Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

ΚΑΘ' ΟΔΟΝ... (ΕΛΑΦΟΝΗΣΟΣ ΜΕ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟ - the prequel)






"Κατέβασέ τα"

Υπάκουα ο Χριστόφορος έλυσε τη πάνινη ζώνη, ξεκούμπωσε τη βερμούδα του και μαζί με το εσώρουχό του την κατέβασε μέχρι τα γόνατα. Το πέος του και μόνο από την εντολή που άκουσε ήταν ήδη περήφανα όρθιο και υπέροχα μεγάλο όπως πάντα. Κρατώντας σταθερά το τιμόνι με το δεξί μου χέρι, άπλωσα το αριστερό και του το' σφιξα δυνατά για μερικά δευτερόλεπτα . Ήταν κατάσκληρο κι έτσι που το' σφιγγα η κατακόκκινη βάλανος μαζεύοντας αίμα μεγάλωσε ακόμα περισσότερο παίρνοντας ένα ελαφρύ μελανό χρώμα.

                "Πάντα έτοιμος πουστράκι" του είπα, δήθεν αδιάφορα, χωρίς να αφήσω το βλέμμα μου από το δρόμο.

                Ήταν σχεδόν τέλος Σεπτέμβρη και πηγαίναμε Ελαφόνησο, μια τριήμερη εκδρομή που ήδη έχω θυμηθεί εδώ μερικές στιγμές της σε άλλες δημοσιεύσεις, μόλις φθινοπωρινοί, πολύ ερωτευμένοι, κι ακόμα περισσότερο καυλωμένοι!

                Κάπου γύρω στις 4 το απόγευμα, ο ήλιος είχε γείρει κι έμπαινε από το μπροστινό τζάμι του αμαξιού κι έκαιγε τα μπούτια μας και ίδρωνε τα ερεθισμένα μας μέλη.

                Του έριξα μια ελαφριά σφαλιάρα στους όρχεις με την ανάποδη του χεριού μου. Τινάχτηκε λίγο.

                "Πονέσαμε…"

                Χαμογέλασε.

                "Όχι Μάριε μου, καθόλου" ομολόγησε. "Ξαφνιάστηκα"

                Του έριξα άλλη μία λίγο δυνατότερη. Τινάχτηκε πάλι και πήγε να προφυλαχτεί με τα χέρια του.

                "Κάτω τα χέρια!" είπα αυστηρά. "Βάλτα κάτω απ' τα μπούτια σου! Αμέσως!"

                Υπάκουσε κι αμέσως του έριξα μια πολύ δυνατή πάνω στη ράχη του πέους. Άφησε να του φύγει ένας αναστεναγμός κι έγειρε το κεφάλι πίσω.

                "Μας αρέσει βλέπω"

                Ένας σπασμός τον ανατρίχιασε.

                "Ναι, Μάριέ μου"

                Ο δρόμος στην εθνική της Τρίπολης σε πολλά του σημεία είναι μια τέλεια ευθεία με πολύ απαλές στροφές. Κράτησα πάλι με το ένα χέρι το τιμόνι σταθερά και με το άλλο του χούφτωσα τους όρχεις. Ήταν τόσο μεγάλοι που σχεδόν δεν έκλεινε η γροθιά μου. Τους έσφιξα δυνατά, μια από τις πολλές αγαπημένες μου ασχολίες με αυτό το μέρος του κορμιού του πανέμορφου Χριστόφορου.

                "Δε σου έχω τυραννήσει τα μπαλάκια σου ακόμα πραγματικά, ε;" τον ρώτησα καθώς προσπαθούσε να δείξει όσο πιο άνετος γινόταν με το άβολο άγγιγμα μου.

                "Πως το εννοείς; Πολλές φορές μου έχει κάνει αυτό που κάνεις τώρα και μερικές φορές δυνατά, Μάριέ μου"

                Στιγμιαία τον έσφιξα τόσο σαν να ήθελα να του τα λιώσω. Το παιδί τινάχτηκε, αλλά τα χέρια του έμειναν κάτω από τα δυνατά του μπούτια.



                Στο δεκαήμερο που γνωριζόμασταν πολλές φορές είχα σκεφτεί πως και μια σφαλιάρα του ακόμα θα μπορούσε να με ρίξει χάμω. Τον είχα φέρει στα όρια του διάφορες φορές, αλλά υπέμεινε τα πάντα από μένα, ούτε μια φορά δεν είχε δυσανασχετήσει φανερά, κι από τη πείρα μου δε είχα καταλάβει ούτε ένα ίχνος θυμού. Ήταν τόσο πολύ όμορφος σκλάβος στη ψυχή και στο σώμα, καταλάβαινα όμως ότι τόσο τέλεια υποταγή δεν θα κρατούσε πολύ, κι ήθελα να γλεντήσουμε όσο γινόταν πιο έντονα

                "Αυτά ήταν χαδάκια αγόρι μου! Θα καταλάβεις σε λίγο τι εννοώ"



                Είχαμε πια βγει από την εθνική, και σε μια γνώριμή μου στροφή στο φιδωτό δρόμο που πάει για τη Σπάρτη, βγήκα από τη άσφαλτο και τράβηξα χειρόφρενο.

                "Κατέβα, πήγαινε 10 βήματα πριν από το αυτοκίνητο και στάσου όρθιος με τη πλάτη στο δρόμο"

                Χωρίς καμιά απορία, έπιασε να ανεβάσει τα ρούχα του.

                "'Έτσι όπως είσαι!", είπα έντονα.

                Γύρισε να με δει απορημένος.

                "Έτσι όπως είσαι" ξανάπα, "με τα βρακιά στα γόνατα"!

                "Μα …θα με δουν τα αυτοκίνητα που έρχονται"

                "Αυτό θέλω αγόρι μου! Να σε καμαρώσουν"

                "Μα, θα με κράξουν Μάριέ μου" είπε δειλά.

                "Και;", φώναξα. "Μήπως ντρέπεσαι θέλεις να μου πεις;"

                "Ναι…, μάλλον…, δε ξέρω…", είπε κ χαμήλωσε τα κεφάλι. "Μάλλον…"

                Έκανα πως θύμωσα.

                "Μήπως προτιμάς να σε παρατήσω τσιτσίδι εδώ και να πάω μόνος μου στο νησί; Δε κωλώνω καθόλου ξέρεις" του φώναξα ψέμματα.

                Μια ιδέα μόλις απρόθυμα το παιδί άνοιξε τη πόρτα.

                Μια πυκνή συστάδα δέντρων από τη δεξιά πλευρά του δρόμου, έκοβε τελείως τη θέα από το δρόμο, ιδανικό μέρος για παιχνίδι, ύπνο, τρέλες, οτιδήποτε.

                "Στο τρίτο κορνάρισμα, πήγαινε από κει", είπα και του έδειξα ένα μικρό πέρασμα ανάμεσα στα δέντρα, "γδύσου τελείως κ περίμενέ με"

                "Μετά το τρίτο τι;" Απόρησε.

                "Κάνε ότι σου λέω" 



                Τον χάζευα από τον καθρέφτη. Πότε με τα χέρια στη μέση, πότε σταυρωμένα στο στήθος, με κατεβασμένα τα ρούχα του, και με το πουλί χαλαρό πια, ίσως από ντροπή, περίμενε, ξέροντας ότι τον χάζευα. Αν δε φοβόμουν κανένα επεισόδιο με κανένα σεμνότυφο οδηγό, θα τον είχα ολόγυμνο, ή στα τέσσερα, ήδη όμως, ακόμα κι έτσι, ήταν παρακινδυνευμένη η όλη φάση. Λίγα λεπτά μετά, το πρώτο κορνάρισμα μ' έκανε να χαμογελάσω, κι εκείνον σίγουρα να κοκκινίσει. Το δεύτερο αυτοκίνητο, αρκέστηκε σ' ένα "ρεεεεε" που χάθηκε κι αυτό στο βάθος της στροφής. Μετά το τρίτο κορνάρισμα που μάλλον για τον Χριστόφορο φάνηκε αιώνας μέχρι να ηχήσει, σήκωσε τα ρούχα του και χάθηκε πίσω από τα δέντρα.

                Σε λίγο βγήκα κι εγώ, πήρα ένα σάκο πίσω από το κάθισμά μου, κλείδωσα και πήγα να τον βρω…





                Τον βρήκα ολόγυμνο, ντροπιασμένο, να περιμένει, με τα ρούχα του ένα κουβάρι παραδίπλα του. Η ξευτίλα, το ισχυρότερο όπλο κάμψης του ηθικού, είχε κάνει καλή δουλειά, ήταν ζωγραφισμένη τέλεια στο πρόσωπό του.

                Τον έσπρωξα ν' ακουμπήσει πάνω σ' ένα δέντρο πίσω του.

                "Πιάσε τα χέρια σου πίσω από τον κορμό, θέλω να νοιώθεις δεμένος" είπα και τον κοίταξα βαθειά στα μάτια και συνέχισα αυστηρά.

                "Δε θα σε δέσω, αλλά θα είσαι σαν δεμένος, θέλω να ΝΟΙΩΘΕΙΣ δεμένος" ξαναείπα και πλησίασα στο αυτί του.

                "Μη με απογοητεύσεις" ψιθύρισα.

               

Φόρεσα δυό πλαστικά γάντια μιας χρήσης που έβγαλα από το σάκο κι έριξα μια ματιά τριγύρω.

                Δε βρήκα αυτό που ήθελα.

                "Μη κουνηθείς μέχρι να γυρίσω, είσαι δεμένος τώρα" τόνισα πάλι και του έπιασα προειδοποιητικά τα δύο μεγάλα αρχίδια σφίγγοντας τα δυνατά.

"Επιστρέφω!"

                Δε χρειάστηκε να αφήσω από τα μάτια μου το υπέροχο ολόγυμνο θέαμα για πολύ, ακριβώς πίσω από το δέντρο, κοντά σε κάτι καλαμιές, βρήκα αυτό που χρειαζόμουν. Έκοψα 3-4 μακριά κλαδιά και ξανάρθα μπροστά του.

                "Ξέρεις τι είναι αυτό;" τον ρώτησα κι από το έντρομο βλέμμα του ήξερα ήδη την απάντηση.

                Έκλεισε τα μάτια του κ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.

               

"Ποιανού είσαι πουστράκι;"

"Δικός σου Μάριέ μου" απάντησε με ένα ανεπαίσθητο λαχάνιασμα.

Το όμορφο του όργανο, κατάσκληρο και καμαρωτό, είχε ήδη ιδρώσει όταν άρχισα να το χαϊδεύω με τις άκρες των φύλλων από τα κλαδιά που κρατούσα.

"Και τι σου κάνω;"

"Ότι θέλεις" είπε πνιγμένα περιμένοντας το τσούξιμο.

Δεν άργησε να έρθει. Συνέχισα το θανατηφόρο μου χάδι τρίβοντας τα κλαδιά από τη κορφή μέχρι τη βάση τους σ' όλη την επιφάνεια των όρχεων και του πέους και ηδονιζόμουνα από την αναμονή του πόνου που σε λίγο θα έβλεπα στα μάτια του.

"Ξέρεις πόσο μου αρέσει ότι σου κάνω πουστράκι;"

Έκοψα μερικά μεγάλα φύλλα και του τα έτριψα δυνατά στο κατακόκκινο πουλί και τα ζουμερούς όρχεις, ο ερεθισμός ήταν κάτι παραπάνω από έκδηλος…

"Ναι…, μάλλον…, Μάριέ μου…" ψέλλισε.

"Και τι σου κάνω;"

"Ότι θέλεις" είπε πάλι.



Η ύπουλη τσουκνίδα άρχισε να κάνει δουλειά, αργά και σταθερά.



"Ότι θέλω;" ρώτησα ανυπόμονα ο φριχτός σαδιστής.

"Ότι θέλεις" συσπάστηκε τρίβοντας τη μυώδη πλάτη και τους μαλακούς γλουτούς στον κορμό του δέντρου, ο πόνος που προκαλούσε στον εαυτό του έτσι ήταν μηδαμινός μπροστά στο αποτέλεσμα από τα δηλητηριώδη φύλλα. Ο κνησμός και το κάψιμο ήταν βασανιστικά, αντάξιά του!

Με το που τέλειωσε τη φράση του, ένας καταιγισμός από ελαφριά αλλά αποτελεσματικά χτυπήματα με τα κλαδιά προσγειώθηκε στο κορμό του πέους, χαμηλά στη κοιλιά και στα κατάλευκα μπούτια. Όποιο σημείο είχε απλά τσούξει ή τον έτρωγε, μετά από τον ερεθισμό από το χτύπημα, άνοιγε τους πόρους του και καλωσόριζε έναν έντονο, λυτρωτικό πόνο που έκανε τον Χριστόφορο να δαγκώνει τα χείλια του από αγωνία και καύλα και ηδονή. Τα σκληρά κλαδιά με τις άκρες από τα κομμένα φύλλα, έγδερναν ελαφρά το δέρμα που άγγιζαν, τόσο ώστε το κάψιμο να γίνεται αβάσταχτο, γλυκό, ανυπόφορο.

Αξιοθαύμαστος όμως για πολλοστή φορά, σκλάβος απόλυτος στη ψυχή, ούτε που σκέφτηκε πως στη πραγματικότητα ήταν λυτός κι ελεύθερος, αλλά λες και σαν μια αόρατη λεπτή πετονιά τού κρατούσε δεμένους τους καρπούς και τον έκανε ανήμπορο να αντισταθεί στα τσουχτερά χτυπήματα.

Έριξα μερικές και στο στήθος, κοντά στις θηλές κι έκανα λίγα βήματα πίσω να θαυμάσω.

Το τσούξιμο, η φαγούρα κι ο πόνος που ένοιωθε τον έκανε να σπαρταράει πάνω στο κορμό. Οι φλέβες του λαιμού είχαν φουσκώσει και τα δάχτυλα των ποδιών μαζεύονταν και άνοιγαν συνέχεια. Κόκκινα σημάδια και ροδαλές λεπτές γραμμές με διάσπαρτες άσπρες κηλίδες κάλυψαν και το πλατύ στήθος του σε λίγα λεπτά. Ένιωθα ερεθισμένος όσο δε παίρνει, το πρωτόγνωρο θέαμα με τρέλαινε, ήθελα να χιμήξω πάνω του και να τον γλείψω πατόκορφα, να μπω μέσα του από κάθε τρύπα του κορμιού του συγχρόνως.



"Άνοιξε τα πόδια σου" διέταξα, και λες και δε μου έφτανε το μαρτύριο που ήδη τραβούσε, τον πλησίασα ξανά κι έλυσα τη ζώνη μου.

Του έβαλα ένα σβώλο από τσαλακωμένα φύλλα ανάμεσα στα πόδια και με τη ζώνη μου του έδεσα σφιχτά τα μπούτια.

"Πήγαινε μια βόλτα τώρα να με καυλώσεις" είπα και κάθισα χάμω, πιο κουρασμένος από εκείνον. "Στα τέσσερα, σαν πουστόσκυλο!"

Υπάκουα, με το πρόσωπο να έχει αλλάξει από τους μορφασμούς του πόνου, πήγε με αργά βήματα να κάνει όπως του είπα προσφέροντάς μου το γυμνό θέαμα των γλουτών του για άλλη μια φορά. Φανταζόμουνα ότι δεν ήξερε από ποιόν πόνο να προστατευτεί, από το τσούξιμο στους όρχεις; το κάψιμο ανάμεσα στα μπούτια; ή το σούρσιμο πάνω στο χώμα και τις πέτρες με τα γόνατα;



Ήθελα κι άλλο…;



Έπιασα ένα κλαδί από δίπλα μου και το πέταξα μερικά μέτρα πιο μπροστά του.

"Φέρτο μου με το στόμα πουστόσκυλο!"

Πειθήνια, σε λιγότερο από μισό λεπτό, το κλαδάκι ήταν στα πόδια μου.

Δε πίστευα στα μάτια μου! Τέλειος σκλάβος, άντρας σκυλί!

Το ξαναπέταξα.

"Πάλι" διέταξα.

Γι άλλη μια φορά, ένας λαχανιασμένος, ιδρωμένος και ταλαιπωρημένος Χριστόφορος, άφησε με τα δόντια του το κλαδί κοντά μου.

Το παιχνίδι συνεχίστηκε για καμιά 10αριά φορές.

"Ορίστε Μάριέ μου" είπε την τελευταία, τρέμοντας, καταϊδρωμένος από τη ζέστη και τον ερεθισμό και πονώντας πια αφόρητα από το τσούξιμο ανάμεσα στα μπούτια και τα όργανά του κι απ' το πόνο στα γόνατά του.

Σηκώθηκα και τον τράβηξα να σηκωθεί κι εκείνον.

Έχωσα το ένα μου χέρι ανάμεσα στις τσουκνίδες και στα ιδρωμένα μπούτια για να τον πληγιάσω κι άλλο, και με το άλλο χούφτωσα το ταλαιπωρημένο του ματσούκι στη χούφτα μου κι έφτυσα πλούσια τη βάλανό του.

Του την έτριβα αργά και βασανιστικά με τον αντίχειρα, προσπαθούσε να δώσει ώθηση με τους γλουτούς του, να βάλει τέλος στο μαρτύριο συντομότερα, αλλά το τσούξιμο από τα φύλλα στο εσωτερικό των μηρών τον σταματούσε…

               

                Δεν άντεξε όμως πολύ, όπως πάντα.

"Αχ, Μάριέ μου, τελειώνω, θέλεις να σε ταΐσω;" είπε υπακούοντας σε μια εντολή που ίσχυε μόνο για εκείνον, και σε δευτερόλεπτα πλημμύρισε το στόμα μου, τα χείλια μου και το σαγόνι τα ζουμιά του 22χρονου ήρωά μου.



Του έλυσα τη ζώνη μου να ανασάνει από το σφίξιμό της και αμέσως άρχισα να του αλείφω όλες τις ερεθισμένες περιοχές με θαυματουργή bepanthol, που μέσα σε δευτερόλεπτα έκανε το θαύμα της! Τα σφιχτά κλεισμένα μάτια του αγοριού πρόδωσαν την ανακούφισή του.



Λίγο αργότερα, μεθυσμένοι ήδη από έρωτα και καύλα, άνοιγα ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί που μαζί με δυό κολονάτα ποτήρια έβγαλα από το σάκο μου για να μεθύσουμε και πραγματικά.

"Είσαι απίστευτος" είπε ο Χριστόφορος, ξεβράκωτος ακόμα, καθισμένος πάνω στα ρούχα του, πασαλειμμένος με άσπρη κρέμα στα πουλιά, στα μπούτια και στο στήθος.

"Θα περάσει σύντομα" του είπα τρυφερά και του χάιδεψα με την άκρη του δάχτυλού μου την ερεθισμένη του ρώγα.

"Ήδη πέρασε" είπε ψέματα.

Κράτησα τον φελλό από το μπουκάλι επιδεικτικά.

"Μ' αυτόν τι θα κάνουμε; Θέλω να πάρει ανάσα το κρασί και δεν κάνει να τον ακουμπήσω κάτω, θα λερωθεί" είπα με νόημα.

Μου έριξε μια ματιά και κατάλαβε. Χαμογελώντας, ανασήκωσε τους γλουτούς του, και γυρνώντας τους προς το μέρος μου τους άνοιξε τόσο όσο να φανεί η ροδαλή τρυπούλα.

"Χαλάρωσε" είπα χαϊδεύοντας τη, "'άστη να μου ανοίξει μόνη της".

Έτριψα απαλά με ένα σαλιωμένο δάχτυλο τη σχισμή στο κάτω μέρος της κ σε λίγο μια μικρή μαύρη τρυπούλα έκανε την εμφάνισή της.

"Χαλάρωσε μικρό μου, θέλω να δω το αντεράκι σου" είπα σιγανά με προσμονή.

Κι όντως, χαλάρωσε το αγόρι, άδειασε τα πνευμόνια του τελείως και φάνηκε να παίρνει αέρα η σουφρίτσα του και να ανοίγει, και να φαίνεται το ροδαλό δέρμα από μέσα.

Με μια κίνηση, ικανοποιώντας μια παμπάλαια φαντασίωσή μου, εφάρμοσα το φελλό στο άνοιγμα που σχηματίστηκε και τον έσπρωξα μέσα.

"Είσαι απίστευτος" ξανάπε το παιδί γυρνώντας στη προηγούμενη του θέση, νιώθοντας να κάθεται πάνω στο φελλό.

"Γεια μας" του έτεινα ένα μισογεμάτο ποτήρι κρασί.

Τσούγγρισε κ πλησίασε το στόμα του στ' αυτί μου.

"Τέλεια", ψιθύρισε.



"Και για μένα είναι τέλεια" σκέφτηκα, "αλλά δε πρόκειται να το ακούσεις ποτέ!"

Έτσι όπως καθόμουνα, ξεκουμπώθηκα κι έβγαλα το όργανό μου έξω απ' τη φαρδιά βερμούδα.

"Πάρτον στο στόμα σου και μην τον αφήσεις αν δεν χύσω και τη τελευταία σταγόνα" είπα, ήπια μια γερή γουλιά από το ποτήρι μου και στηρίχτηκα στους αγκώνες μου να χαζέψω το θέαμα.

Το κουρασμένο αγόρι έπιασε πάλι δουλειά, θα ταλαιπωριόταν τουλάχιστον κανένα τέταρτο.

Έγειρα πίσω, μισοκλείνοντας τα μάτια απ' τον ήλιο που' παιζε κρυφτό πίσω απ' το πυκνό φύλλωμα του δέντρου από πάνω μας.

"Τσιμπουκόσκυλο!" είπα μέσα απ' τα δόντια μου κι αφέθηκα στο σφίξιμο των χειλιών του.

Πασάς, θεός…
 




security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY