, πρέπει ή να μου έχω χώσει κάτι μικρότερο προηγουμένως, να έχω ανοίξει λίγο, ή να αφήσω τον εαυτό μου τελείως ελεύθερο, τουλάχιστον μέχρι να περάσουν μέσα μου τα πλατιά μέρη από τα αυτιά. Από κει κ πέρα αρχίζει το κυρίως παιχνίδι, αν και ήδη η επαφή της τρύπας με το κρύο μέταλλο με καυλώνουν σχεδόν αμέσως. Στρίβοντας σιγά σιγά μια στρόφιγγα που έχει πάνω ο διαστολέας, ανοίγει και η τρύπα και το έντερο πιο μέσα, έτσι ώστε αν σηκώσω το κώλο μου τελείως πάνω και σκύψω, μπορώ να τον ακούσω να μπαινοβγαίνει αέρας, σαν να ανασαίνει – καύλα!!! Κι όταν ανοίξω καλά, μπορώ να μου χώσω ότι περνάει από το άνοιγμά του, συνήθως μου χώνω ένα μακρύ και σχετικά στενό πλαστικό στειλιάρι που έχω. Όταν φτάνει η άκρη από το στειλιάρι βαθειά στο έντερο, το αίσθημα είναι μοναδικό, νιώθω απίστευτα με την επαφή του με τα τοιχώματα του εντέρου μου, ψάχνοντας με το στειλιάρι τη κάθε του πτυχή. Συνήθως το χώνω όσο πιο βαθειά μπορώ, σφηνώνει κάπως στο βάθος, πονάει και λίγο, πέφτω προσεκτικά μπρούμυτα στο καναπέ και τραβάω μαλακία! J  



Μια άλλη μου χαρά, είναι το πλύσιμο όταν έχω κάποιο ραντεβού για να γαμηθώ. Σ’ άλλους που έχω μιλήσει φαίνεται ταλαιπωρία, αλλά εμένα με τρελαίνει να ξεβιδώνω το τηλέφωνο του ντους, να χώνω την άκρη μέσα μου και να ανοίγω τη βρύση με πίεση. Πάντα χλιαρό βέβαια, ούτε κρύο, ούτε καυτό. Είτε σφίγγω τη σούφρα μου για να κλείσω μεγάλη ποσότητα νερού και να το βγάλω με πίεση, είτε μετά από λίγο που έχω χαλαρώσει, χώνω όσο πιο βαθειά μέσα μου το στόμιο του σωλήνα και αφήνω το νερό να τρέχει από τα βάθη του έντερού μου. Κι αυτό αν τύχει, μ’ αρέσει να το χαζεύω στα γυαλιστερά άσπρα πλακάκια του μπάνιου μου, σαν να γαμιέμαι από ένα πίδακα νερού. Μπορώ να το κάνω για πάνω από δεκάλεπτο αυτό, μου αρέσει και η σιγουριά ότι είμαι ολοκάθαρος για το γαμιά μου.





Η τελευταία μου ανακάλυψη είναι να μου χώνω τη λαβή από μια στρογγυλή βούρτσα που έχω. Δε χρειάζεται ούτε σάλιο, είναι πολύ λείο το πλαστικό μέρος της, κι αυτό που μου αρέσει περισσότερο, είναι να μου τη χώνω μέχρι εκεί που αρχίζουν οι σκληρές της πλαστικές τρίχες. Τη φορμάρω καθισμένος ανακούρκουδα, και μετά σηκώνομαι και περπατάω στο σπίτι κ κάνω καμιά δουλειά, πλένω κανένα πιάτο ας πούμε, ή σιδερώνω, και οι τρίχες μου τσιμπάνε το δέρμα γύρω από τη τρύπα και με καυλώνουνε. Συνήθως βέβαια ερεθίζεται το ευαίσθητο δέρμα, με λίγο αιματάκι…

Ακόμα μου αρέσει να με πονάω φαίνεται…


Τετάρτη, 23 Μαΐου 2012

suit and tie






Μισάνοιξα τα μάτια μου, ενοχλημένος από την επαναλαμβανόμενη μελωδία του ξυπνητηριού του κινητού μου. Γύρισα πλάι και με μισόκλειστα μάτια έψαξα το sonyericsson μου και το’ κανα να το βουλώσει.

Δίπλα μου αναδεύτηκε ο Αργύρης. Η μυρωδιές του ύπνου μας αναδύθηκαν κάτω απ’ το πουπουλένιο πάπλωμα. Δεν μπορούσα να μη σκεφτώ εκείνη τη στιγμή πόσο τυχερός ένιωθα κάθε φορά που ξυπνούσα μ’ ένα όμορφο αγόρι στο κρεβάτι μου.

Ένα αγόρι που μου είχε κάνει όλα τα γούστα και που θα επρόκειτο να μου κάνει κι άλλα, κι ότι του ζητούσα.

Είχε κοιμηθεί σπίτι μου για πρώτη φορά. Γνωριμία κι αυτός του chat του gay.com, στη πρώτη μας συνάντηση μια βδομάδα πριν, με είχε αποζημιώσει τότε πλήρως σε ότι ζητούσα. Μικροκαμωμένος (το καλύτερο μου για αφεντοσκλαβοπαιχνίδια), ατριχούλης και λεπτός, υπάκουος και μαζοχάκος, 25 ετών.

- Τι ώρα είναι;

- Ώρα για πρωινό πουστράκι, απάντησα και τον ξεσκέπασα, θαυμάζοντας το γυμνό του κορμάκι όπως ήταν γυρισμένο στα πλάγια, πλάτη προς εμένα.

Ακολούθησα με την άκρη του νυχιού μου κάνοντας τον να ανατριχιάσει σύγκορμος όλη τη καμπύλη του κορμιού, από το λαιμό μέχρι τη κούρμπα των γλουτών, απαλός, φυσικά άτριχος, σφιχτός, ανατριχιασμένος, ερεθιστικός.

Μάλαξα λίγο τον ένα του γλουτό κι έχωσα τη παλάμη μου στη ζεστασιά ανάμεσά τους. Ένιωσα το περίνεό του σκληρό.

Αναδεύτηκε ερεθισμένος και μου τους έτεινε ελαφρά.

- Πρέπει να πάω δουλειά, γουργούρισε.

Δούλευε σε ένα υποκατάστημα μιας μεγάλης τράπεζας κοντά στο σπίτι μου, γιαπάκι κανονικό, γι αυτό και σκέφτηκε να με ρωτήσει μήπως μπορούσε να κοιμηθεί εδώ. Γιατί όχι; Στο κάτω κάτω το πρωινό σεξ ήταν, είναι και πιστεύω πως θα είναι για πολύ ακόμα απ’ τα καλύτερά μου. Το προηγούμενο βράδυ δεν είχαμε κάνει πολλά πράγματα, είχαμε συναντηθεί κάτω από το σπίτι μου μετά τη δουλειά μου, έτσι όπως ήμουν κουρασμένος μού ξεκούρασε το σώμα με τη γλώσσα του και μ’ ένα καλό μασάζ κι έχοντας πιεί κι ένα σκέτο ουίσκι καθώς με περιποιόταν, κοιμήθηκα σχεδόν αμέσως, ούτε που κατάλαβα πότε έπεσε εκείνος στο κρεβάτι.

Ο ήλιος έμπαινε από τις γρίλιες του παντζουριού της κρεβατοκάμαρας, ακόμα δεν είχα ξυπνήσει καλά καλά, μ’ άρεσε όλη αυτή η φάση να γίνεται μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, ειδικά αν κι άλλος ήταν σ’ αυτή τη κατάσταση.

- Έχουμε ώρα, μουρμούρισα κι έχωσα μέσα του τον αντίχειρά μου νιώθοντας τη ζέστη απ' το έντερό του.

- Πάρτον στο στόμα σου, συνέχισα και του έσπρωξα το κεφάλι στη λεκάνη μου.

Η πρωινή κατουρόκαυλα με είχε κάνει «τούρμπο», ήμουν κατάσκληρος, σχεδόν πρησμένος από τον ερεθισμό. Πειθήνια, με κατάπιε σχεδόν ολόκληρο, ένιωσα τη βάση του λαιμού του να μου πνίγει τη βάλανο. Με το ένα μου χέρι κατεύθυνα το κεφάλι του ρυθμίζοντας τη ταχύτητα του με αργές κινήσεις, χωρίς να ακουμπήσει ούτε κατά διάνοια κανένα δοντάκι του, το μόνο που ένιωθα ήταν ζέστη, τα χείλια του, το εσωτερικό από τα μάγουλά του, την επιγλωττίδα του να με γαργαλάει, ζέστη, ηδονή, καύλα, και με το άλλο μου μισάνοιγα το άνοιγμά του κάνοντας τον που και που να αναστενάζει…

- Έλα μωρό, φάε το πρωινό σου να χορτάσεις, να δεις με τι κέφι θα πας στη δουλειά σου.

Έφερα τον αντίχειρά μου στη μύτη μου. Ολοκάθαρος! Μ΄ αυτή τη χαρακτηριστική μυρωδιά από καθαριότητα, βλεννογόνο και βραδινό ιδρώτα κάτω από το πάπλωμα, νέος σπασμός ερεθισμού.

- Σήκω όρθιος από πάνω μου να δω το κώλο σου!

Υπάκουα, έβγαλε το πράμα μου απ' το στόμα του, ξεσκεπάστηκε τελείως και σηκώθηκε. Στάθηκε πάνω απ’ το κεφάλι μου μ' ανοιχτά τα πόδια, προσφέροντας μου αυτή την ανεπανάληπτη θέα από τα μικροκαμωμένα, καλοσχηματισμένα πόδια του που κατέληγαν σε δύο σφιχτούς, ολοστρόγγυλους γλουτούς με τη γλύκα ανάμεσά τους, που μύρισα μερικά δευτερόλεπτα πριν.

Ήθελα να τη φάω αυτή τη γλύκα όμως, το δικό μου πρωινό.

- Κάτσε πάνω μου!

Και προσφέροντάς μου ένα ανεπανάληπτο πάλι θέαμα, ξέροντας καλά πόσο θα μου άρεσε αυτό να το κάνει αργά, λύγισε τα γόνατά του κι έφερε τη σχισμάδα του προσεκτικά μερικά εκατοστά απ’ το πρόσωπό μου.

Ξαπλωμένος κάπως πλάγια, μπορούσα να τον παρακολουθήσω στο καθρέφτη απέναντι απ' το κρεβάτι μου με κλειστά μάτια, να απολαμβάνει την ανάσα μου στη τρυπούλα του, και την άκρη της γλώσσας μου στις ελάχιστες τριχίτσες που στεφάνωναν την είσοδο του πρωκτού του, ενώ μπροστά στο πρόσωπό μου είχα την ορθάνοιχτή του χαράδρα και την τελείως λυγισμένη μέση του.

Του έσπρωξα πάλι το κεφάλι στη λεκάνη μου.

- Συνέχισε το τσιμπούκι σου μωρό…

Κι όπως με τα δάχτυλά μου του άνοιγα απαλά τη τρυπούλα να γευτώ την αρχή του εντέρου του, όλο και έβγαζε το όργανό μου από το στόμα του για να πάρει βαθιές ανάσες από την ηδονή που ένοιωθε. Και με κατάπινε πάλι, κι όλο χωνόμουνα και πιο βαθειά στο μυρωδάτο χάος του, τρελαίνοντάς τον με τη γλώσσα μου και τρελαίνοντας με μέ τη σειρά του με τη δική του. Τσιμπούσα ελαφρά τα χειλάκια της τρυπούλας του με τα δάχτυλά μου κι έτσι όπως άφηνε τον εαυτό του τελείως ελεύθερο, τα τραβούσα και άνοιγε κι έχωνα τη γλώσσα μου και τα δάχτυλά μου κι άνοιγε ακόμα περισσότερο και γαμούσα τη τρύπα με τη γλώσσα.



Λίγο μετά δεν είχα τελειώσει εγώ ακόμα. Καθισμένος στη κλειστή λεκάνη της τουαλέτας, έπινα τον καφέ μου και τον χάζευα μέσα από τη διάφανη τζαμιέρα να κάνει το πρωινό του ντους. Δε με είχε πάρει είδηση. Σαπουνάδες κυλούσαν από τους ώμους του, διέσχιζαν τη γραμμή της πλάτης και της μέσης, και κατέληγαν στους κλειστούς γλουτούς, η χαρά του ματάκια. Ειδικά όταν με το σφουγγάρι σαπουνίστηκε ψηλά, ανάμεσα στα πόδια, σκύβοντας ελαφρά και βάζοντας σαπουνισμένα κωλοδάχτυλα να πλυθεί καλά, με το ζόρι κρατιόμουν να μην ανοίξω τη ντουζιέρα και τον πάρω στα όρθια.





Όταν βγήκε απ’ το μπάνιο, με βρήκε στον καναπέ, να συνεχίζω τον καφέ μου και να κάνω το δεύτερο τσιγάρο της μέρας. Καθώς σκουπιζόταν, έσκυψε, ήπιε μια τζούρα απ' τον καφέ που του' χα ετοιμάσει και μου έδωσε ένα πεταχτό φιλί.

- Πάω να ντυθώ, ε; μην αργήσω…

Δεν θα αργούσε, είχα βάλει το ξυπνητήρι στο κινητό μου ένα τέταρτο νωρίτερα.

Έσβησα το τσιγάρο μου και τρίβοντας απαλά την ήδη ερεθισμένη βάλανό μου, πήγα στη κρεβατοκάμαρα.

- Δεν θ’ αργήσεις, είχα βάλει το ξυπνητήρι στο κινητό μου ένα τέταρτο νωρίτερα.

Απορημένος, έριξε μια ματιά στο ακριβό του ρολόι.

- Α! Γιατί; χαμογέλασε.

- Έτσι! Ξάπλωσε μπρούμυτα.

Υπάκουα, έκανε του είπα, γονάτισε στο κρεβάτι, και φτιάχνοντας με το χέρι του και τη δική του, αυτόματη σχεδόν, 25χρονη στύση, ξάπλωσε τελείως μπρούμυτα, έτοιμος, παραδομένος, χαλαρός, με το κεφάλι γυρισμένο πλάγια πάνω σ’ ένα απ’ τα μαξιλάρια, περιμένοντας…

Έβαλα ένα προφυλακτικό, γονάτισα από πάνω του, άνοιξα τους γλουτούς του διάπλατα, έφτυσα γεμάτα, λύγισα λίγο το σώμα μου και με τη μία βυθίστηκα αργά στην υγρή ζέστη. Μαθημένος εκείνος στον παθητικό έρωτα, άφησε τον εαυτό του τελείως χαλαρό όπως πριν που τον έγλειφα και απόλαυσε κάθε εκατοστό του οργάνου μου, αργά, ηδονικά.

Δε χρειάστηκε να κουνηθώ και πολλή ώρα, τελείωσα με δυνατούς σπασμούς λίγα λεπτά αργότερα, γεμίζοντας το προφυλακτικό.



Όταν τον είδα έτοιμο, ντυμένο, με το κοστούμι και τη γραβάτα που είχε φέρει μαζί του, ξαφνιάστηκα. Το ακριβό γκρι κοστούμι τού πήγαινε τέλεια, η γραβάτα ήταν άψογα δεμένη και το πουκάμισο καλοσιδερωμένο. Ήταν σαν παιδί που τον έντυσαν να πάει σε μια γιορτή, τόσο παράταιρο μου φάνηκε μετά από τα τζιν και τα μπλουζάκια που τον είχα συνηθίσει. Μου ξύπνησε όμως κι άλλα ένστικτα.

- Πρέπει να τη κάνω σιγά σιγά, ε; Σόρι.

- Έχουμε λίγη ώρα ακόμα. Φέρε τη βίτσα από μέσα.

Απόρησε.

- Μάριέ μου, μόλις έκανα μπάνιο.

- Άκουσες τι είπα; φώναξα δήθεν θυμωμένα αλλά παιχνιδιάρικα. Θες να θυμώσω;

Με τον Αργύρη δεν χρειαζόταν το παιχνίδι αφέντη σκλάβου, να φωνάζω δηλαδή, ή έστω να λέω κάτι έντονα. Ακόμα και τη πρώτη φορά που είχαμε συναντηθεί, αρκούσε να του πω απλά κάτι και γινότανε αμέσως, ούτε βρισίδια ούτε τίποτα παρόμοιο.

Και μου άρεσε πολύ και αυτό.

Ξεφύσησε ελαφρά, αλλά σε λίγο μου έδινε στο χέρι τη μακριά καλαμένια βίτσα μου, από ειδικό rattan, κι έσκυβε μπροστά στο τραπέζι ακουμπώντας τις παλάμες του στη γυάλινη επιφάνεια.

- Ακούω!

- Δε, δε ξέρω, ότι θέλεις, ψιθύρισε.

- Εγώ θα’ θελα να με θυμάσαι για όλη τη μέρα, ίσως και για αύριο…

Και εντελώς απροειδοποίητα, έριξα τη πρώτη καλαμιά.

Η μόνη του αντίδραση ήταν να ανοίξει τα μάτια του και το στόμα του διάπλατα για να πάρει μια βαθειά ανάσα. Αυτό ήταν ένα άλλο που μου άρεσε στον 25χρονο Αργύρη, δεχόταν το ξύλο τελείως σιωπηλά.

Με τη βιτσιά, το παντελόνι του κουστουμιού, εφαρμοστό στους γλουτούς, έστειλε μερικά κυματάκια μέχρι τα μπατζάκια, λεπτό, καλής ποιότητας μετάξι.

Έριξα άλλες τέσσερεις με την ίδια δύναμη, καλοζυγιασμένες, ακριβώς εκεί που τελείωνε το σακάκι του.

Πήγα από πίσω του, τον ακούμπησα να καταλάβει ότι είχα ερεθιστεί πάλι και του έλυσα τη ζώνη.

- Μάριέ μου, θα αργήσω…

Χωρίς να του κατεβάσω το παντελόνι, έπιασα το καλάμι και του έριξα μια δυνατή πίσω από τα μπούτια.

- ΑΟΥ, είπε δυνατά! και γύρισε να με κοιτάξει παραπονιάρικα.

- Έφερες αντίρρηση μικρέ μου; Σου είπα πριν ότι έχουμε καιρό!

Έτριψε λίγο το σημείο που τον χτύπησα με τη μια του παλάμη και πήρε πάλι θέση.

- Εντάξει Μάριέ μου, εσύ ξέρεις.

- Ακριβώς, εγώ ξέρω! είπα δήθεν αυστηρά, πήγα πάλι από πίσω του και του κατέβασα παντελόνι και μποξεράκι μέχρι τα γόνατα. Το θέαμα ήταν τέλειο, ροδαλές οριζόντιες γραμμές είχαν κάνει την εμφάνισή τους στους κάτασπρους γλουτούς και μια πιο έντονη στη μέση ακριβώς από τα μπούτια. Επειδή τον είχα χτυπήσει πάνω από ρούχα, τα σημάδια ήταν πολύ απαλά, χωρίς τη χαρακτηριστική άσπρη κορυφή της κόκκινης λουρίδας που δείχνει ότι το δέρμα είχε ήδη ερεθιστεί.

Πήρα πάλι το καλάμι στα χέρια μου.

- Ακούω, είπα ξανά.

- Δε ξέρω αλήθεια, Μάριέ μου έχω ήδη ιδρώσει, πρέπει να είμαι φρέσκος.

- Δε πειράζει, δεν θα είσαι, είπα έντονα. ΑΚΟΥΩ!

Το παιδί δίστασε λίγο.

- Δε ξέρω, δεκαπέντε;

- Δεκαπέντε, δεκαπέντε! Μια χαρά ακούγεται!

Και σε ίσα χρονικά διαστήματα, με το γνωστό πάρε-δώσε ερωτήσεων-απαντήσεων, «τέσσερις, ευχαριστώ, άλλη μία παρακαλώ», «έντεκα, ευχαριστώ, άλλη μία παρακαλώ» που τον είχα δασκαλέψει από τη κουβέντα μας στο τσατ ακόμα, δεκαπέντε δυνατές βιτσιές με το καλάμι προσγειώθηκαν στα ολοστρόγγυλα καπούλια του Αργύρη.

Με τον ιδρώτα πια να στάζει από το μέτωπό του και τις φαβορίτες του, με τις μασχάλες ερεθιστικά νοτισμένες από καθαρό ιδρώτα πόνου, δε κουνήθηκε χιλιοστό από τη θέση του, ίσως μόλις για να τεντωθεί ελάχιστα μπροστά αν κάποια βιτσιά ήταν δυνατότερη από τη προηγούμενη ή αν έπεφτε στο ίδιο ακριβώς σημείο με κάποια άλλη, αλλά και για να ξανάρθει ακριβώς στη προηγούμενη του θέση, ούτε καν όταν ξεκούμπωσα και το δικό μου παντελόνι, φόρεσα μια καπότα και ξαναβυθίστηκα με τη μία μέσα του για τον δεύτερο οργασμό της μέρας.

- Γουστάρεις που σε γαμάει ο άντρας σου πουστράκι; τον ρωτούσα κάθε τόσο.

- Αν γουστάρω, λέει; απαντούσε λαχανιασμένα ο μικρός.

Έβλεπα το όργανό μου να μπαινοβγαίνει γρήγορα στους κατακόκκινους πια γλουτούς, τη τρύπα του να με καταπίνει και να με ξερνάει δέκατα του δευτερολέπτου μετά, και ο ερεθισμός μου ήταν αφόρητος. Με λυσσασμένα χαστούκια του κοκκίνιζα ότι δεν είχε κοκκινίσει το καλάμι μου, ειδικά στο πλάι των γλουτών που τα αισθητήρια νεύρα είναι περισσότερα, τους κρατούσα ανοιχτούς να διευρύνω το οπτικό μου πεδίο με την άτριχη τρυπούλα να βγάζει την άκρη του εντέρου και να σφιχταγκαλιάζει τη στύση μου, τους ξανάκλεινα σφιχτά να μεγαλώσω το μήκος του ερεθισμού μου κι ο Αργύρης όμορφα ακίνητος και βογκώντας ελαφρά, δεχόταν κάθε χιλιοστό του οργάνου μου.

Καθώς πλησίαζα να τελειώσω, βγήκα, πέταξα στο πάτωμα το προφυλακτικό και τον ανάγκασα να γονατίσει μπροστά μου.

- Επειδή δε πρέπει να λερωθείς, κανόνισε να μη χάσεις σταγόνα.

Καθώς τον έπαιζα, μου τράβηξε απαλά το χέρι απ’ το πολύτιμό μου παιχνίδι και το εξαφάνισε βαθειά στο στόμα του. Ούτε καν χρειάστηκε να μου τον πιάσει, αλλά με αγκάλιασε από τους γλουτούς χαμηλά, και χαϊδεύοντας με στο περίνεο και τους όρχεις, με έκανε να ελευθερώσω για δεύτερη φορά μέσα στο ίδιο πρωινό τους χυμούς μου μέσα του, από άλλη είσοδο αυτή τη φορά.





- Ποπό, σίγουρα θα σε θυμάμαι όλη μέρα, αναρωτιέμαι πως θα καθίσω στο γραφείο, είπε χαζεύοντας στο καθρέφτη του σαλονιού τον κατακόκκινο κώλο και ανεβάζοντας το εσώρουχό του. Και μόνο που με ακουμπάει το μπόξερ τσούζω, αχ τι μου έκανες, αχ τι μου έκανες, είπε χαριτωμένα.





de boro na volefto poythena, alla moy aresei marie moyδιάβασα μερικές ώρες μετά στο κινητό μου.

Του απάντησα σε ελληνική γραμματοσειρά, χαζεύοντας τη δερμάτινη βίτσα που κρεμιόταν στο φύλλο της ντουλάπας μου, ανάμεσα στα δύο μαστίγια και το ξύλινο paddle.

«και μόνο για τα greeklish, όταν σχολάσεις, σε περιμένω»

Μάλλον ήξερε τι σήμαινε αυτό, μάλλον θυμόταν απ' τους κανόνες που του είχα στείλει σε mail ότι δε μου άρεσαν τα μηνύματα στα greeklish, αλλά σίγουρα κατάλαβε ότι έψαχνα αφορμή για να τον ξαναδώ σύντομα



Οι κοκκινίλες θα γινόντουσαν μελανιές αργά το απόγευμα, έντονες, μαύρες, σαν τα συναισθήματα που με κυρίευαν και δε θα μ’ άφηναν να ησυχάσω μέχρι να μου χτυπήσει το κουδούνι.


Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

"eimai straight kai apla thelw na gamithw" 02



- Μπες σιγά σιγά, ε;

Είχα ήδη φτύσει λίγο τη παρθένα τρυπούλα και της είχα ακουμπήσει τη κορυφή του πέους μου, πανέτοιμος να νοιώσω τη ζεστασιά του άμαθου εντέρου του μικρού straight Γιώργου.

Του πάτησα τους ώμους με τη μια μου παλάμη.

- Χαμηλά τους ώμους σου μωρό, παράδωσέ μου το κώλο σου.

Απρόθυμα έκανε ότι του είπα, φανερώνοντάς μου περίνεο, σχισμάδα και γλουτούς σ’ όλο τους το μεγαλείο. Φυσικά άτριχος, με μικρά, σφιχτά και ολοστρόγγυλα καπούλια, ήταν υπέροχο θέαμα, η χαρά του κωλομπαρά.  Έκανα λίγα εκατοστά πίσω και κάπως βίαια, ίσως προετοιμάζοντάς τον για τις προθέσεις μου, έτσι όπως ήμουν γονατισμένος πίσω του, του κλώτσησα με τα γόνατά μου την εσωτερική μεριά των μπουτιών του να ανοίξει περισσότερο.

- Άνοιξε κι άλλο, θα γαμηθείς τώρα.

Ούτε κωλοδάχτυλο, ούτε τίποτα, ήθελα να τον πονέσω όσο μπορούσα περισσότερο, γιατί;

 Ξανάφτυσα το στενό άνοιγμα.

Τα σάλια μου, ερεθίζοντας τον σίγουρα, κύλησαν στα μικρά αρχίδια και σ’ όλο το μήκος του μικρού πέους και κι έσταξαν στο σεντόνι. Ο ερεθισμός του όμως σίγουρα δε θα κρατούσε για πολύ. Του χούφτωσα όλη του τη πραμάτεια και του τα τράβηξα ελαφρά τεντώνοντας κι άλλο το δέρμα της απάτητης περιοχής.

- Σιγά ρε, μουρμούρισε.

- Όσο σιγά κ να κάνω, θα πονέσεις πολύ Γιωργάκη. Πονάει το γαμήσι.

Δεν είπε τίποτα.

- Πονάει όταν τον παίρνεις απ’ τον κώλο, δεν το είχες φανταστεί; είπα. Δε ξέρεις ότι όταν δίνεις το κώλο σου για πούτσα πονάει; είπα να χοντρύνω το λεξιλόγιό μου κι όπου βγει.

- Ναι, οκ, αλλά πρόσεξε και λίγο, ε;

- Ή θα σε γαμήσω, ή δε θα σε γαμήσω, είπα έντονα παίζοντας όλα γι όλα ξέροντας ότι αν ήθελε θα μπορούσε να ντυθεί και να εξαφανιστεί, αν και ήταν κάπως αργά. Διάλεξε!

Δεν είπε τίποτα και παρέμεινε ακίνητος, περιμένοντας αυτό για το οποίο είχε έρθει.

Κι άρχισα…





Τον έπιασα γερά απ’ τα μπούτια, ακούμπησα πάλι τη σκληράδα μου στο άνοιγμα του πρωκτού του και τον κάρφωσα μ’ όλη μου τη δύναμη.

Το άμαθο αγόρι ούρλιαξε απ’ το πόνο.

Προσπάθησε να σηκωθεί στα 4 σαν να έκανε να ελευθερωθεί από το αίσθημα της βίαιης διείσδυσης που τον έσχιζε στα δύο.

Καρφωμένος σίγουρα μέσα του με τη σφιχτή τρύπα να μου πνίγει τη στύση, έπεσα πάνω του μ’ όλο μου το βάρος με τον αγκώνα μου στο σβέρκο του κι έβαλα το άλλο μου χέρι κάτω απ’ τα γόνατά του και τα γλίστρησα να ξαπλώσει τελείως μπρούμυτα.

- Ήρεμα μωρό, γαμιέσαι τώρα.

Αβοήθητο το μικροκαμωμένο νεανικό κορμί κάτω από το βάρος του σώματός μου, δεν είχε παρά να παραδοθεί στη ήττα του.

Του δάγκωσα δυνατά το λοβό του αυτιού του.

- Παραδώσου Γιωργάκη.

- Πονάει ρε συ, γαμώ το κέρατό μου, σιγά.

- Να γαμηθείς δεν ήθελες μικρό; Φάε πούτσα τώρα και βούλωστο, έφτυσα μες τ’ αυτί του.

Σώπασε κι άρχιζα να τον σκάβω με όση δύναμη είχα. Τον οχτάριαζα με μανία, ανοίγοντάς τον, νιώθοντας να τεντώνει το άνοιγμα και το έντερο του μέχρι εκεί που δεν έπαιρνε. Έτσι όπως ήμουν ξαπλωμένος πάνω του, μην αφήνοντας τον να πάρει ανάσα, σήκωνα τη μέση μου και τον κάρφωνα ξανά και ξανά, απότομα, με δύναμη, μη βγαίνοντας ούτε στιγμή από μέσα του, με το που ένιωθα τη βάση της βαλάνου μου στο άνοιγμα της τρυπούλας του, καρφωνόμουνα πάλι μέχρι τέρμα.

- Να γαμηθείς δεν ήθελες; Να νοιώσεις κι εσύ ότι κάνεις στα μουνάκια;

Μούγγριζε χωρίς να λέει τίποτα, και το πήγαινα όσο πιο μακριά γινόταν.

- Να γαμηθείς πουστράκι τότε, και να βγάλεις τον σκασμό. Φάε τη πούτσα του άντρα σου, γυναικάκι, είμαι ο άντρας σου κι είσαι το πουτανάκι μου, τρως πούτσο τώρα και σ’ αρέσει, ναι;

Δεν έλεγε τίποτα.

Έτσι όπως του μίλαγα λαχανιασμένα, του ξαναδάγκωσα το λοβό, γλύφοντας και φτύνοντας του τη βάση του λαιμού. Το μαξιλάρι είχε μουλιάσει από σάλια, αλλά και μύξες και δάκρυα.

- Μυξοκλαίς τώρα Γιωργάκη; Μετάνιωσες τη πούτσα; Κλάψε Γιωργάκη, φάε πούτσα και κλάψε.



 Αναρωτιόμουν αν είχε πλυθεί καλά κι έτσι όπως τον κάρφωνα, έπιασα τη βάση του πέους μου νιώθοντας κάτι πολύ πιο γλυτσερό από το λίγο σάλιο με το οποίο είχα βοηθήσει λίγο πριν τη διείσδυσή μου κι έφερα τα δάχτυλά μου στη μύτη μου.

Ήταν κατακόκκινα.

Αίμα!

Κατάλαβα τα δάκρυα και τα σάλια του. Τον είχα σκίσει τελείως, πρέπει να πονούσε πολύ, το κάψιμο στο πρωκτό του από τη πληγή θα έτσουζε αφόρητα. Έβαλα το χέρι μου κάτω απ’ τη κοιλιά του κι έψαξα το μικρό του πέος. Είχε βυθιστεί στην ανυπαρξία, κανένα ίχνος ερεθισμού, όσο κι αν τον είχα γλυκάνει απ’ τα φιλιά μου και τα χάδια μου, έτσι όπως μπήκα μέσα του και τον έσκιζα έχασε κάθε ίχνος επιθυμίας.

Θα μπορούσα να είχα μπει μέσα του γλυκά, αργά, ανοίγοντας τον με ένα δύο σαλιωμένα δάχτυλα, κάνοντας τον να νιώσει υπέροχα, αλλά δεν το έκανα, γιατί;

Σε άλλη περίπτωση, νιώθοντας τον να υποφέρει θα σταματούσα, το πιθανότερο θα ήταν να μου «έπεφτε» κι εμένα, αλλά εδώ έγινε ακριβώς το αντίθετο.

Το αίσθημα της τόσης επιβολής με ερέθισε ακόμα περισσότερο.

Ξενέρωσε; Χέστηκα!





Ο μικρός κάτω απ’ το σώμα μου είχε παραδοθεί τελείως στη ηθελημένη μοίρα του και στο βιασμό του, είχε χαλαρώσει κι απλά δεχόταν τη διακόρευσή του αδιαμαρτύρητα, σφίγγοντας τα δόντια, αλλάζοντας μάγουλο στο μαξιλάρι κάθε τόσο και βρέχοντάς το με σιωπηλά δάκρυα ρουφώντας τη μύτη του.

Κάνοντας ότι δεν έχω καταλάβει τίποτα, και νιώθοντας τη τρυπούλα του πια τελείως χαλαρή, άρχισα να τον καρφώνω κανονικά. Σήκωνα τη μέση μου, έβγαινα τελείως από μέσα του και ξανάμπαινα καρφωτά στο ματωμένο άνοιγμα μέχρι τη βάση του πέους μου.

Πρέπει να υπέφερε αλλά το κρατούσε μέσα του.

- Ένα άλλο που δε σου είπα, είναι ότι αργώ πολύ να χύσω Γιωργάκη, δε πειράζει, ε; τον ειρωνεύτηκα. Μ’ αρέσει να σκάβω τη βρωμοκωλάρα του πούστη μου για πολλή ώρα, δε νομίζω να έχεις αντίρρηση, είπα λαχανιασμένα και συνέχισα να τον τραντάζω βίαια με τις σπρωξιές της μέσης μου.

- Ρε συ…

- Τι θέλει το μικρό μου; Τι θέλει το γυναικάκι μου, πούτσο δε θέλει να χορτάσει η τρύπα του σκίσιμο;

Του άρπαξα τα μαλλιά και του έχωσα το κεφάλι πιο βαθειά στο μαξιλάρι.

- Πούτσο να δουν τα μάτια σου βρωμόπουστα, πήρα φόρα. Πούτσο να δουν τα μάτια σου, να βλέπεις πούτσο και να τρέχεις προς την αντίθετη μεριά. Φάε πούτσο καυλάκι, νοιώθεις στη τρύπα σου το πούτσο μου; Σκίζεσαι; Αυτό δεν ήθελες, αυτό δεν ήθελες, παραλήρησα. Αυτό δεν ήθελες που ήσουν καυλωμένος για πούτσο το μεσημέρι στο τσατ; Αυτό δεν ήθελες; Να γαμηθείς; Να δεις πως είναι; Ε, φάε πούτσο τώρα, φάε πούτσο να ξεράσεις, φάε πούτσο να σου βγει απ’ το στόμα να ξεράσεις, φάε, φάε, φάε.

Και τον πηδούσα και τον έσπρωχνα και τον τράνταζα ανελέητα, σκληρά.

Κι άλλη ξεφτίλα.

- Έτσι όπως γαμάς τα μουνάκια νοιώθεις τώρα κι εσύ πουστράκι. Έτσι, να γαμιέσαι όπως τα μουνάκια που ξεμουνιάζεις. Αλλά τι σόι γαμήσι έκανες με το φυστικάκι σου πουστράκι; Τον λες πούτσο αυτό που κουβαλάς; Γαμούσες νόμιζες; Γαμούσες ρε συ; Μισή μερίδα άντρας; Με το φυστικάκι να κρέμεται; Θα’ θελες να’ χεις τη πούτσα μου μικρό; Να’ χες τέτοια πούτσα να γαμάς όπως σε σκίζω εγώ;

Και τον κάρφωνα μ’ όλη τη δύναμη μου, ο πόνος του, το αφόρητο τσούξιμο στη σκισμένη τρύπα με ερέθιζε ακόμα πιο πολύ, του τραβούσα τα μαλλιά, του έφτυνα το σβέρκο και φώναζα δυνατά.

- Φάε πούτσο πουστράκι, φάε πούτσο, φάε πούτσο, παραληρούσα. Γαμήσου πούστη, γαμήσου και χόρτασε πούτσο.

Άρχισε να κλαίει με σπασμούς, ακόμα παραδομένος.

- Έλα μικρό πουστράκι, έλα τώρα, κλάψε σαν κοριτσάκι που του παίρνουν τη παρθενιά.

Δεν άντεξε κι άρχισε να κλαίει κανονικά πια.

- Πονάω ρε συ, δεν αντέχω άλλο.

- Θα γαμηθείς όσο θέλω εγώ βρωμόπουστα.

- ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΒΡΩΜΟΠΟΥΣΤΑ! ούρλιαξε το παιδί.

Έπεσα πάλι πάνω του όπως πριν, με τον αγκώνα μου και όλο το βάρος του σώματός μου να μην μπορεί να πάρει ανάσα.

- ΕΙΣΑΙ ΠΟΥΣΤΗΣ! ούρλιαξα κι εγώ. ΕΙΣΑΙ ΠΟΥΣΤΗΣ ΚΑΙ ΓΑΜΙΕΣΑΙ ΑΠ’ ΤΟ ΚΩΛΟ!

- Όχι, όχι, δεν είμαι, μουρμούρισε κλαίγοντας πια με αναφιλητά.

Με μια απότομη κίνηση, πιέζοντας τον μ’ όλο μου το βάρος να μη μπορεί να κουνηθεί, βγήκα απότομα από μέσα του χωρίς να χαλαρώσω το βάρος μου πάνω του.

- Δεν είσαι πούστης; Του είπα χωμένος μέσα στ’ αυτί του. Δεν είσαι πούστης;

Βίαια, του έχωσα τρία δάχτυλα στη πρησμένη σούφρα, σκάβοντάς την.

Το παιδί δυσανασχέτησε τελείως, έκανε να ελευθερωθεί από το αφόρητο τσούξιμο, αλλά τον πίεζα γερά, βιασμός κανονικός.

- Κι αυτή η ανοιχτή κωλάρα; Τι έχεις να πεις γι αυτή την ορθάνοιχτη κωλάρα; Οι πουστάρες έχουν ανοιχτή κωλάρα βρωμόπουστα, οι πούστηδες έχουν ανοιχτή κωλάρα, οι πούστηδες σαν κι εσένα που θέλουν να γαμηθούν έχουν ορθάνοιχτη ξεσκισμένη σούφρα σαν κι αυτή που σου σκάβω. Σε τσούζουν τα δάχτυλα μου σκατόπουστα; Σε τσούζουν; Έχεις ανοίξει για τα καλά, θα σου φεύγουν τα σκατά στο δρόμο βρώμα, θα σε κοιτούν στο δρόμο οι άντρες και θα σε κράζουν, δε θα σε πλησιάζουν οι γκόμενες γιατί θα βλέπουν το κώλο σου να χάσκει και θα γελάνε.

Κι όλο κι έσκαβα, κι όλο κι έφτανα πιο βαθειά.

 - Είδες πως άνοιξες πουτανάκι;

Το τσούξιμο που θα ένιωθε πρέπει να ήταν υπερβολικό πια, ένιωθα ζεστά υγρά και φανταζόμουν το αίμα από τη ξεσκισμένη τρυπούλα και καύλωνα στο μυαλό και στο σώμα ως εκεί που δεν έπαιρνε.

Έφτασα να τον σκάβω με τα τέσσερα μου δάχτυλα, χωμένα μέχρι τον αντίχειρα, είχε ανοίξει για τα καλά, έψαχνα βαθειά το παρθένο πληγιασμένο εντεράκι, και το τραυμάτιζα περισσότερο με τα δάχτυλά μου και τα νύχια μου, να πονέσει, να τσούξει πολύ.

- Πούστης, πούστης κανονικός, ορθάνοιχτος, με τη σκατωμένη κωλάρα του να γαμιέται απ’ το χέρι μου. Μ’ ανοιχτά τα πόδια θα περπατάς, θα σε τσούζει ο κώλος σου και θα περπατάς σα χεσμένος, θα σε κράζουν κι οι πέτρες σκατοκώλη.


Κι απότομα, έβγαλα τα δάχτυλά μου από μέσα του και ξανάβαλα το ακούραστο, κατάσκληρό μου πέος βαθειά του κι άρχισα πάλι να του καρφώνω ανελέητα το χαλαρωμένο άνοιγμα, για ώρα, πολλή ώρα, με δύναμη, έπαιρνα φόρα και προσγειωνόμουνα πάνω στα λαγόνια του να πονέσει με όλους τους τρόπους, στη τρύπα του, στο έντερό του, στη μέση του, στα γόνατά του, του δάγκωνα δυνατά τη βάση του λαιμού και τους ώμους σαν αρπακτικό.

Καθυστερούσα το τέλειωμα μου όσο μπορούσα, αν δε σφιγγόταν που και που απ’ τον πόνο που ένοιωθε κι ένοιωθα λίγο το άνοιγμά του να μου αγκαλιάζει απρόθυμα και οδυνηρά το στυλιάρι μου, δε θα καταλάβαινα τίποτα.

  

Κάποια στιγμή σηκώθηκα, τον ελευθέρωσα και γύρισα το κουρασμένο κορμάκι ανάσκελα. Κάθισα πάνω του με τα γόνατά μου στα μπράτσα του κι άρχιζα να τον παίζω μπροστά στο πρόσωπό του. Είχε ιδρώσει τόσο που γλιστρούσα πάνω στο άτριχο στήθος.

Είχε κλείσει τα μάτια του κι είχε γυρίσει το κεφάλι του πλάγια με αποστροφή.

Του άστραψα ένα ελαφρό σκαμπίλι.

- Στα μάτια να τον κοιτάς τον άντρα σου και τον πούτσο του πουστράκι.

- Άσε, δε γουστάρω, έλα, να τελειώνουμε, μουρμούρισε αποκαμωμένα.

Αποφάσισα να το τραβήξω ακόμα πιο πολύ και τον χαστούκισα μ’ όλη μου τη δύναμη.

- Τι βαράς ρε μαλάκα, φώναξε θυμωμένα, με υγρά ακόμα τα μάγουλα από δάκρυα κ μύξες, κι έκανε να ελευθερωθεί από τη πίεση απ’ τα γόνατα μου.

Του έφερα τη γροθιά μου μπροστά από τη μύτη του.

- Αν θες να φύγεις από δω με σπασμένη μύτη πουστράκι, το καλό που σου θέλω, θαύμασε το πούτσο μου, είπα με λύσσα μές απ' τα δόντια μου.

Με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.

Δεν τον άφησα να το σκεφτεί περισσότερο.

- Δεν το’ χω σε τίποτα να σου λειώσω τη μούρη, μικρό, κάνε μου τα γούστα μέχρι τέλους.

Έτσι όπως καθόμουν πάνω στο στήθος του, άπλωσα πίσω από τη πλάτη μου το χέρι μου και του έπιασα τους μικρούς όρχεις.

- Δε χαμπαριάζω, στα λειώνω, στα ξεριζώνω και δε καταλαβαίνω τίποτα. Σου σπάω τη μύτη και σου βουλώνω το μάτι με δυο τρία μπουνίδια και δε μπορείς να πεις πουθενά τίποτα πουστράκι, κατάλαβες;

Του τα έσφιξα δυνατά.

- ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ; ούρλιαξα.

Το παιδί με γουρλωμένα, ταλαιπωρημένα μάτια, απλά έγνεψε καταφατικά.

Έπιασα πάλι να τραβάω μαλακία μπροστά στο ξαφνιασμένο πρόσωπο.

- Τα μάτια στο πούτσο μου καργιόλα πουτάνα, άχρηστε μικροψώλη.

Κι έπιασε να βλέπει το όργανό μου το παιδί, απρόθυμα, με στιγμιαίους μορφασμούς πόνου έτσι όπως πάνω στον ερεθισμό μου του έσφιγγα τα πουλιά του λίγο περισσότερο.

- Ωραίος ο πούτσος μου μικρέ πούστη;

Παίζοντας πια με μανία, έσκυψα και τον έφτυσα κατάμουτρα.

- Ωραίος ο πούτσος μου; Σ’ αρέσει πως βρωμάει απ’ τα υγρά της βρωμοκωλάρας σου;

Άφησα για λίγο το παιχνίδι μου και πασάλειψα το όμορφο πρόσωπο με τα υγρά από το έντερο του, και τα σάλια μου και τα αίματα.

- Γλείψου βρωμόπουστα, σαν σκυλί, γλείψου.



Δε κρατιόμουνα άλλο, άφησα τα αρχιδάκια του από το σφίξιμο τους κι ετοιμάστηκα για την επόμενή του ξεφτίλα.

Χωρίς να καταλάβει ότι σε δέκατα δευτερολέπτου θα τελείωνα, έσκυψα πάνω του, του έχωσα τα βρώμικα μου δάχτυλα στο στόμα και του το άνοιξα όσο μπορούσα περισσότερο.

- Μη δαγκώνεις πουστράκι, είπα, ο άντρας σου χύνει!

Του έκλεισα τη μύτη ξέροντας ότι έτσι χωρίς ανάσα που ήταν από το βάρος μου στο στήθος του θα άνοιγε διάπλατα το στόμα του να αναπνεύσει, μια πηχτή ριπή από παχύρρευστα λευκοκίτρινα υγρά εκσφενδονίστηκε μέσα στο στόμα του και στα μάγουλά του.

- ΜΗΝ ΚΑΝΕΙΣ ΚΑΜΙΑ ΚΙΝΗΣΗ, ΤΗΝ ΕΒΑΨΕΣ, φώναξα σηκώνοντας πάλι τη γροθιά μου μπροστά στα έκπληκτα αηδιασμένα μάτια.

Κι αμέσως, συνεχίζοντας να χύνω, τρίβοντας του τα υγρά μου από το πρόσωπο μέσα στο στόμα του, του βάρεσα άλλο ένα δυνατό χαστούκι.

- Κατάπιε! ΚΑΤΑΠΙΕ!

Του τράβηξα δυνατά τα μαλλιά.

- Άνοιξε το στόμα σου τελείως! Είπα έντονα και του ξανάπιασα τα αρχιδάκια του σε μια σφιχτή μέγγενη.

Υπάκουα το παιδί, έκανε ότι του είπα κι έβαλα το βρώμικο μου όργανό στο στόμα του.

- Γλύψε και τη τελευταία σταγόνα και μη νιώσω δοντάκι, στα’ σπασα τα αρχιδάκια σου.

Κι είδα το ανήμπορα υπάκουο στόμα να δέχεται το μισοπεσμένο όργανό μου κι ένοιωθα θεός, ο ανελέητος, ο σκληρός, ο αδίστακτος, ο αφέντης, ο θεός!

- Έτσι, πουστράκι, πλύντονα καλά από τα χύσια μου και τα σκατά σου, έτσι, καλό πουστράκι, καλό πουστράκι, τον ξεφτίλισα παντελώς πια. Σ’ αρέσει που γλύφεις χυμένο πούτσο, έ; Σ’ αρέσει η μυρωδιά απ’ τα σκατά σου ψωλογλυφτάκο;



Κι όταν χόρτασα, σηκώθηκα κουρασμένος κι εγώ, άνοιξα τη ντουλάπα και του πέταξα μια μικρή πετσέτα στο πρόσωπο.

- Σκούπισε τη μούρη σου απ' τα χύσια μου και το κώλο σου απ’ τα αίματα και τα σκατά, ντύσου και δίνε του.

Σπάνια είχα δει τόσα ανάμεικτα αισθήματα σε βλέμμα. Κούραση, απελπισία, έκπληξη, θυμός, όλα μαζί ανακατεμένα, πάλευε ποιο θα υπερτερήσει του άλλου, μόλις πήγαινε το ένα να βγει στην επιφάνεια, αμέσως ερχόταν το άλλο να πάρει τη θέση του.

- Να πάω στο μπάνιο λίγο, ψέλλισε.

- ΑΚΟΥΣΕΣ ΤΙ ΣΟΥ ΕΙΠΑ, φώναξα. Και γρήγορα, τις βρωμόπουστες τις σιχαίνομαι, τις γαμάω κ δε θέλω να τις βλέπω μπροστά μου!

Έπιασε τη πετσέτα και τη έφερε στο πρόσωπο του.

- Τσακίσου, γρήγορα λέμε.

Άναψα τσιγάρο και κάθισα να χαζεύω το παιδί. Στάθηκα όρθιος απέναντί του, γυμνός ακόμα, άντρας τριχωτός στη κοιλιά και το στήθος, με το χοντρό μου πούτσο να ξεκουράζεται, σταύρωσα τα χέρια στο στήθος κι άρχισα να γελάω.

- Το βλέπεις το πούτσο μου σκατογλύφτη; Άντε, κουνήσω μη ξανακαυλώσω και σε σκίσω πάλι, σάρκασα κοροϊδευτικά χαϊδεύοντας τη βάλανό μου .

- Για κοιτάτε έναν άντρα ρε, ξεσκισμένο σαν πουτανάκι! γέλασα δυνατά. Για φάτε έναν ξεντεριασμένο πούστη.

Αμήχανα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές, έτσι γονατιστός όπως ήταν, έφερε τη πετσέτα ανάμεσα στα μπούτια του. Το θέαμα από το αίμα τον ξάφνιασε κ με κοίταξε.

- Αυτά παθαίνει όποιος γαμιέται, τον ειρωνεύτηκα δυνατά. Ματώνει η τρύπα του, τι νόμιζες; Και χάσκει μετά, μη ξεχνιέσαι, ε; τον φόβισα. Θα κλάνεις για μέρες πουστάρα.

Σηκώθηκε κουρασμένα απ’ το κρεβάτι κι άρχισε να ντύνεται.



Κι ήθελα τόσο να τον αγκαλιάσω τρυφερά, να τον φιλήσω και να τον γλύψω απαλά παντού, να τον πλύνω εγώ με τη γλώσσα και τα δάκρυά μου «συγνώμη, είμαι μαλάκας, άδικος, μαλάκας, μαλάκας, γιατί να σου φερθώ έτσι, λουλούδι μου, όμορφό μου αγόρι» να τον κρύψω στην αγκαλιά μου, μια φούχτα αγγελούδι, που απλά ψαχνόταν, που απλά ήθελε να δοκιμάσει, ήθελε απλά να δοκιμάσει «μαλάκας, απάνθρωπος, ενοχικός, κομπλεξικός «συγνώμη, συγνώμη», να κλάψει και να κλάψω κι εγώ μαζί του μετανιωμένος, «συγνώμη, συγνώμη»…



- Θα με θυμηθείς πολλές φορές αυτές τις μέρες αγοράκι μου.

Δεν είπε τίποτα καθώς ντυνόταν, μεθυσμένος απ' τη ντροπή και τη ξευτίλα.

- Όποτε χέζεις, ο πόνος που θα νιώθεις στη τρύπα σου, θα σου θυμίζουν τον πούτσο που σ’ έσκισε, είπα κι άνοιξα τη πόρτα. Κάθε σκατό που θα βγαίνει απ’ τη γαμότρυπά σου, θα σου θυμίζει τη ψωλάρα που σ’ έσκισε.







Λίγο μετά που έφυγε, έβαλα ένα σκέτο ουίσκι, άναψα άλλο ένα τσιγάρο και πήγα στη κρεβατοκάμαρα μου. Ο αέρας μύριζε ιδρώτα και σπέρμα και ταλαιπωρία και αντρίλα και φόβο και πόνο και παράδοση και επιβολή. Μα πιο πολύ βρωμούσε.

Βρωμούσε ενοχή.

Δεν άντεξα άλλο, σωριάστηκα στο ματωμένο σεντόνι, το μύριζα και το λάτρευα κι άρχισα να κλαίω με σπασμούς, ουρλιάζοντας σαν ζώο, κατακαυλωμένος και πάλι…


security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY