Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

ΕΛΑΦΟΝΗΣΟΣ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟ 02

   



"Θέλω να σηκωθείς, και περπατώντας προς τα πίσω και με τα χέρια δεμένα στο σβέρκο, να πας με πολύ αργά βήματα προς τη θάλασσα"
    Με κοίταξε αποσβολωμένος.
    "Μα θα με δει όλη η παραλία"
    "Αυτό ακριβώς θέλω, όλη η παραλία να καμαρώσει το δουλάκι μου και τον πούτσο του"
    Όπως είπα πριν, ο κόσμος στη παραλία της Ελαφονήσου τέλη Σεπτέμβρη ήταν λιγοστός, ούτε οικογένειες ούτε άτομα που θα παρεξηγούσαν πολύ το θέαμα. Οπωσδήποτε όμως το να σηκωθεί κάποιος σε πλήρη στύση και επιδεικτικά να πάει έτσι προς τη θάλασσα, έ, όσο να' ναι, είναι πολύ τολμηρό και θέλει τα κότσια του. Αυτά ακριβώς τα κότσια ήθελα να τσεκάρω.
    "Έχεις καμιά αντίρρηση;" ρώτησα.
    "Ντρέπομαι Μάριέ μου" είπε το παιδί με ειλικρίνεια.
    "Εγώ όμως όχι μικρέ μου, κι άμα δεν ντρέπομαι εγώ, δεν ντρέπεσαι ούτε εσύ, κατάλαβες;"
    Το σκεφτόταν.
    "Ούτε γι αυτά που σου αρέσουν ντρέπεσαι, ούτε γι αυτά που αρέσουν στον αφέντη σου. Κι αν δε θες να σου βάλω τη ζώνη μου λουράκι στο λαιμό σου και να σε σύρω από τη μια άκρη της παραλίας στην άλλη με κανένα ξύλο στο κώλο μέχρι να ματώσουνε τα γόνατά σου στην άμμο, και ΞΕΡΕΙΣ ότι μπορώ να το κάνω, κάνε αυτό που σου είπα και το καλό που σου θέλω όσο είσαι καυλωμένος, αν τυχόν σου πέσει μέχρι να μπεις στο νερό, την έβαψες!
    Σηκώθηκε δισταχτικά, αλλά σταθερά και υπάκουα.
    Πήρε βαθειά ανάσα, κι όπως τον διέταξα, έβαλε τα χέρια του στο σβέρκο, έλεγξε λίγο πίσω του αν ο δρόμος ήταν ελεύθερος και με το πρόσωπο του στραμμένο σε μένα άρχισε να πηγαίνει προς το νερό.
    Τα πρώτα σφυρίγματα δεν άργησαν να ακουστούν. Ο Χριστόφορος συνέχιζε να με κοιτάει αλλά είχε γίνει κατακόκκινος. Μια παρέα από δίπλα άρχιζε να λέει διάφορα.
    "Κρύψτο ρεεεε", "ρε συ τι είναι αυτό το πράμα", "άντε ρε βούτα στη θάλασσα να τελειώνουμε" και άλλα τέτοια νόστιμα. Ο Χριστόφορος συνέχιζε απτόητος το αργό του βηματισμό, αλλά είχε κατεβάσει το κεφάλι. Ντρεπόταν πολύ. Να' χε βουρκώσει άραγε; Φόρεσα ένα φαρδύ σορτσάκι να κρύψω το δικό μου ερεθισμό, άρπαξα ένα καλάμι και σηκώθηκα να εντείνω τη δοκιμασία.
    Ανάμεσα από σφυρίγματα και κραξίματα είχε καλύψει σχεδόν τη μισή απόσταση.
    "Ρε άντε βούτα να σου πέσει, έχει τρομάξει ο κόσμος" φώναζε ένας, μάλλον εντυπωσιασμένος ή και ζηλιάρης απ' το μέγεθος του Χριστόφορου.
   "Τι είναι αυτά" φώναξα και τον πλησίασα. "Δε ντρέπεσαι λίγο;"
   Σήκωσε το κεφάλι του και με κοίταξε με γουρλωμένα μάτια.
    "Δε ντρέπεσαι λίγο τον κόσμο;" ούρλιαξα και του' ριξα μια δυνατή με το καλάμι στα μπούτια
    "Ρεζίλι θέλεις να με κάνεις, παλιόπαιδο, ε, παλιόπαιδο" φώναζα και τού ριχνα κι άλλες κι η παρέα πιο κει το διασκέδαζε απίστευτα.
    "Μα δεν θέλει ένα γερό χέρι ξύλο; Όχι, πείτε μου, δεν το χρειάζεται;" φώναζα προς το μέρος τους και όλο και έριχνα καλαμιές στο πισινό και στα πόδια του Χριστόφορου. Δυνατές, όχι για πλάκα.
    "Ρίχτου, ρίχτου" με προέτρεπε η παρέα "έτσι πρέπει" κι όλο και σχημάτιζα κόκκινες γραμμές στο απορημένο σώμα. Είχε πια κατεβάσει τα χέρια του και κάλυπτε τα όργανα του να τα προστατέψει από το καλάμι, κι άρχισε να τρέχει δειλά για να με αποφύγει.
    "Έλα εδώ ρε μαλακισμένο, τσακίσου κι έλα εδώ να φας κι άλλες" φώναξα αλλά δεν άντεξα άλλο.
    Μας έπιασε ένα νευρικό γέλιο, και ευτυχώς μάλιστα γιατί αν έμενα λίγο ακόμα σοβαρός ίσως και να λιποθυμούσε από ντροπή! Κάποια στιγμή αφού σχεδόν πλατσουρίζαμε στα ρηχά, τον έσπρωξα στο νερό.

    "Αγόρι μου" ομολόγησα.
    "Άξιος αγόρι μου, άξιος" του είπα με σημασία και χαμογέλασε.
    "Ευχαριστώ Μάριέ μου"
    Κι ήμασταν χαρούμενοι, καυλωμένοι κι ερωτευμένοι και κολυμπούσαμε στα τουρκουάζ νερά του Σίμου και πήγαμε πιο βαθειά, να πατώνουμε αλλά να μη φαινόμαστε από τη παραλία κι έτσι όπως ήμασταν μέσα στο νερό, τον γύρισα πλάτη, του άνοιξα τους γλουτούς κι έχωσα βίαια 2 δάχτυλα μέσα του.
    "Δικός μου" του είπα πάνω απ' το σβέρκο του.
    Γύρισε και με κοίταξε με τη καύλα ζωγραφισμένη σ' όλο του το πρόσωπο.
   "Δικός σου Μάριέ μου" απάντησε
    Τα δάχτυλά μου έσκαβαν τη στενή τρυπούλα.
    "Όλος δικός μου, κι ο πούτσος σου κι ο κώλος σου και η ψυχή σου και το μυαλό σου πουστράκι, όλα δικά μου"
    "Όλα Μάριέ μου, όλα δικά σου" ψέλλισε τρέμοντας από τη καύλα.
    "Και το έντερό σου δικό μου, να το σκαλίζω και να το σκάβω και να μη βγάζεις τσιμουδιά πουστράκι"
     Είχα φτάσει σε παροξυσμό, έχωσα δύο δάχτυλα κι από το άλλο μου χέρι μέσα του κι άρχισα να τον ανοίγω.
    "Έτσι πουστράκι, να σου κάνω μπιντέ μέσα στο νερό" είπα και του δάγκωσα δυνατά τον γυμνασμένο ώμο, έχω σα τα δόντια μου να του κάνω σημάδι.
    Έγειρε πίσω το κεφάλι του κι ακούμπησε στον ώμο μου.
    "Ότι θέλεις" είπε σαν ναρκωμένος, "ότι θέλεις, όπως θέλεις εσύ"
    "Ότι θέλω πουστράκι, το ξέρω"
    Του έχωσα άλλο ένα δάχτυλο από κάθε χέρι.
    "Σ' αρέσει να σε σκίζω με τα δάχτυλά μου πουστράκι;"
    "Ναι άντρα μου, ναι γαμιά μου"
    "Νιώθεις τα δάχτυλά μου στο έντερό σου πουστράκι"
    "Ναι Μάριέ μου, νιώθω να με γεμίζει η κοιλιά μου"
    Τον άνοιξα όσο γινόταν, ξεχειλώνοντας τη τρυφερή τρυπούλα.
    "Νιώθεις να γεμίζεις καλά;"
    "Ναι, άντρα μου, το νιώθω"
    Έβγαλα τα δάχτυλα του ενός χεριού και τον ξάπλωσα μπρούμυτα μπροστά μου πάνω στο νερό, τον κράτησα σαν να ήθελα να τον μάθω να κολυμπάει, με το ένα μου χέρι κάτω από το στήθος του, με το άλλο να τον ανοίγω όσο μπορώ.
    "Χαλάρωσε τη σούφρα σου πουστράκι, θα σου κάνω μπιντέ μέσα στη θάλασσα" είπα γελώντας
    Γύρισε και με κοίταξε.
    "Δε σε πιστεύω"
    Η ροδαλή τρυπούλα είχε χαλαρώσει πολύ, άνοιξα τα δάχτυλά μου όσο γινόταν σαν να έκανα τον σταυρό μου και με τα 5 δάχτυλα για να μπει νερό και ανασήκωσα λίγο το πισινό του. Μπήκε αρκετό.
    "Σφίξου τώρα φαλαινάκι μου"
    Κι αμέσως ένας μικρός πίδακας νερού εκτοξεύτηκε από τη τρυπούλα, ήταν φυσικά ολοκάθαρο το μικρό μου πουστράκι, όπως πάντα!
    "Ξανά;"
    "Ξανά" χαμογέλασε.
    "Μόνος σου τώρα" είπα "να σε βλέπω"! "Γύρνα μου το κώλο σου, γέμισε τον νερό και σφίξου προς το μέρος μου".
    Και υπάκουα ο μικρός μου, μου γύρισε τη πλάτη, και δείχνοντας μου τον πισινό του, τον άνοιξε όσο μπορούσε με τα δάχτυλα να φανεί λίγο η κόκκινη σάρκα από μέσα, τον βύθισε μέσα στο νερό, γέμισε τα σωθικά του με 2-3 γερά ρουφήγματα και γύρισε να με κοιτάξει.
    "Σφίξου πουστράκι" διέταξα.
    Κι αμέσως ένας χλιαρός πίδακας ολοκάθαρου νερού με βρήκε στο πρόσωπο.
    Τρελάθηκα από καύλα, τον άρπαξα απ τα μαλλιά κι άρχισα να του γλύφω το στόμα. Έβαλα τη στύση μου ανάμεσα στα μπούτια του κι άρχισα να του τα σπρώχνω με δύναμη.
    "Σφίξε τα μπούτια σου πούστρα να χύσει ο άντρας σου"
    Και παράλληλα τον αγκάλιασα απ' τους γλουτούς και τους άνοιγα λες κι ήθελα να τους σκίσω.
    "Θα χύσει ο άντρας σου πουστράκι"
    Έτσι όπως κουνιόμουν του χτυπούσα τους ταλαιπωρημένους όρχεις με το στομάχι μου και τον ένιωθα να δυσανασχετεί.
    "Με πονάς λίγο Μάριέ μου" είπε.
    "Και;"
    "Τίποτα"
    Άφησα τους γλουτούς του και σκύβοντας λίγο άρπαξα τους όρχεις του και τους έσφιξα δυνατά.
    "ΚΑΙ;" ούρλιαξα μέσα στ' αυτί του.
    "Τίποτα, τίποτα" ψέλλισε και με φίλησε δειλά στο μάγουλο. Ένιωθα στη χούφτα μου τους όρχεις του πρησμένους, το πουλί του μισοπλαδαρό, αλλά οι μπάλες μεγάλες, ζουμερές, έτοιμες! Αργότερα όμως η σειρά τους να άδειαζαν.
    "Στον πούτσο μου το στόμα σου και να μη καταπιείς σταγόνα" είπα και πιάνοντάς τον απ' τα μαλλιά τον βούτηξα στο νερό και μπήκα στο στόμα του τη τελευταία στιγμή πριν τελειώσω. Αδιαμαρτύρητα έβαλε στο στόμα του όλους μου τους σπασμούς μέχρι που άδειασα τελείως και ξανάβγαλε το κεφάλι του στην επιφάνεια.
    Του έβαλα τη χούφτα μου κάτω από το στόμα του.
    "Για να δούμε τι έβγαλα"
    Το παιδί έφτυσε αθόρυβα στο χέρι μου σχεδόν ότι έβγαλα.
    "Αυτά μόνο;" ρώτησα. Δε σου είπα να μη καταπιείς;"
    "Δε κατάπια Μάριέ μου, αλήθεια"
    Του έπιασα τα μαλλιά στη κορφή του κεφαλιού με δύναμη κι όπως ήταν το χέρι μου γεμάτο υγρά τού βάρεσα ένα πολύ δυνατό σκαμπίλι.
    "Αυτό γιατί δε με καύλωσες αρκετά για να βγάλω περισσότερα χύσια" είπα.
    Το χαστούκι ήταν δυνατό, ο Χριστόφορος βούρκωσε και χαμήλωσε το βλέμμα από ντροπή.
    "Μάλιστα Μάριέ μου" ψιθύρισε.
    Με το άλλο χέρι του βάρεσα ένα δεύτερο στο άλλο μάγουλο, πιο δυνατό.
    "Κι αυτό επειδή μάλλον κατάπιες, επειδή είσαι ένας ξεφτιλισμένος πούστης που του αρέσει να πίνει χύσια και τον σιχαίνομαι!"
    Του ήρθε ένας λυγμός.
    "Κι αυτό επειδή γουστάρω να σε χτυπάω" φώναξα κι ένα τρίτο χαστούκι τον έκανα να βάλει κανονικά τα κλάματα.
    "Τι λένε;" ρώτησα
    Ο Χριστόφορος πια έκλαιγε κανονικά, το κλάμα του πόνου, της ντροπής, του εξευτελισμού και της λύτρωσης. Για δεύτερη φορά εκείνο το απόγευμα ήταν Θεός στα μάτια μου, έτοιμος να μου πατήσει το κεφάλι χάμω αν ήθελε, άνετος να μου πει να κάνω το χειρότερο, τέλειος να τον λατρέψω μέχρι το μεδούλι της ψυχής του.
    "ΤΙ ΛΕΝΕ;" Φώναξα και πιάνοντας τον πάλι από τη κορφή του κεφαλιού έκανα πως πήγα να του ρίξω μια ανάποδη.
    "ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ", ούρλιαξε, "ευχαριστώ, ευχαριστώ άντρα μου, αφέντη μου, Μάριέ μου, ευχαριστώ, ευχαριστώ" έλεγε κι έκλαιγε και τρανταζόταν απ' το κλάμα.
    "Σε σιχαίνεται η ψυχή μου βρωμόπουστα" είπα και τον έσπρωξα. "Να κλαις σαν καμιά χαζογκομενίτσα! Μουνάκι!" Και τον έβρεχα με μεγάλες αγκαλιές νερό. "Να μείνεις εδώ που είσαι μέχρι να συνέλθεις! Μ' άκουσες; Μέχρι να συνέλθεις! Κι όταν αποφασίσεις να βγεις, χωρίς δεύτερη κουβέντα, τσιμουδιά δε θα βγάλεις, θα έρθεις και θα μου καθαρίσεις τα πόδια απ τις άμμους με τη γλώσσα σου! Και μη τυχόν δω τα μάτια σου κόκκινα και πρησμένα! Και θα μου βάλεις τα αθλητικά να φύγουμε, σε βαρέθηκα!"
    Μου είχε μισογυρίσει τη πλάτη.
    "Συνεννοηθήκαμε;" φώναξα. Και τον πιτσίλισα γερά.
    Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.
    "Ούτε κόκκος δε θα μείνει στα πόδια μου!" είπα κι έφυγα.

    Άραξα πάνω στη πετσέτα μου και χάζευα αδιάφορα, έχοντας τον νου μου όμως σ' αυτόν. Ο σκλάβος την στιγμή της ταπείνωσης μπορεί να βγάλει μεγάλη οργή! Το λιγότερο είναι να σηκωθεί να φύγει, το χειρότερο όμως είναι να θυμώσει πραγματικά και ή να τα κάνει όλα λίμπα ή να πιαστείτε στα χέρια! Πολλές φορές έφερνα τους σκλάβους μου στα όρια τους, με γνώση του κινδύνου, λίγοι είναι αυτοί που συνέχιζαν. Ο Χριστόφορος θα ήταν ένας από αυτούς που θα συνέχιζαν; Θα περνούσαμε ένα αξέχαστο σαδομαζοχιστικό τριήμερο ή δε θα μας έβρισκε το βράδυ στο νησί;
    Δε πέρασαν ούτε 5 λεπτά όταν τον είδα να βγαίνει από το νερό. Χάρμα οφθαλμών για άλλη μια φορά. Γυάλιζε το κορμί στον απογευματινό ήλιο, τα κοντοκουρεμένα σγουρά μαλλιά του να στάζουνε νερό, σταθερό, αντρίκιο, σίγουρο βήμα και κατ' ευθείαν προς το μέρος μου. Μπορεί και να μάζευε τα ρούχα του να έφευγε, πάντα αυτό το παιχνίδι είχε τα ρίσκα του..

    Πλησίασε κι έπεσε στα τέσσερα μπροστά στα πόδια μου και με κοίταξε. Το δέρμα του ήταν τελείως ανάτριχο μετά από τόση ώρα στο νερό. Δε ξέρω πως τα είχε καταφέρει, αλλά τα μάτια του δεν είχαν καν το κοκκίνισμα από την αλμύρα της θάλασσας. Αμέσως έσκυψε κι άρχισε να γλύφει τις άμμους από τα πόδια μου και να φτύνει σιωπηλά. Ήθελα να τον πιάσω από τις μασχάλες και να τον φέρω πάνω μου, να μου καλύψει το κορμί μου με το δικό του και να τον χάσω, να τον εκμηδενίσω μέσα στην αγκαλιά μου λατρεύοντας τον. Πήρα ένα καλάμι από δίπλα μου και του έριξα μια δυνατή στο πλάι του μηρού!
    "Κάθε φορά που θα φτύνεις θα τρως κι από μια!" προτίμησα να πω. "Και μη τυχόν καταπιείς ή αφήσεις στο στόμα σου κανένα κόκκο, θα σου ελέγξω το στόμα σαν ψωράλογο που πάει για πούλημα πριν φύγουμε!"
    Έφτυσε άλλη μια μπουκιά άμμο χάμω.
    "Ούτε κόκκο!" ξανάπα και του έριξα άλλη μια σε άλλο σημείο, πιο δυνατή.



    Κι ακόμα ο ήλιος δεν είχε δύσει…



(συνεχίζεται εδώ)

security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY