Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

ΕΛΑΦΟΝΗΣΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟ 03








Σ' όλη τη διάρκεια της επιστροφής από τη στιγμή που φτιάξαμε τους σάκους μας στη παραλία μέχρι που μπήκαμε στο δωμάτιο που είχαμε νοικιάσει για εκείνο το τριήμερο και τους ακουμπήσαμε δίπλα στη πόρτα, οι κουβέντες που ανταλλάξαμε ήταν ελάχιστες. Δεν είναι δα και μεγάλη απόσταση από τη παραλία του Σίμου μέχρι τον οικισμό με το αμάξι, αλλά αν εμένα μου φάνηκε μεγάλη λόγω της σιωπής, σίγουρα στον όμορφο Χριστόφορο φάνηκε αιώνας. Και τα είχε πάει τόσο καλά…
Μου είχε γλύψει τέλεια τα πόδια καθαρίζοντας τα από τις άμμους, πράγμα πολύ δυσκολότερο απ' όσο φανταζόμουν τη στιγμή που του είπα να το κάνει, χρειάστηκε να ξεπλύνει αρκετές φορές το στόμα του με νερό και σίγουρα θα τον ενοχλούσαν κάποιοι κόκκοι ανάμεσα στα δόντια και τα ούλα ή κολλημένοι στον ουρανίσκο, άσχετα με τη φράση που του πέταξα καθώς ντυνόμασταν για να φύγουμε από τη παραλία
"Μη τυχόν σου κάνω τη χάρη να φιλήσω το βρομόστομα σου αργότερα και νοιώσω κανένα κόκκο άμμο, θα φας ανάποδη που θα σωριαστείς χάμω, κλαψομουνάκι".
Γιατί του φερόμουνα έτσι; Είχε κάνει τόσο καλή δουλειά. Μου καθάρισε τα πόδια, μου τα ξέπλυνε με γλυκό νερό, μου τα στέγνωσε και μου φόρεσε τις κάλτσες τόσο απαλά που μου ερχόταν να του αρπάξω το πρόσωπο και να το φάω με φιλιά. Και αντί για αυτό, βρισίδι, ξευτίλα και σιωπή, μόνο τιμωρία, σ' ένα παιδί κυριολεκτικό λουλούδι, που αξίζει και πάλι μια σύντομη περιγραφή: 22 χρόνων παλίκαρος, με κατάμαυρα μαλλιά και κάτασπρο αψεγάδιαστο δέρμα, 189 ύψος, με τέλειο φυσικά άτριχο γυμνασμένο κορμί, ειδικά από τη μέση και πάνω, με μικροκαμωμένο, πλαδαρούτσικο πισινό και με πολύ ιδιαίτερα όμορφο πρόσωπο, με τεράστια μάτια και πολύ σαρκώδη χείλια. Κι εγώ αυτού του λουλουδιού τού φερόμουν σαν σκουπίδι. Εντάξει, άρεσε και στους δυό μας έτσι, αλλά τόσες φορές που είχα παρατραβήξει το σχοινί και τον είχα φέρει στα όρια του, η καταιγίδα δεν θα αργούσε να έρθει.
Ένα "δε βαριέσαι" πήγα να σκεφτώ, παρ' όλο που ανάμεσα από ενοχές και πισωγυρίσματα ήμουν σίγουρος για τις πράξεις και τις αποφάσεις μου εκείνη τη στιγμή. "Είναι σκλάβος στη ψυχή και στο σώμα, και γουστάρει ότι συμβαίνει. Στο κάτω-κατω αν δεν γούσταρε θα την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια" έλεγα από μέσα μου όσο οδηγούσα προς τον οικισμό και τον ένοιωθα δίπλα μου σιωπηλό να εκλιπαρεί για μια καλή κουβέντα.

Πόσο δικαιώθηκα όταν κάπου έξι χρόνια μετά, που αφού διάβασε εδώ μια μας ιστορία μού έστειλε το ακόλουθο μήνυμα: "θυμάσαι κάθε λεπτομέρεια από τότε, ήθελα να σου πω ότι κι εγώ θυμάμαι πολύ γλυκά εκείνη την εποχή και ότι είχες δίκιο για πολλά πράγματα τότε. Σε φιλώ και να είσαι καλά". Ο γλυκός μου άγγελος…
               
Πήγε να με χαϊδέψει στο μπούτι κάποια στιγμή αλλά του πέταξα το χέρι τόσο απότομα που χτύπησε την ανάποδή του στη πόρτα του αυτοκινήτου.
"Κοντά τα χέρια σου!" είπα με νόημα χωρίς να τον κοιτάξω. "Θα τα πούμε στο δωμάτιο!"
Κόμπιασε.
"Γιατί έτσι Μάριέ μου;"
"Γιατί λατρεύω το χώμα που πατάς αγόρι μου" σκέφτηκα, "γιατί σε θαυμάζω απ'  τις παρανυχίδες των ποδιών σου μέχρι τις μπούκλες των μαλλιών σου, για την υπομονή σου, το θάρρος σου, την αντοχή σου και τη λατρεία σου σε μένα κι ότι σου κάνω και δε ξέρω με ποιο τρόπο να σου τα δείξω όλα αυτά".
"Γιατί είσαι μια κλαψομούνα που με εκνεύρισε όσο τίποτε άλλο κι αν ξαναμιλήσεις μέχρι να σου πω εγώ, θα σε παρατήσω εδώ ξυπόλητο να γυρίσεις με τα πόδια" του είπα σοβαρά.
Και παίρνοντας την τελευταία στροφή πριν τη πόλη, έξω από το μικρό κοιμητήριο της Ελαφονήσου, βλέποντας ένα μικρό κτίσμα σαν φυλάκιο πάνω στο δρόμο, κατέβασε ιδέες το ανεξάντλητο μυαλό μου για την επόμενη βραδιά, αν φυσικά όλα πήγαιναν καλά μέχρι τότε. "Ξύλο στο ύπαιθρο μικρέ μου, γερό ζώνιασμα στο ύπαιθρο, νύχτα". Ερεθίστηκα και μόνο στη σκέψη της φάσης. Να πάμε βόλτα με τα πόδια μέχρι εκεί, κι έτσι στο άσχετο, να τον πάω πίσω από το ερείπιο, να του τα κατεβάσω και κρατώντας τον κόντρα στο τοίχο με το ένα χέρι, με το άλλο να τον σαπίσω με τη δερμάτινή μου ζώνη, από τις κουτάλες στη μέση του μέχρι τα μπούτια χαμηλά, να κάψει η σάρκα, να πυρώσει, μέχρι να με παρακαλάει να σταματήσω, κι ακόμα και τότε να φάει τέσσερεις ακόμα, τις πιο δυνατές. Και καπάκι να αδειάσω μέσα στο στόμα του μετά από ένα άγριο καρφωματάκι στο λαρύγγι του. Κι όλα αυτά βλέποντας απέναντι να τρεμοπαίζουν τα φώτα της Νεάπολης.
Σούπερ!
Ηδονίστηκα τόσο πολύ απ' την ιδέα μου που αργά το ίδιο βράδυ θα τον γλύκαινα τόσο που αποκλειόταν να μου κρατούσε τυχόν μούτρα αύριο. Θα ξυπνούσε να με λατρεύει και να μ' αγαπά και το βράδυ θα γινόταν πάλι ο πούστης μου, ο έτοιμος για όλα. "Υπομονή Μάριέ μου, κάνε λίγο σκόντο στα νεύρα σου, γλύκανε το πουστράκι σου το βράδυ κι αύριο το πρωί μέχρι το απόγευμα, και το βράδυ βγάλε πάλι τον άλλο σου εαυτό, δείρε τον κι εξευτέλισε τον, του αρέσει, σου αρέσει, κάνε λίγο κράτει τώρα για να έχεις και μετά…" πονηρές, μαύρες σκέψεις, ειλικρινείς κι υστερόβουλες κι επαίσχυντες, δικές μου!

"Πήγαινε στο μπάνιο και φτιάξε μου το νερό, θέλω να με λούσεις" είπα κι έκλεισα τη πόρτα του δωματίου.
Μεγάλο, ευρύχωρο δωμάτιο στην νότια άκρη του οικισμού, στον τρίτο όροφο και με ιδιωτικό μπαλκονάκι να βλέπει τη παραλία, μόνοι μας σ' όλο το κτήριο λόγω προχωρημένης εποχής, μπαινοβγαίναμε ολόγυμνοι και δεν έπαιρνε είδηση κανείς.
Σχεδόν χαρούμενος ο μικρός μου γδύθηκε τελείως υπακούοντας σ' έναν από τους πρώτους κανόνες που του είχα μάθει κ πήγε προς το μπάνιο.
"Για μια στιγμή" τον σταμάτησα, "να σε δω λίγο".
Σταμάτησε με σκυμμένο κεφάλι.
"Ναι Μάριέ μου;"
"Τα σημάδια στο κώλο σου δε φαίνονται πια, το ξέρεις; Ξεθυμάνανε".
Δε χρειαζόταν να πω τίποτα άλλο. Με μια αδιόρατη δυσφορία και με κρεμασμένους τους ώμους, αλλά υπάκουα, πήρε τη δερμάτινη βίτσα από τη βαλίτσα μου, ανέβηκε στο κρεβάτι, στήθηκε στα 4, ακούμπησε τη βίτσα στη μέση του και περίμενε.
Με την ησυχία μου, θαυμάζοντας το θέαμα κι απολαμβάνοντας τη παντοδυναμία μου πάνω του, πήρα ένα μπουκάλι κρασί από το ψυγείο και κατέβασα δυό γερές γουλιές. Μετά πλησίασα το κρεβάτι και χαϊδεύοντας του ελαφρά με την ανάστροφη του χεριού μου τις τριχούλες της μέσης του, σήκωσα τη βίτσα.
"Σε θέλω καυλωμένο όσο με κάνεις μπάνιο, να ξέρω ότι σου αρέσει ότι κάνεις" είπα και με την άκρη της βίτσας του χτύπησα ελαφριά τους βαρείς, γεμάτους όρχεις.
Ούτε αυτό χρειαζόταν να το πω, το τεράστιο όργανο του παιδιού, με τους όρχεις στιβαρούς κι έτοιμους να εκραγούν από τη ολοήμερη απαγόρευση εκσπερμάτωσης ήταν πιο σκληρό κι από τα κάγκελα του σιδερένιου κρεβατιού.
"Μα μου αρέσει, πολύ, έτσι κι αλλιώς"
"Κατά τη γνώμη μου ο μόνος τρόπος να είσαι καυλωμένος, είναι κάθε τόσο να τρως λίγο ξύλο σαν καλός πούστης που είσαι, κάνω λάθος μήπως;"
"Όχι Μάριέ μου, δεν κάνεις καθόλου λάθος" είπε το παιδί κατεβάζοντας το κεφάλι, ξέροντας ότι αυτό ήθελα να ακούσω.
Κι αμέσως έσφιξε τα μπούτια και τις γροθιές του και δέχτηκε αδιαμαρτύρητα έξι δυνατές βιτσιές που κοκκίνισαν αμέσως τους κάτασπρους γλουτούς.
"Θέλω να είμαι σίγουρος" είπα κι έτσι όπως ήταν στημένος με τη σχισμάδα του σε πλήρη θέα, τσίμπησα το δέρμα και τραβώντας το τού εφάρμοσα ένα σιδερένιο μανταλάκι στο περίνεο, λίγο πιο κάτω από το πρωκτό.
"Πονάει;"
"Ναι Μάριέ μου"
"Έτσι σου πρέπει! Τσακίσου στο μπάνιο τώρα, φτιάξε μου το νερό μέχρι να γδυθώ" είπα κι άρχισα να γδύνομαι βλέποντας το υπέροχο καυλωμένο κορμί να σηκώνεται μια ιδέα νωχελικά από το κρεβάτι και να πηγαίνει αργά με τα ολόφρεσκα σημάδια του εκεί που τον διέταξα.
                Σε λίγο έμπαινα κι εγώ στο μπάνιο. Δεν είχε μπανιέρα, μια απλή ντουζιέρα χωρίς καν πηχάκι στο πάτωμα, ούτε καν με κουρτίνα, αλλά με πολύ καλό λευκό πλακάκι και πολύ καλή ρύση. Ο Χριστόφορος με περίμενε όρθιος με το τηλέφωνο του ντους στο χέρι. Δοκίμασα το νερό που έτρεχε, όντως ήταν σε καλή θερμοκρασία.
Σκέφτηκα άλλη μια μικρή δοκιμασία για τον όμορφο μου σκλάβο.
"Ξάπλωσε χάμω, θέλω να κατουρήσω" του είπα κι έβαλα το τηλέφωνο του ντους στη θέση του.
Έκπληκτος ο μικρός, κοίταξε μια εμένα, μια τη τουαλέτα, απορημένος.
"Έχεις καμία αντίρρηση πουστράκι";
Δεν του είχα ξανακάνει κάτι τέτοιο, ούτε το είχαμε συζητήσει ποτέ σαν πιθανότητα.
"Δε… δε ξέρω…"
"Ξεράδια!" είπα αυστηρά. "Κάνε ότι σου λέω και μόκο! Χάρη σου κάνω!"
Μόλις που κρατιόμουνα, με το που ξάπλωσε δισταχτικά πάνω στα δροσερά πλακάκια, ένας δυνατός χείμαρρος αλμυρά κατακίτρινα ούρα άρχισε να του ξεπλένει από την αλμύρα της θάλασσας όλο του το κορμί.
"Χάρη σου κάνω!"
"Ευχαριστώ Μάριε μου" είπε το παιδί, ξαφνιασμένο από τη πρωτόγνωρη καύλα.
Τον ουρούσα για ώρα, από τα μαλλιά μέχρι το άνοιγμα των γλουτών "άνοιξε τα μπούτια σου" εκεί που του είχα βάλει το μανταλάκι, με δύναμη, οι πιτσιλιές είχαν πάει παντού, η μεθυστική ξινίλα είχε κυριέψει όλο το χώρο κι ένα στενό κίτρινο ρυάκι πήγαινε προς την μικρή σχάρα της αποχέτευσης στη μέση του δωματίου. Τον ήθελα μπρούμυτα, δεν ήθελα να τα πιει, μου άρεσε η ιδέα αυτού που έκανα περισσότερο παρά η πράξη αυτή καθ' εαυτή. Και το έκανα για ώρα, τα κρατούσα για αυτό το λόγο. Όταν μισοτέλειωσα του σήκωσα το κεφάλι από τα μαλλιά και τον κόλλησα στο όργανό μου.
"Μετάλαβε πούστρα" είπα και με μερικά τινάγματα του χάρισα τις τελευταίες αλμυρές σταγόνες.

Και μετά μ' έκανε μπάνιο…
               
Όσο απαλότερα και στοργικότερα μπορούσε και με όση περισσότερη λατρεία για το σώμα μου, με έβρεξε ολόκληρο με υπέροχη θερμοκρασία νερού, με σαπούνισε και με έτριψε σα χάδι, παντού, από το κεφάλι και τους ώμους μέχρι τις πατούσες, σήκωσα τα χέρια να μου σαπουνίσει τις μασχάλες, άνοιξα τα πόδια να πλύνει όλη τη λατρεμένη του περιοχή μπροστά και πίσω, το κάθε κωλομέρι μου ξεχωριστά και διαφορετικά, ανάμεσα από τα δάχτυλα των ποδιών με προσοχή και υπομονή και λεπτομέρεια, με φροντίδα το μισοερεθισμένο πέος και τους ακριβούς μας όρχεις, με τα δάχτυλα του μέσα στα αυτιά, γονάτισα και με έλουσε κι έχωσε τα χέρια του λυτρωτικά μέσα στα μαλλιά μου, μου έκανε απαλό μασάζ με τις άκρες των δαχτύλων στις ρίζες και στο σβέρκο με τη σαπουνάδα κι όλη την ώρα το μανταλάκι να τον τυραννάει γλυκά, ειδικά όταν έσκυβε και τεντωνόταν το δέρμα στο περίνεο κι ο πούτσος του να καμαρώνει συνέχεια, αλμυρός ακόμα, μη χορταίνοντας καύλα να πλένει τον Μάριό του…

Και με σκούπισε μετά, στέγνωσε κάθε υγρή πτυχή του κορμιού μου στοργικά, μου φόρεσε ένα καθαρό σλιπάκι, μου έφερε ένα ποτήρι κρύο λευκό κρασί κι ένα σκαμπό και μπήκε εκείνος στο χώρο του ντους τώρα, να χαζέψω τελείως, ήξερε ότι μου άρεσε να τον βλέπω να πλένεται, να τον βλέπω να ξαλμυρίζεται από τη θάλασσα και τα κάτουρα μου, να σαπουνίζει όλες του τις μικρές ηδονικές γωνιές, να πίνω κρασί, να λούζεται, να καυλώνω, να ξεπλένει τον αφρό και να θέλω να του χιμήξω, να τον αγαπήσω και να γίνω δικός του για μια ζωή…

Όταν το βράδυ γυρίσαμε στο δωμάτιο, μετά από φαγητό στη ταβέρνα των Μεντήδων πάνω στο κύμα και μετά από 2 κοκτέιλ ο καθένας στο all-day bar των παιδιών από τη Θεσσαλονίκη ακριβώς δίπλα, μπροστά από το εκκλησάκι, βγήκαμε στο μπαλκόνι και χώθηκα στην αγκαλιά του, και σε δευτερόλεπτα ένιωσα το τεράστιό του όργανο ανάμεσά μας να κοντεύει να σκίσει το εφαρμοστό του τζιν.
"Θέλω να μπω μέσα σου" του ψιθύρισα ανάμεσα από φιλιά κι σάλια να τον τρελάνω.
"Ότι θέλεις Μάριέ μου"
"Θέλω να σε πάρω τρυφερά, όχι όπως σ' έπαιρνα μέχρι τώρα, να σε κάνω δικό μου και να το νιώσεις".
"Πάντα νιώθω δικός σου Μάριέ μου, ότι και να μου κάνεις".
"Απόψε θα καταλάβεις πόσο πολύ δικός μου μπορείς να γίνεις"
"Ναι.." απάντησε βραχνιασμένα.
Έβαλα τα χέρια μου μέσα στο παντελόνι του και του άνοιξα τρυφερά τους γλουτούς, τόσο όσο να φτάσω με την άκρη του δάχτυλού μου τη τρυπούλα του.
"Να σε γαμήσω όπως δεν σ' έχει γαμήσει κανένας ποτέ…" του είπα πρόστυχα αλλά και τρυφερά κι ένιωσα τη τρυπούλα να ανοιγοκλείνει.
"…αγοράκι μου όμορφο" του ψιθύρισα και τον αποτέλειωσα.
               
Και τον πήγα μεθυσμένο από έρωτα στο κρεβάτι κι από τη καύλα μας ούτε θυμάμαι ποιός έγδυσε ποιόν και που έπεσαν σλιπάκια και μπλουζάκια και βερμούδες, πότε προσκύνησα γλυκαίνοντας με τα σάλια μου και τα φιλιά μου τη κόκκινή του σούφρα, πότε έβαλα προφυλακτικό, πότε ακούμπησα με το πουτσοκέφαλό μου τη τρυπούλα που μόνο βίαζα μέχρι τότε, πόση πολλή ώρα έκανα να μπω τελείως μέσα του, βαθειά του, τόσο αργά και γλυκά κι απαλά που δεν το πίστευε, δε το πίστευα ούτε εγώ, τη ζεστασιά που νοιώθαμε, τη πληρότητα, τη καύλα, την ασφάλεια, πως κουνούσα τη μέση μου τόσο ανεπαίσθητα σαν να μη θέλω να τελειώσει, αγκαλιάζοντας του το στήθος, φιλώντας του το σβέρκο, πότε του είπα να με ειδοποιήσει αν τελείωνε, κι όταν το έκανε, πόσο γρήγορα αλλά προσεκτικά βγήκα από μέσα του, αναπλήρωσα το κενό του με 2-3 μου δάχτυλα, τον αγκάλιασα απ' τους γλουτούς, άνοιξα το στόμα μου λαίμαργα μπροστά στη μελανιά βάλανο και πλημύρισα καύλα μιας ολόκληρης μέρας, μετά από βασανιστικά σφιξίματα και τραβήγματα στ' αρχίδια, μανταλάκια στη βάλανο, χτυπήματα στη ράχη της πούτσας, καύλα, καύλα, καύλα που βρήκε διέξοδο επιτέλους, με ορμή, νέκταρ 22χρονου, βανίλια με κρέμα και ζάχαρη, και δε το πίστευε "τάισε με τη ψωλάρα σου πουστράκι μου", και δεν το πίστευα "σε ταΐζω τα χύσια μου άντρα μου" και πότε αμέσως κοιμηθήκαμε ολόγλυκα, ήρεμα, ερωτευμένοι όσο κανείς άλλος στην Ελαφόνησο εκείνου του Σεπτέμβρη.
Αύριο θα συνεχιζόταν η κατάβαση στη κόλαση, ας κοιμόμασταν λίγο με όνειρα γλυκά σ' ένα μικρό δροσερό παράδεισο.

security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY