Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2011

LA VOIX DEDANS 00563 – 887 / 023



Ένιωθε ότι ξύπναγε σιγά-σιγά, δεν άνοιξε τα μάτια του όμως, του άρεσε αυτή η μουροχαυλίαση που ένιωθε. Κάπου απ' το βάθος άκουσε τη φωνή του…
- Για να δούμε τι έχεις να μας δείξεις σήμερα.
- Νυστάζω, βαριέμαι, λίγο μετά;
- Τώρα!
- …
- ΤΩΡΑ!
- Τι θέλεις να κάνω;
- Ξεσκεπάσου αργά, σύρε το σεντόνι έτσι όπως ξέρεις πως μ' αρέσει μέχρι χαμηλά στα μπούτια σου και δείξε μού τη.


Ήξερε ότι κοιμόταν σχεδόν πάντα ολόγυμνος. Μια ιδέα απρόθυμα αλλά καυλωμένος, έκανε όπως του είπε. Έκανε κρύο μέσα στη κάμαρα κι ανατρίχιασε έτσι όπως το σεντόνι αποκάλυψε το κώλο του. Με αργές κινήσεις χούφτωσε τα κωλομάγουλα του και τα τράβηξε να ανοίξουν καλά, κι άνοιξε τη νυσταγμένη τρύπα με δυο δάχτυλα, χαϊδεύοντάς τη βαθειά με τον παράμεσο, σκαλίζοντας γλυκά τη λεία επιφάνεια του εντέρου.


Ο πούτσος του έτσι σκλήρυνε πια για τα καλά.


- Σ' αρέσει έτσι όπως στην ανοίγω;
- Σήκω, πάρε το γκλομπ απ' το ντουλάπι, πήγαινε στο σαλόνι, στήσου στο καθρέφτη και βάρα το κώλο σου μέχρι να μη μπορείς άλλο.


Το έκανε.
Έτσι ακριβώς όπως του είπε.
Έσκυψε, όχι πολύ, τόσο ώστε να βλέπει τα κωλομέρια του μισάνοιχτα και τους βάρεσε κάπου 16 φορές με το σκληρό καουτσουκένιο γκλομπ χωρίς να σταματήσει στιγμή, με λύσσα.
Πόνεσε, αλλά το έκανε μέχρι που κοκκίνισε για τα καλά.
Έκανε κρύο κι ήταν γυμνός.


- Πήγαινε πάλι στη κρεβατοκάμαρα, ντύσου, αλλά άσε κατεβασμένη τη φόρμα να βλέπω το κώλο σου και πριν πας στη κουζίνα να βάλεις νερό για καφέ, ρίχτου άλλες τόσες.


Το έκανε κι αυτό.
Ο κώλος του είχε πυρώσει. Όσο γέμιζε τη καφετιέρα με νερό απ' τη βρύση τον χάιδεψε κι έκαιγε.


- Πήγαινε γι άλλες τόσες πάλι


Υπάκουσε ξανά.
Άρχισαν να σχηματίζονται μελανιές πια στα κάτασπρα κωλομάγουλα κι ο πόνος δεν αντέχονταν. Έσφιγγε τα δόντια και βάραγε. Ήταν πολύ καυλωμένος.
Λύγισε χωρίς να πάρει καμία εντολή μπροστά στο καθρέφτη, με το ένα χέρι τράβηξε το ένα κωλομέρι να φαίνεται καλά η τριχωτή τρύπα, με το άλλο εφάρμοσε την άκρη του γκλομπ στο άνοιγμά της και πήρε τον έλεγχο στα χέρια του.
- Αυτό δε θέλεις εδώ και ώρα; Πάρτο λοιπόν, είπε δυνατά.


Και με μια απότομη κίνηση έχωσε το γκλομπ απότομα κι όσο πιο βαθειά πήγαινε, το στριφογύρισε με μερικά οχτάρια να το νοιώσει μέσα το έντερο του να ξεχειλώνει κι έπαιξε μαλακία με μανία. Γύρναγε κι έβλεπε το είδωλό του όρθιο στο καθρέφτη, με το μακρύ μπαστούνι ανάμεσα στα μπούτια και τα έσφιγγε και τρελαινόταν.


Γονάτισε κι άδειασε τη πρωινή του κατουρόκαυλα λυτρωτικά μπροστά στο καθρέφτη πάνω στο ξύλινο πάτωμα, οι σπασμοί του οργασμού του έκαναν τη σούφρα του να ανοιγοκλείνει και να σφίγγει το μαύρο γκλομπ κι έτσι όπως το είχε ακόμα σφηνωμένο στο κώλο, γονάτισε κι έγλυψε τα χύσια του από χάμω σαν σκυλί να μη μείνει σταγόνα και θυμώσει, και που και που κοιτιόταν στο καθρέφτη να τον θαυμάσει έτσι όπως ήταν υπάκουος και βρωμιάρης με τα χύσια στο σαγόνι και με το μαύρο στυλιάρι να ξεφυτρώνει από τη τρύπα του σα λάβαρο, σαν παράξενο τρόπαιο νίκης.


security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY