Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

ΠΟΝΟΣ...!




Τον φανταζόμουνα να γδύνεται και να τακτοποιεί τα ρούχα του παραδίπλα. Αν και ήμουν στο διπλανό δωμάτιο και μας χώριζε μια συρόμενη πόρτα που είχα μισάνοιχτη, μύριζα κιόλας τη μυρωδιά της γύμνιας του, ένα μεθυστικό μίγμα από Σάκη κι από ένα απαλό άρωμα που σε μια σπάνια μου παραχώρηση τον άφηνα να φοράει, μου άρεσε πώς πλημμύριζε το χώρο όταν ερχόταν σπίτι μου. Ακόμα και τώρα που γράφω στον φορητό υπολογιστή αυτές τις αναμνήσεις, στον ίδιο χώρο που τότε γδυνόταν και τυραννιόταν, και μόνο που θυμάμαι την εικόνα, μου έρχεται στη σκέψη εκείνο το άρωμά του…
Είχε ήδη έρθει πολλές φορές σπίτι μου, οι κινήσεις ήταν προδιαγραμμένες. Είχα αφήσει την εξώπορτα μισάνοιχτη, έπρεπε να μπει αθόρυβα, να τη κλείσει πίσω του, να γδυθεί τελείως και να πάρει τη στάση που θα του είχα πει να πάρει μέσω ενός μηνύματος λίγη ώρα πριν, ανάλογα με την όρεξή μου.

"Θα στηθείς στα γόνατα με το στήθος στο καναπέ".

Στηριζόταν καλά το σώμα του έτσι, όλος ο θώρακας του ακουμπούσε χαλαρά στο μαξιλάρι του καναπέ και το κεφάλι στα σταυρωμένα δάχτυλα γυρισμένο έτσι ώστε να μπορεί αν θέλει να δει κάθε μου κίνηση όταν θα ήμουν στο δωμάτιο. Εγώ υποτίθεται αμέριμνος θα έκανα την εμφάνιση μου λίγο αργότερα, όταν θα τελείωνα ότι έκανα στο διπλανό δωμάτιο. Φυσικά δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ καθόλου σ' οτιδήποτε έκανα, πολλή ώρα πριν ακούσω τα ελαφρά του βήματα στο ξύλινο πάτωμα του σαλονιού, η σκέψη και μόνο του λιγνού του κορμιού παραδομένου στις ορέξεις μου με τρέλαινε.
Σηκώθηκα και αθόρυβα κοίταξα στο σαλόνι χωρίς να με πάρει είδηση. Είχε ήδη πάρει τη στάση που έπρεπε, κι ο χαμηλός φωτισμός σε συνδυασμό με τα 2-3 κεριά που είχα ήδη ανάψει έκαναν το σκηνικό πολύ ερεθιστικό, έτσι όπως είχε ακουμπήσει το πρόσωπό του στα χέρια του οι μυς τη πλάτης του ήταν χαλαροί το μόνο που "χάλαγε" τη λεία όψη του πίσω μέρους του σώματός του ήταν η μακριά γραμμή της σπονδυλικής στήλης που αρχίζοντας ανάμεσα από τις ωμοπλάτες, βάθαινε όσο έπρεπε στη μέση και κατάληγε στη ποθητή τριχωτή χαράδρα των γλουτών, που μάλλον θα είχε ήδη ιδρώσει κιόλας κρίνοντας από τη πλήρη στύση που διέκρινα ανάμεσα από τα μπούτια. Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο μπαμπού που είχα αφημένο ακριβώς δίπλα του, για να έχει μια ιδέα τι τον περιμένει. Ίσως γι αυτό να είχε ερεθιστεί, αλλά απ' ότι μου είχε πει μια άλλη φορά, και μόνο η σκέψη της όλης σκηνοθεσίας που ακολουθούσε κατά γράμμα, άσχετα με το γεγονός ότι το "υποχρεωτικό" σεξ δεν ήταν ότι καλύτερο σαν σκέψη για εκείνον μέχρι να με συναντήσει, τον έκανε να οδηγεί ερχόμενος σε μένα σε πλήρη στύση.
Αναρωτιόμουν σε τι σκέψεις να είχε προλάβει να χαθεί, πόσο στ' αλήθεια ποθούσε να γίνει έρμαιο του πόθου μου για μια ακόμα φορά, πόσο λαχταρούσε να πονέσει και για τους δυό μας, αν μπορούσε ήδη να φανταστεί σαν αίσθηση τον πόνο που θα υπέφερε από το ανελέητο μπαμπού, πόσο θα ήθελε να φύγει πάλι με μελανιές και κοκκινίλες και πρηξίματα, να μη μπορεί να βολευτεί ούτε στο κάθισμα του οδηγού αργότερα, ούτε καν στο κάθισμα του γραφείου του την επόμενη μέρα, με τόσο ερεθισμό όμως που παρόλο που ίσως να τον είχα αφήσει να εκτονωθεί μπροστά μου, να ήθελε να τελειώσει άλλη μια φορά πριν κοιμηθεί, στην ασφάλεια και την ανεμελιά του δωματίου του.
Άνοιξα τη πόρτα και με το τρίξιμό της έβαλα τέλος στις σκέψεις του.
"Καλώς το πουστράκι" είπα και το παιχνίδι άρχισε.
Πολύ σωστά δεν απάντησε. Χωρίς να χάσω χρόνο γονάτισα από πίσω του και με το αριστερό μου χέρι του άρπαξα βίαια τους όρχεις και το πέος τραβώντας τα προς το μέρος μου, σαν να κρατούσα ένα πυροβόλο όπλο απ τον γεμιστήρα του.
"Μου' ρθες καυλωμένος πάλι βλέπω;" τον ρώτησα και έσφιξα τη χούφτα μου δυνατά.
 Έκρυψε το κεφάλι του στις παλάμες χωρίς να πει κουβέντα, μόνο μια ανεπαίσθητη καταφατική κίνηση πήρε το μάτι μου.
Η μυρωδιά απ' τον ελάχιστο ακόμα ιδρώτα ανάμεσα από τους γλουτούς του με μέθαγε. Με μια απότομη κίνηση έχωσα ασάλιωτο τον δεξιό μου αντίχειρα στη στενή τρυπούλα του πρωκτού του.
"Σ' αρέσει αυτό πουστράκι, δεν σ' αρέσει;" είπα κι άρχιζα να του σκαλίζω άγαρμπα όλο κ πιο βαθειά τη ολοκάθαρη τρυπούλα, να την ανοίξω, να πονέσει, να σκιστεί.
Συστράφηκε από τον πόνο. Ήξερα ότι του άρεσε όμως αυτό, όσο άσχημα κι αν το έκανα, όπως επίσης ήξερε πως πρόσεχα πολύ να μη του κάνω κακό.
"Ναι, Μάριέ μου, ναι, μ' αρέσει" είπε βραχνά.
"Κι εμένα μου αρέσει πουστράκι" είπα κι έτσι όπως του είχα χωμένο το δάχτυλο, το έβγαλα απότομα και τα έφερα στη μύτη μου.
"Και ξέρεις τι μου αρέσει περισσότερο πουστράκι;" είπα και του το ξανάχωσα βαθιά, σκαλίζοντας τον συνέχεια. "Πως είσαι ολοκάθαρος όπως πάντα".
Κι  έτσι, χουφτώνοντας του δυνατά τα γεννητικά του όργανα και νιώθοντας την απαλή υφή του εντέρου του με τον σφιγκτήρα του να μου αγκαλιάζει το δάχτυλο, συνέχισα να του μιλάω.
"Μάλλον ξέρεις τι έχει το πρόγραμμα απόψε πουστράκι, ναι;"
Ξεφύσηξε ανεπαίσθητα.
"Νομίζω πώς ξέρω με τι τουλάχιστον θ' αρχίσεις Μάριέ μου" είπε δειλά το παιδί.
"Ακούω τότε" είπα, χωρίς να χαλαρώνω καθόλου ότι έκανα, σαν να ασχολιόμουν με κάτι και να έκανα μια ελαφριά συζήτηση, κι άρεσε και στους δυό μας αυτός ο τρόπος, μιλάγαμε αδιάφορα κι εγώ του έπαιζα άτσαλα τα πολύτιμα μπαλάκια και του έσκαβα το πρωκτό.
"Θα με δείρεις μάλλον με το μπαμπού;"
Ποτέ και τίποτα δεν ήταν σίγουρο με μένα, μπορεί να του είχα δώσει χίλιες δυό οδηγίες, να τον είχα προειδοποιήσει για το χειρότερο βρωμόξυλο και τελικά απλά να τον είχα βάλει να μου γλείψει καλά τα πόδια και να είχα χύσει έτσι, ήμουνα  - και είμαι – ο πιο αλλοπρόσαλλος τύπος που έχω γνωρίσει – και πολλοί  άλλοι φαντάζομαι.
"Μπορεί" είπα, "δε ξέρω όμως πόσες θα σου ρίξω! Εσύ τι λες;" του έβαλα δίλημμα.
Είχαμε ξαναπαίξει με το μπαμπού. Ειδικό για αυτό το λόγο, ακριβό Βιρμανέζικο καλάμι, χοντρό, μουλιασμένο σε λάδι για μήνες, εντελώς λείο, ακόμα και στους κόμπους του, και προσεκτικά κερωμένο, ήταν το τέλειο όργανο σκληρής τιμωρίας, ακόμα και σε ασιατικές φυλακές. Συνήθως με 2-3 καλαμιές στον κάθε γλουτό, η εκάστοτε τιμωρία που ήθελα να επιβάλλω είχε επιτευχθεί, οι ισάριθμες κατακόκκινες γραμμές που σχηματίζονταν ήταν πολύ ευαίσθητες για ώρα μετά, χαμογελούσα όταν προσπαθούσε να βολευτεί στο καναπέ λίγο μετά, το τσούξιμο ήταν πολύ έντονο.
"Πρόσεξε όμως τι θα πεις" συνέχισα " το νούμερο που θα μου πεις αφενός θα το αντέξεις χωρίς να βγάλεις τσιμουδιά και αφετέρου θα πρέπει να με ικανοποιήσει τουλάχιστον το άκουσμά του, το αν θα μείνω ικανοποιημένος στο τέλος είναι άλλη ιστορία".
Από μια του κίνηση κατάλαβα ότι προβληματίστηκε. Δεν μπορούσα να κάνω λιγότερο περίπλοκη μια απλή κατάσταση;
Με δύο πλέον δάχτυλα να τον σκάβουν αδιάκοπα, νοτισμένα από τα υγρά του ερεθισμένου εντέρου και τα πουλιά του σφιγμένα στη γροθιά μου δεν του άφηνα και μεγάλο περιθώριο να σκεφτεί καθαρά.
"Δέκα" ψιθύρισε.
"Λίγο είναι" απάντησα.
"Δε… δε ξέρω Μάριέ μου" είπε σιγανά "12; 14; Δε… δε ξέρω, αλήθεια, πονάει αυτό, το ξέρεις."
Το ειρωνικό της υπόθεσης είναι ότι κανένα λόγο δεν έδινα ότι θα τηρούσα την όποια υπόσχεσή μου, συνήθως όταν τελείωνε η τιμωρία και συμπληρωνόταν ο αριθμός που είχαμε συμφωνήσει, ότι όργανο τιμωρίας κι αν είχα χρησιμοποιήσει, έριχνα 2-3 ακόμα χωρίς καμία δικαιολογία, έτσι, για τη καύλα μου και μόνο και συνήθως πάνω σε μια πολύ ερεθισμένη περιοχή που δεν άντεχε ούτε καν χάδι, πόσο μάλλον ένα ακόμα χτύπημα. Όλος αυτός ο διάλογος ήταν σχεδόν ανούσιος, ένα παιχνίδι, ένα "προκαταρκτικό".
"25" είπα σίγουρα και αφήνοντας τον σηκώθηκα.
Σίγουρα τρόμαξε.
Σηκώθηκα αφήνοντας τον  να ηρεμήσει λίγο από ότι του έκανα. Κούνησε λίγο τη μέση του να ξεμουδιάσει και να φέρει τα πουλιά του στη φυσική τους θέση μετά το σφίξιμο.
"Ότι θέλεις εσύ Μάριέ μου" συμφώνησε μ' έναν απλό αναστεναγμό.
Δεν μου έφτανε όμως η έτσι κι αλλιώς συγκατάθεσή του κι έσκυψα στο αυτί του.
"Αγόρι μου.." είπα απαλά, "αυτές οι 25…" ψιθύρισα γλυκά, "μύρισέ το καλάμι…"
έφερα το μπαστούνι κοντά στο πρόσωπο του, "νιώσε το στο μάγουλό σου" και κλείνοντας τα μάτια το έκανε κι αυτό "φίλησέ το, θα σου κάνει πολύ κακό απόψε" είπα και πειθήνια ακούμπησε τα χείλη του στο όργανο, είχα κατακαυλώσει, ένιωθε τη στύση μου στο μπούτι του έτσι όπως τον ακουμπούσα, του άρεσε τόσο πολύ η ιδέα να με καυλώνει, καυλωμένος κι αυτός με την άκρη της γλώσσας ένιωσε τη λεία επιφάνεια του καλαμιού που θα τον βασάνιζε, "αυτές οι 25…" είπα και πήρα τη θέση μου πλάι του.
Και ξαναέσκυψα στο αυτί του.
"Αγόρι… ΜΟΥ" του ψιθύρισα κι ανατρίχιασε, "ετοιμάσου!"
Έριξα μια σφυριχτή βιτσιά στον αέρα.
"Αυτές οι 25 θα είναι οι δυνατότερες που σου έχω ρίξει ποτέ!"

Ζύγιασα πρόχειρα την γωνία με το μάτι και χωρίς καμιά προειδοποίηση έριξα τη πρώτη.
Το σφύριγμα που άκουσε δεν μπορούσε να τον προειδοποιήσει για το μέγεθος του πόνου που ένιωσε χαμηλά στους γλουτούς του, εκεί που τελειώνει ο μυς κι αρχίζει το μπούτι.
"Τόσο δυνατές θα είναι όλες" ανακοίνωσα.

Δέκατα δευτερολέπτου μετά το χτύπημα, ένα τσούξιμο που μπορούσε άνετα να κάνει κάποιον να ουρλιάξει, έδωσε τη θέση του σε ένα οξύ σουβλερό πόνο, όμοιο με πυρωμένο σίδερο. Ένας σπασμός διαπέρασε το κορμί του και κόντρα σε ότι κανόνα είχε υπακούσει μέχρι τώρα, σήκωσε το κεφάλι του και κάρφωσε το βλέμμα του πάνω μου. Απορία; Θυμός; Δεν κράτησε πολύ, ο δυνατός πόνος τον ανάγκασε να κλείσει πάλι τα μάτια του σφίγγοντάς τα. Τα άνοιξε ξανά, με κοίταξε και γύρισε να βυθίσει το βλέμμα του στη ράχη του καναπέ.
"Μια, ευχαριστώ, άλλη μία παρακαλώ" είπε σταθερά η αγάπη μου, η ζωή μου!
Η δεύτερη τον βρήκε σε άλλο σημείο, λίγο ψηλότερα, το ίδιο δυνατή.
"Δύο, ευχαριστώ, άλλη μία παρακαλώ"

Τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, απαντήσεις, "ευχαριστώ", απαιτήσεις, "άλλη μία παρακαλώ", καύλα, ενοχές, ιδρώτας, έκτη, ένατη, σταγόνες σπέρματος στις άκρες των βαλάνων και των δυό μας, δέκατη, δέκατη τρίτη, περισσότερος ιδρώτας, αγωνία, "δε μπορώ άλλο χριστέ μου, να τελειώσει, να τελειώσει, γλύτωσε με", δέκατη πέμπτη, "κόβομαι στη μέση, πονάω, πονάω, καίγομαι, θα αντέξω ο πούστης, θα αντέξω, δε λέω όχι., δε λέω φτάνει, αντέχω, γαμώ το κέρατο μου", δέκατη όγδοη, προσεκτικό ζύγιασμα πια, "αγόρι μου, τι σου κάνω, τι μου φταις, τι πληρώνεις", "βάρα με άντρα μου, γαμιά μου, ύπαρξή μου, τσάκισέ με βρωμομαλάκα, έρωτά μου", βογγητά ολοένα και εντονότερα, κοκκινίλες, πρήξιμο, πόνος, πόνος, πόνος, κούραση"με πόνεσε το μπράτσο μου ήρωά μου, κουράστηκα να σε λατρεύω, τι να πεις κι εσύ, γιατί έτσι, γιατί μ' αυτό τον τρόπο, τόση αγάπη, κρυμμένη τόσο βαθειά", εικοστή πρώτη, μαρτύριο πια, έλεος, ιδρώτας μούσκεμα, καύλα, μασημένα μουρμουρισμένα λόγια για απάντηση, ίδια δύναμη, εικοστή δεύτερη, εικοστή τρίτη.
"Είκοσι… τρία… άλλη… μία… ευχαριστώ, σε παρακαλώ, άλλη μία…"
Άλλο ένα σφύριγμα και το χοντρό καλάμι βρήκε πάλι τον ταλαιπωρημένο στόχο του πάνω σε προηγούμενο πόνο και χοντρές στάλες ιδρώτα και πόνο, αφόρητο, ανελέητο πόνο.
Σιωπή, πυρετός, υπεροξυγόνωση, ζαλάδα.
Ο Σάκης μου ανάσαινε βαθειά, καταπίνοντας σάλια και μύξες ακανόνιστα, το λεπτό του σώμα είχε γείρει λίγο προς το μέρος μου, μάλλον επειδή του έριξα όλες από την ίδια θέση, προσπάθησε φαίνεται στη πορεία της φάσης να μου προσφέρει κάποιο λιγότερο πονεμένο σημείο του, να μην πονάει πολύ, να με ευχαριστήσει περισσότερο με την αντοχή του, ο θεός μου. Ήθελα να του προσφέρω το πιο απαλό μου χάδι, να γίνω βορά στα σκυλιά του αν ήθελε, σκουλήκι να με λιώσει κάτω από σπιρούνια πριν του εκφράσω ουρλιάζοντας την αγάπη μου, τη λατρεία μου, τη χωρίς όρους παράδοση μου. Δεν τολμούσα καν να τον αγγίξω εκεί που τον έδειρα, νόμισα πως με τη παραμικρή επαφή, το δέρμα να άνοιγε και θα ξέρναγε όλο το αίμα που είχε μαζέψει. Θαύμαζα τους πονεμένους, λατρεμένους γλουτούς του έτσι που έτρεμαν ανεπαίσθητα, όταν μια μουρμούρα μ' έβγαλε απ' τις σκέψεις μου.
"…σε παρακαλώ…" πρόλαβα ν ακούσω.
"Τι λες" ρώτησα και πήγα να του χαϊδέψω το λαιμό και τα μαλλιά.
"Είκοσι τέσσερα" είπε ο ήρωάς μου ανάμεσα από λυγμούς.
Έκλαιγε.
Τον είχα φέρει στα όριά του.
"…είκοσι τέσσερα, άλλη μια …παρακαλώ" είπε και φανερά πλέον συγκρατούσε τα δάκρυά του να μη ξεσπάσει.
Με μια απαλή κίνηση έχωσα τα δάχτυλά μου στα μαλλιά του στο ιδρωμένο σβέρκο, να τον χαϊδέψω, ο άντρας του, το αγόρι μου, "σ' αγαπώ" σκέφτηκα ο χαζός.
Τινάχτηκε ολόκληρος και τράβηξε απότομα το κεφάλι του.
"Είκοσι τέσσερα, άλλη μία παρακαλώ" είπε σταθερά και δυνατά.
Γενναίος; Αφοσιωμένος; Ερωτευμένος τόσο; Ότι και να ήταν, το χάδι μου δεν μου το έχει αρνηθεί ποτέ κανείς αγόρι μου, μωράκι μου, αγάπη μου.
"Συγνώμη, τι έκανες; Δε θες να σε χαϊδέψω;"
Γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος μου, κουρασμένα αλλά με τα μάτια ορθάνοιχτα
"Είκοσι τέσσερα, άλλη μία παρακαλώ" ξαναείπε, με τονισμό αυτή τη φορά!
Σηκώθηκα όρθιος, λυσσασμένος, ο φριχτός εγωιστής.
"Δε θες να σε χαϊδέψω; Που λυπήθηκα το κουφάρι σου βρωμιάρη; Το χάδι μου δε θες; Ξύλο θες μόνο βρωμιάρα πούστρα;" ούρλιαξα ξέροντας πως δεν πίστευα καθόλου κάτι τέτοιο.
Έριχνα στο θυμό μου σφυριχτές βιτσιές στον αέρα, αν κάποια τον εύρισκε εκείνη τη στιγμή θα τον έκοβε στα δυο.
Γιατί τόσος θυμός;
"Να σου ματώνω τα σιχαμένα σου κωλομάγουλα γουστάρεις μόνο δηλαδή; Κωλοξεσκισμένε;"
Για ποιόν τόσος θυμός;
"Δε θελει χάδι;" ρώτησα δυνατά ψέμματα τον εαυτό μου μέσα στο σύννεφο της ηλεκτρισμένης ατμόσφαιρας και του έριξα μια θυμωμένη κλωτσιά στο πλάι του μηρού.
Δυνατή.
Απροετοίμαστος, έπεσε στο πλάι.
"Είκοσι τέσσερα, άλλη μία παρακαλώ" επανέλαβε με τον ίδιο τόνο παίρνοντας πάλι τη θέση του.
"Το χάδι μου δεν μου το έχει αρνηθεί κανένας βρωμόπουστα!"
Ήθελε απλά ότι είχε συμφωνηθεί. Είχε συμβεί κι άλλες φορές αυτό αλλά τον είχα λυπηθεί, τα όρια μεταξύ καύλας και υπακοής και βαναυσότητας μπορώ πια να τα ξεχωρίζω. Έριξα μια ματιά στα οπίσθιά του. Οι κόκκινες γραμμές από το μπαμπού δεν ξεχώριζαν πλέον, όλη η περιοχή είχε πρηστεί σχηματίζοντας από ένα πορφυρό ακανόνιστο κύκλο σε κάθε γλουτό με μελανό, σκοτεινό περίγραμμα. Αν ο Σάκης δεν ήταν τριχωτός σ' αυτό το σημείο, ο ερεθισμός θα ήταν πολύ μεγαλύτερος. Δεν υπήρχε λόγος να ζυγιάσω τη τελευταία, όπου και να έπεφτε ο πόνος θα ήταν το ίδιο δυνατός.
               
Η εικοστή πέμπτη έπεσε με όλη μου την εκδικητική, ανόητα εγωιστική μου δύναμη, και πάλι τελείως απροειδοποίητα. Είδα σε αργή κίνηση το δέρμα των γλουτών να βουλιάζει κάτω από το βάρος της βιτσιάς και όπως ρίχνεις μια πέτρα σε βουρκόνερα, να στέλνει κύματα απίστευτου πόνου από τη μέση μέχρι κάτω από τα μπούτια, πίσω από τα γόνατα, τα αισθητήρια νεύρα να στέλνουν ηλεκτρισμένους κεραυνούς στον εγκέφαλο, στο σημείο ακριβώς  πίσω από τον αυχένα. Ο Σάκης έσφιξε τις γροθιές του βουλιάζοντας το πρόσωπό του στο μαξιλάρι να πνίξει τη κραυγή που θα έβγαζε σε άλλη περίπτωση.
Λίγο μετά, άνοιξε τελείως πάλι τα δάχτυλά του σε μια αόρατη ικεσία και σήκωσε το κεφάλι του να ξεμουδιάσει τον αυχένα του από το σφίξιμο τόσης ώρας.
Δεν άντεξε όμως άλλο. Σπασμοί κυρίεψαν το κουρασμένο σώμα και τα μάτια του πλημμύρισαν σιωπηλά δάκρυα, χώθηκε πάλι στο καναπέ κι έκλαψε…
"Σάκη μου, αγόρι μου, σ' ευχαριστώ, λυτρώσου, λύτρωσε με κι εμένα, να' κλαιγα κι εγώ έτσι, δίπλα σου, πάνω σου, μέσα σου, τι θα νόμιζες για μένα, θα ήμουν ακόμα ο άντρας σου; να αγαπιόμασταν μετά, τρυφερά, όμορφά, Σάκη μου, ζωή μου, σκλάβε μου, αφέντη μου, άντρα μου, παιδί μου, να' ξερες πόσο πονάω κι εγώ μαζί σου, συγχώρεσε σε με, λάτρεψε με, σ' αγαπώ" σκέψεις ανάκατες, ειλικρινείς, ανομολόγητες…
Μέσα στο κλάμα του και τους σπασμούς άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε το ένα του γλουτό, να ανακουφιστεί. Καθισμένος πια άνετα στον άλλο μου καναπέ δίπλα του τον παρακολουθούσα. Συνήθως του απαγόρευα να κάνει κάτι τέτοιο, αλλά  απόψε αν και είχα νευριάσει που μου αρνήθηκε να τον χαϊδέψω πριν, τον είχα ταλαιπωρήσει. Μου άρεσε τόσο που τον έβλεπα να χαϊδεύεται, είχε ανοίξει το στόμα του από την ανακούφιση που ένιωθε κι έπαιρνε βαθιές ανάσες, ανάμεσα από λυγμούς και ρουφηγμένες μύξες.
               
Άφησα να περάσουν μερικά λεπτά, Σηκώθηκα κι άρχισα να τον γυροφέρνω.
"Τράβηξε τα χέρια σου, πουστράκι, στη θέση σου!"
Μόλις απρόθυμα αλλά υπάκουα όπως πάντα, έκανε αυτό που του είπα. Είχε ηρεμήσει λίγο και ρουφούσε τη μύτη του.
"Βάλαμε τα κλάματα σαν γκομενίτσες πουστράκι; Πονέσαμε και βάλαμε τα κλάματα;"
"Συγνώμη Μάριέ μου" είπε σιγανά ο ήρωας μου.
"Εγώ συγνώμη αγόρι μου, εγώ συγνώμη, που δε ξαπλώνω χάμω να με λιανίσεις με σιδηρόβεργα, να μου λιώσεις όλα τα κόκκαλα" σκέφτηκα.
Έπιασα από παραδίπλα τις δερμάτινες χειροπέδες που είχα βγάλει και κρύψει λίγο πριν έρθει, να τις έχω πρόχειρες κι έτσι όπως τα χέρια του ήταν κοντά στο κεφάλι του τού τις φόρεσα.
"Μήπως θες να σου φέρω και μεταξωτό μαντηλάκι να φυσήξεις τη μυτούλα; Χαζογκομένακι;"
Ξεροκατάπιε.
"Όχι Μάριέ μου, σ' ευχαριστώ"
Του φόρεσα το δερμάτινο κολάρο και στους ειδικούς κρίκους του κλείδωσα τις χειροπέδες, έτσι ώστε να μη μπορεί να κάνει καμία κίνηση με τα χέρια, να μη μπορεί να προφυλαχτεί παρά μόνο αν τύχαινε το πρόσωπό του.
"Δε μου αρέσει να μου αρνιούνται το χάδι μου βρωμόπουστα.
"Μάριε μου, να μην τελείωνε αυτό που αρχίσαμε; Συγνώμη…" απάντησε, αφημένος στο να του φοράω ότι ήθελα.
Με μια απλή δερμάτινη ζώνη του έσφιξα γερά τα δυό μπούτια μεταξύ τους και με μια παλιά ψιλή δερμάτινη γραβάτα τους αστραγάλους.
"Δε μου αρέσει καθόλου να μου αρνιούνται το χάδι μου"
"Συγγνώμη"
"Δεν αρκεί"
"Τι να κάνω, δε θα το ξανακάνω, αλήθεια, στ' ορκίζομαι"
"Μετά από απόψε είμαι σίγουρος πως δε θα το ξανακάνεις"
Έβαλα στο στερεοφωνικό την αγαπημένη πέμπτη του Ludwig στη διαπασών και σήκωσα από κάτω το ζεστό ακόμα καλάμι.
"Κατάπιε τις μύξες σου βρωμιάρη" είπα και δε πίστευα στα αυτιά μου!
Σφύριξα στον αέρα μερικές καλαμιές να θυμηθώ τον ρυθμό μου.
"Σιχαμένη κλαψομούνα" είπα μέσα από τα δόντια μου με θυμό κι ο σάκης έσφιξε τις γροθιές του υποψιασμένος για το τι τον περίμενε.
"Μάριέ μου, πονάω πολύ" είπε κι ανατρίχιασα.
"Που πονάς;"
Του είχα απαγορέψει να κατονομάζει τις "πονηρές" περιοχές του σώματος.
"Ε…, …από πίσω…, ξέρεις…" ομολόγησε.
Για να το παραδεχτεί, θα είχε πονέσει πάρα πολύ, ήταν η πρώτη φορά που το ομολογούσε καθαρά, συνήθως από υπερηφάνεια το έκρυβε.
"Ο κώλος σου μου είναι άχρηστος πια γι απόψε βρωμόπουστα! Έχω όλο το υπόλοιπό σου κουφάρι να σαπίσω"
Στάθηκα όρθιος από πάνω του και με το ένα μου πόδι του πάτησα βίαια το κεφάλι στη εσωτερική γωνία του καναπέ και το κράτησα εκεί. Η φτέρνα μου είχε χωθεί στο μάγουλό του και τα δάχτυλα στα ιδρωμένα μαλλιά.
"Απ' την αρχή κι όποιος κουραστεί πρώτος βρωμιάρη πούστη!"
               

Και η εικοστή έκτη έπεσε δυνατή και αδυσώπητη, όπως και οι υπόλοιπες εικοσιτέσσερις, εκατό, χίλιες, αμέτρητες, αραιές, ατέλειωτες, απάνθρωπες, στα πλαϊνά των γλουτών, στα μπράτσα, στα μπούτια, στους ώμους, στις γάμπες, στις πατούσες, σε μένα, στον Σάκη μου, προσέχοντας να μη πέσει καμιά άλλη στους κόκκινους πρησμένους κύκλους στους πολύπαθους γλουτούς και ματώσει κάποιος απ' τους δυό μας…

security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY