Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

ΝΑ ΜΕ ΓΑΜΙΣΕΙΣ..., ιούλιος 2003


 
 




Ήμουν στημένος στα 4, στα όρια του ερεθισμού κι αυτός περίμενε πίσω μου, γονατιστός.

-  Γλύψε μου το κώλο, διέταξα, κι υπάκουα άνοιξε τους γλουτούς μου με δύναμη κι έχωσε τη γλώσσα του βαθειά μέσα μου.

Αφέθηκα στη γλυκεία καύλα κι έκλεισα τα μάτια μου βάζοντας το κεφάλι μου ανάμεσα στα μπράτσα μου, τουρλώνοντας κι ανοίγοντας τους γλουτούς μου περισσότερο.

- Έτσι μπράβο σκατογλύφτη, σκέφτηκα, φάε το κώλο του άντρα σου, ρούφα τη σούφρα του, καύλωσε με.



Η σκέψη μου πέταξε κάνα μισάωρο πριν, στη στιγμή που του είπα να κατεβάσει τα παντελόνια του για να τις φάει με τη βίτσα μου. Δεν γούσταρα να τον γδύσω τελείως, όταν συναντηθήκαμε κάτω από το σπίτι μου και τον είδα, δεν ήταν καθόλου του γούστου μου. Γύρω στα 45, αξύριστος, αγριωπός, με μικρά γυαλιά Lennon, πολύ νταβραντισμένος, συντηρητικά ντυμένος κι έτσι όπως ήταν στο ύψος μου, μού φάνηκε τεράστιος, πολύ έξω από τα συνήθη μέτρα και σταθμά μου.

Ένα άλλο μελανό σημείο ήταν το ότι είχε δηλώσει εξ’ αρχής ότι δεν είχε κάνει ποτέ παθητικό έρωτα και ούτε σκόπευε να κάνει ποτέ κάτι τέτοιο, του άρεσε να γαμάει, και μάλιστα είχε υπάρξει αρκετές φορές «αφέντης», ο μόνος λόγος που ήθελε να συναντηθούμε ήταν η συνηθισμένη δικαιολογία όλων των πρωτάρηδων: περιέργεια! Πως δηλαδή φαντασιωνόταν συχνά να είναι υποχείριο κάποιου, ότι ήθελε να τσεκάρει τις αντοχές του, κλπ, κλπ! Συνήθως κάτι τέτοια (ειδικά τις πρώτες πρωινές ώρες) τα λέω λόγια της καύλας, από κάποιους που είτε θέλουν να στήσουν κώλο και να τον φάνε χωρίς πολλά-πολλά, είτε να παίξουν μια μαλακία παρέα. Του είχα δηλώσει κι εγώ από τη μεριά μου σαν όρο πως όσο και να μην άντεχε τον πόνο, θα του έριχνα τουλάχιστον 3 σετ από 10 βιτσιές με το καλάμι κ μετά θα μου έγλυφε τους όρχεις μέχρι να τελειώσω. Συμφώνησε και κανονίσαμε να συναντηθούμε κάτω από το σπίτι μου για ένα τελικό έλεγχο – ήμουν όμως σίγουρος ότι όπως και να ήταν, ήθελα να κάνω κάτι εκείνο το βράδυ, είχε πάει και 4 η ώρα το πρωί.

Όταν κατέβασε παντελόνι και σώβρακο, χωρίς καν να τον αγγίξω, ούτε καν να του χαϊδέψω τα τριχωτά του κωλομέρια που με απωθούσαν, του έριξα απροειδοποίητα και απανωτά 10 δυνατές βιτσιές που τις δέχτηκε αδιαμαρτύρητα. Είχα ερεθιστεί αφόρητα ήδη στο μυαλό από τη στωικότητά του, κι αμίλητος, βλέποντας τις κόκκινες ρίγες που άρχισαν να φουσκώνουν ανάμεσα από τις πυκνές τρίχες, χωρίς καμιά ενοχή ή δισταγμό, τού έριξα άλλο ένα σετ, πιο δυνατό από το πρώτο.

Η μόνη του αντίδραση και πάλι ήταν η βαριά του ανάσα, και οι σταλαγματιές ιδρώτα που φάνηκαν να μουσκεύουν τις τρίχες της σχισμάδας του, λίγο κάτω από τη μέση.

- Δε μου φαίνεται ότι θα σταματήσω στα 3 σετ μαζί σου, είπα σιγά.

- Ότι θες κάνε, είπε μέσα από τα δόντια του, να σηκωθώ μόνο λίγο γιατί με πονάει η μέση μου έτσι;

Τον είχα βάλει να πιάνει τους αστράγαλούς του κι είχε πιαστεί απ’ την άβολη στάση.

Χωρίς να του απαντήσω, ανασηκώθηκε και τέντωσε τα τεράστια μπράτσα του γεμίζοντας το δωμάτιο.

Και τότε πρόσεξα τα γεννητικά του όργανα. Ένας μεγάλος, ολόρθος και σκούρος ιδρωμένος φαλλός τράβηξε το βλέμμα μου, μαζί με δύο μεγάλους τριχωτούς όρχεις. Συνήθως δε με ερεθίζει καθόλου παρόμοια θέα, προτιμώ πάντα νέα παιδιά, όσο το δυνατόν άτριχα, με λευκό δέρμα, παρ’ όλα αυτά ένοιωσα τα σωθικά μου να καίγονται.

- Σ’ αρέσει το ξύλο βλέπω, είπα δήθεν αδιάφορα.

Χωρίς να απαντήσει, έσκυψε πάλι κι έπιασε τους αστράγαλούς του.



Το επόμενο σετ ήταν πολύ δυνατότερο. Λίγο πριν τελειώσω, τα πνιχτά του βογγητά πύκνωσαν.

- Σήκω, γδύσου τελείως και στάσου όρθιος με τα χέρια πίσω στο κώλο, είπα καθαρά κ κάθισα στο καναπέ ν’ ανάψω τσιγάρο.

Υπάκουα, έκανε ότι του είπα.

Έβγαλε τα μοκασίνια και τις κάλτσες του, το πουκάμισό του που το δίπλωσε προσεκτικά και το ακούμπησε στη ράχη μιας καρέκλας, το παντελόνι του, τη παλαιομοδίτικη φανέλα του και τέλος το σώβρακό του, καθαρό, αλλά παλιό και φαρδύ, σαν ξεχειλωμένο. Ένα άρωμα αλμυρού ιδρώτα γέμισε το δωμάτιο, καθαρού και αντρικού. Έβαλε τα χέρια του από πίσω από τη πλάτη κι αφέθηκα καπνίζοντας να τον παρατηρώ. Τριχωτό και δυνατό, ψωμωμένο κορμί, με λίγο κοιλίτσα, αλλά με δυνατά μυώδη μαυρισμένα μπράτσα και χοντρά μπούτια, με άσπρα σημάδια από τιράντες φανέλας στους ώμους.

- Πας γυμναστήριο; ρώτησα αδιάφορα, ξέροντας ήδη την απάντηση.

- Οικοδομή δουλεύω, δεν έχω καιρό για τέτοια, απάντησε κοφτά.

Το όργανό του όλη αυτήν την ώρα ήταν όρθιο, καμαρωτό, δεν είχε πέσει στιγμή.

- Έχεις καύλες, ε; ρώτησα.

- Γιατί; γύρισε κ με κοίταξε, σε χαλάει που το βλέπεις έτσι;

Με τρόμαξε, λες και κατάλαβε τη σκέψη μου.

- Πέσε στα 4 χτίστη, κι έλα να μου φας τ’ αρχίδια, είπα.

Κατέβασα το παντελόνι μου μέχρι τα μπούτια και ο τεράστιος άντρας γονάτισε κι άρχισε να κάνει αυτό που του είπα.

Έκλεισα τα μάτια μου, δε μου άρεσε καθόλου η θέα από το αραιωμένο μαλλί να κουνιέται ανάμεσα στα πόδια μου, και σκέφτηκα άλλα…



***



- Χώστον μου, μ’ άκουσα να λέω μέσα από τα δόντια μου.

Ένιωσα το χοντρό έμβολό του να με ακουμπάει στο στόμιο του πρωκτού και σε δευτερόλεπτα, αργά και σταθερά να μπαίνει μέσα μου μέχρι τη βάση του.

Και να με σκίζει στα δύο!

Έσφιξα τις γροθιές μου και τα δόντια μου να μην ουρλιάξω, αλλά το βούλωσα και συνέχιζα να τον αφήνω να με σκίζει. Ο πόνος που ένοιωθα στον σφιγκτήρα μου ήταν απίστευτος, λες κι είχα ματώσει κι ότι πηχτό αίμα κυλούσε ανάμεσα στα μπούτια μου. Όσο κι αν μ’ είχε γλύψει και μού ‘χε σαλιώσει τη τρύπα, όσο κι αν τον είχα καθοδηγήσει να μου χώσει ένα-δυο καλά σαλιωμένα δάχτυλα για να ανοίξω λίγο, μπας κι ερεθιστώ, όσο κι αν νόμιζα πως ήμουν έτοιμος να με κάνω δήθεν το δώρο του μετά από τόση ικανοποίηση που μου είχε δώσει, τίποτα δε με είχε προετοιμάσει για τον πόνο αυτό. Ήξερα πως ήταν θέμα λεπτών να περάσει το κάψιμο που μου έφερνε λιποθυμία, αλλά έτσι όπως με είχε αρπάξει από τη μέση και μου άνοιγε διάπλατα τα κωλομάγουλα με τις πλατειές του παλάμες και με κάρφωνε ξανά και ξανά βγάζοντας τ’ απωθημένα του, δεν άφηνε περιθώρια στο πόνο να δώσει τη θέση του στην ηδονή. Ένοιωθα το έντερο και τη κοιλιά μου να γεμίζει ασφυκτικά από το τεράστιο όργανο, τον παντελώς ασυνήθιστο σφικτήρα μου να μην μπορεί να χαλαρώσει καθόλου, σχεδόν έβλεπα την άκρη από το έντερό μου να μπαινοβγαίνει από μέσα μου με τον ίδιο ρυθμό που μπαινόβγαινε το παλούκι του.

Σαν τέλειος κωλομπαράς, σαν να’ θελε να πάρει εκδίκηση για τα σημάδια που τον είχα γεμίσει, σαν να’ θελε να κάνει τον σφιγκτήρα μου να λατρέψει και να συνηθίσει όλο του το μήκος, έβγαζε σχεδόν τελείως το όργανό του από μέσα μου, κέντραρε στο κέντρο της σούφρας και με κάρφωνε πάλι μέχρι που ένοιωθα το έντερό μου να τεντώνει και να τον αγκαλιάζει πάλι σφιχτά. Τον ένιωθα σ’ όλο του το μεγαλείο, από το χοντρό κεφάλι που με το που έμπαινε ένιωθα σαν να προσπαθούσε η τρύπα μου να καταπιεί μια μεγάλη μπουκιά, το λίγο λεπτότερο σημείο αμέσως μετά τη βάλανο που ερχόταν σαν στιγμιαία ανακούφιση κι έπαιρνε μια ανάσα ο σφιγκτήρας μου, λίγο μετά που χόντραινε αδυσώπητα και ένα μεγάλο μέρος του υπόλοιπου μέλους που ήταν πιο συμμετρικό, ξανά και ξανά, με την ίδια πάντα σειρά και τη ίδια ταχύτητα. Ένοιωθα τις σκληρές του τρίχες να τρίβονται στα μπούτια μου και τα γεμάτα τριχωτά αρχίδια να με χτυπάνε με λύσσα στο περίνεο.

Δεν καταλάβαινα να είχα το παραμικρό δείγμα ηδονής, το πουλί μου είχε βυθιστεί στην ανυπαρξία, παρ’ όλο που στο σεντόνι από κάτω μου σχηματιζόντουσαν υγρές κηλίδες, το μόνο που ένιωθα ήταν παράδοση, αποδοχή… παράδοση στο πούτσο που μ’ έσκιζε, παράδοση στη ξευτίλα που ένιωθα σαν αντικείμενο, αποδοχή του αναπόφευκτου πόνου, κι όπως τόση ώρα που τον έδερνα τόσο ωμά τον έβλεπα σαν σώμα, σαν μια πλάτη κι ένα κώλο για να ξεσπάσω τα σαδιστικά μου ένστικτα, καταλάβαινα ότι κι αυτός τώρα με έβλεπε σαν τρύπα για να ξεσπάσει κι αυτός, να γαμίσει, να χύσει και να φύγει.

Και μ’ αυτή τη σκέψη, έσκυψα, του τράβηξα τα μπούτια να τον νιώσω πιο βαθειά, και χαμογέλασα…



***



Κάποια στιγμή, χαμένος στις σκέψεις μου και μετά από δύο απανωτά τσιγάρα, βαρέθηκα το γλείψιμο του και σηκώθηκα. Δεν είχα καυλώσει καθόλου. Του έκανα νόημα να σηκωθεί κι αυτός, του φόρεσα τις δερμάτινες χειροπέδες και σηκώνοντας του τα χέρια ψηλά, τις εφάρμοσα σ’ ένα κρίκο στον τοίχο.

Χωρίς να τον ρωτήσω, σφυρίζοντας τη δερμάτινή μου βίτσα 2-3 φορές στον αέρα, τη ζύγιασα στο χέρι μου και του έριξα την πρώτη.

Έσφιξε τους μυς της πλάτης αλλά και πάλι δεν έδειξε ίχνος δυσφορίας.

- Θα σε βαράω μέχρι να σου πέσει ο πούτσος, χτίστη. Κι όταν σου πέσει, θα πέσεις κι εσύ στα γόνατα και θα μου ρουφήξεις τον πούτσο κ τ’ αρχίδια μέχρι να σου χύσω τη μούρη, είπα.

Δεν είχα ξαναδείρει κανέναν με τη βίτσα μου στη πλάτη, ήξερα ότι εκτός από πολύ σουβλερό και αφόρητο πόνο, τα σημάδια που κάνει διαρκούν για μέρες, ίσως και βδομάδες, ειδικά αν η πλάτη είναι αδύναμη ή άτριχη. Η πλάτη του χτίστη όμως ήταν σαν χορταριασμένη πίστα αεροδρόμιου, τριχωτή, σφιχτή και μυώδης και η βιτσιά άφησε μια βαθειά χαρακιά, όλο καύλα!

Έριξα κι άλλη μία, κοιτάζοντας κλεφτά προς το μέρος των γεννητικών του οργάνων.

- Δε θα μου πέσει, είπε σαν να κατάλαβε ότι του θαύμαζα τον πούτσο, κάνε ότι θες, αλλά μην περιμένεις να μου πέσει.



Σε λίγο είχα σχεδόν κουραστεί εγώ! Η πλάτη του είχε σχεδόν ματώσει, έχοντας ξυπνήσει μου πια, βάρβαρα ένστικτα.

- Συνεχίζω χτίστη;

Περίμενα το καταφατικό μούγκρισμα, έπιασα το μαστίγιό μου και του το έφερα μπροστά στο πρόσωπό του.

- Αντέχεις;

Το κοίταξε και βγάζοντας τη γλώσσα του, το έγλυψε και με σκυμμένο το βλέμμα μου είπε λαχανιασμένα:



- Κλάσε μου τ’ αρχίδια επιτέλους.



Στις επόμενες στιγμές ανακάλυψα εκ νέου τον άγριο, αμετανόητο σαδιστικό μου εαυτό. Το μαστίγιο όργωσε κυριολεκτικά το δυνατό κορμί, σκάβοντας και κοκκινίζοντας άγρια κάθε πιθαμή. Αυστραλέζικο, με πολλές ψιλές πλεξούδες με μικρούς κόμπους στην άκρη, πραγματική δοκιμασία για ζώα, πόσο μάλλον για άνθρωπο. Επέμεινα ανελέητα κάτω από τις μασχάλες, στα πλευρά, στο εσωτερικό των μηρών, σχηματίζοντας κόκκινες χαρακιές και μαύρα στίγματα κι ο πούτσος του ότι πήγαινε να μαλακώσει λίγο και να γείρει κουρασμένος στυλωνόταν πάλι, μέσα στη σαν νεανική καύλα! Ήθελα να προχωρήσω κι άλλο…

- Γύρνα, είπα ιδρωμένα.

Κι έτσι όπως ήταν με τα χέρια ψηλά, κρεμασμένος από τις χειροπέδες και τον κρίκο, γύρισε, κι ένοιωσε το μαστίγιο αυτή τη φορά να του οργώνει τη κοιλιά και τα μπούτια. Η ανάσα του πια ήταν γρήγορη, πονούσε; αλλά το ήθελε απεγνωσμένα όλο αυτό που γινότανε, το χρειαζόταν, το απολάμβανε.

Τη πρώτη φορά που οι τσουχτερές άκρες τον βρήκαν πάνω στους όρχεις, ήταν που άκουσα τη φωνή του. Περίμενα λίγο να δω την αντίδρασή του κι έριξα κι άλλη, αυτή τη φορά πιο κεντραρισμένη, να πιάσει όλη τη περιοχή. Μ' ένα βαθύ βογγητό, σήκωσε το πόδι του να προφυλαχτεί, δείχνοντας το πρώτο σημάδι ενόχλησης…

- Είπες «ότι θέλω»!

Για πρώτη φορά με κοίταξε κατάματα.

Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα σιωπής μέχρι να κατεβάσει το πόδι του στη θέση που ήταν πριν και να μου παραδοθεί πάλι.

- 10 και τελειώσαμε, είπα.

Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.

- Αλλά θα στα λιώσω, συνέχισα.

- Κάνε ότι γουστάρεις, είπε.



Κάθε χτύπημα μου πια ήταν και μια βουτιά στην άβυσσο του σαδισμού για μένα… Σαν να ήθελα να αδειάσω απ’ τα υγρά τους τα γεμάτα αρχίδια με χτυπήματα, να τα λιώσω, να τα εκμηδενίσω, να γκρεμίσω με μίσος αυτό τον πύργο ηδονής, αυτό το μαύρο στυλιάρι που δεν καταλάβαινε τίποτα. Κι όμως, αγέρωχος και κατάσκληρος σαν με κορόιδευε αυτός ο πούτσος, σαν να με προκαλούσε να τον αρπάξω και τον ξεριζώσω με δύναμη από θυμό!

Κάπου στη μέση δε κρατήθηκα και του τον χάιδεψα, ήταν μούσκεμα, κολλούσε απ’ τον ιδρώτα και τα υγρά, μου γεννούσε πρωτόγνωρες σκέψεις.

Πήρα από τη σχισμή στη βάλανό του μια σταγόνα υγρό, κίτρινο και πηχτό.

«Να σε προσκυνήσω Θεέ πούτσε, σκέφτηκα, να σε προσκυνήσω, να μεταλάβω και να εξιλεωθώ!»

Τον ζήλευα τόσο για όλο αυτό που πέρναγε, ίσως και να μην μπορώ να περιγράψω με λόγια το πόσο θαύμαζα αυτόν τον άσχημο άντρα γι αυτή την όρεξη που είχε κι αυτή τη δύναμη που έκρυβε στο σώμα και στο μυαλό. Δεν του είπα τίποτα και τέλειωσα το σετ.

Έτρεμε πια, όταν κουρασμένος άφησα το μαστίγιό μου να πέσει χάμω.

Πήγα από μπροστά του κι άρχισα να γδύνομαι αργά, πλάτη.

- Πως είσαι; ρώτησα σιγά.

Άργησε να απαντήσει.

- Οκ!

Του κατέβασα τα χέρια από τον κρίκο και του έβγαλα τις χειροπέδες.

- Με μισείς;

Με κοίταξε τρίβοντας τους καρπούς του.

- Δεν ξέρω, κόμπιασε ειλικρινά.

- Είσαι σίγουρος; ρώτησα πάλι και συνέχισα να γδύνομαι και να τραβάω τζούρες από ένα τσιγάρο που είχα ανάψει κ να πίνω χοντρές γουλιές από ένα ποτήρι ουίσκι με τη καρδιά μου να χτυπάει μανιασμένα.

Δε μπορούσα να σκεφτώ καθαρά, ούτε ήμουν σίγουρος ότι ήθελα αυτό που θα του ζητούσα, αν θα του ζητούσα, αν θα του το διέταζα μάλλον, η σχισμάδα μου ήταν ήδη μούσκεμα, ήθελα να τον ανταμείψω; να με τιμωρήσει; να με ξεφτιλίσει; να τιμωρηθώ γι αυτά που ευχαριστιόμουν να του κάνω; να τιμωρηθώ για όλους και για τα πάντα;

- Δε ξέρω ρε φίλε, τι θες τώρα;

Πήγα στο κρεβάτι, γυμνός τελείως, με την ανάσα μου κομμένη από το καρδιοχτύπι, με το κώλο μου προς το μέρος, του, σίγουρος για το σώμα μου και τη καύλα που ήξερα πως  του προκαλούσα, κι έπεσα στα 4, τουρλοκωλιασμένος, σαν πουτανάκι.

- Να με γαμίσεις…









security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY