Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Μια ανάμνηση απ’ τον Μένιο



 








Ήθελα από την αρχή να έχει το παντελόνι του κατεβασμένο, όχι πολύ, ακριβώς κάτω από κει που τελειώνουν τα κωλομάγουλα.
Μιλάμε για τέλεια κωλομάγουλα,. Ολοστρόγγυλα, κάτασπρα, πεταχτά, όχι μυώδη αλλά σφιχτά, άτριχα με λίγο μόνο χνούδι γύρω από τη τρυπούλα και στο περίνεο, ανάμεσα απ’ τα αρχίδια και τη τρύπα. Έτσι ακριβώς όπως μου αρέσει να είναι τα κωλομάγουλα των αγοριών μου.

Λάτρης του κώλου από το δημοτικό ακόμα, να βάζω τα κολλητάκια μου, τον Σταμάτη και τον Τάκη να μου τον δείχνουν όταν βρισκόμασταν μόνοι μας στο δωμάτιό μου ανάμεσα από mecano και πλαστελίνες, επηρεασμένοι από ότι σε σχετικές σκηνές άφηνε να εννοηθεί ο «άγνωστος πόλεμος» να παίζουμε «βασανιστήρια» της πλάκας με το Φώτη που έμενε ακριβώς απέναντι κάτω από το παράθυρό μου και να δέχεται ξυλιές στο σπυριάρικο - θυμάμαι - κωλί του, μέχρι που στο γυμνάσιο, με το Νικόλα το διπλανό μου στη τρίτη, αφού κατάλαβα ότι του άρεσε να του τον χουφτώνω και να του τον ζουλάω σε άσχετες φάσεις, στην ώρα των θρησκευτικών καθόμασταν τελευταίο θρανίο και τον κωλοδαχτύλιαζα κανονικά. Μια φορά σ’ ένα διάλειμμα στις τουαλέτες, του έχωσα ένα στυλό και του είπα να το κρατήσει μέχρι το επόμενο. Ο Νίκος, αν και δε κάναμε τίποτα περισσότερο ποτέ εκτός από το ανταλλάσσουμε εμπειρίες αργότερα στην εφηβεία μέχρι που χαθήκαμε τελείως, ήταν και ο πρώτος που κρίνοντας την εμφάνιση του στυλό όταν του το έβγαλα του είπα πώς να πλένεται εσωτερικά, καθότι το «αμφί» με είχε διδάξει περί τούτου. Ακόμα και το δικό μου κώλο μου άρεσε να βλέπω, είτε πιτσιρικάς να τα κατεβάζω μπροστά στο καθρέφτη του κομό της μάνας μου, είτε αργότερα στα 14 – 15 όταν γυμναζόμουν με το bullworker μπροστά στο σκούρο τζάμι του σύνθετου στο σαλόνι τα μεσημέρια που όλοι είχαν ξαπλώσει και να μαλακίζομαι μετά χαζεύοντας το φρεσκοτονισμένο μου στήθος, είτε να παίρνω ένα καθρεφτάκι, να σηκώνω τα πόδια μου, και να μού χαζεύω τη τρύπα και την ιδιότητα της να σφίγγει, να χαλαρώνει, να καυλώνω στην ιδέα του τι θα μπορούσα να κάνω σε τρυπούλες αλλονών κάποια στιγμή…

Το ότι τον ήθελα από τη αρχή με κατεβασμένο το παντελόνι μ’ αυτό το τρόπο, το σκέφτηκα με το που μού έστειλε τη γυμνή του φωτογραφία, που κατέβηκε μετά από δέκα ολόκληρα λεπτά στο μειλ μου εκείνες τις μακρινές μέρες του gay.com και του hotmail του ’99. Είχε ποζάρει με μαγιό, μπρούμυτα, ξάπλα στη πετσέτα, σε μια πολυσύχναστη παραλία μάλλον της αττικής. Τα πάντα με είχαν σεξουαλίσει σ’ αυτή τη φωτογραφία... Από τον ήλιο που γυάλιζε τις σταγόνες στους ώμους του, τα βρεμένα μαλλιά, το τρόπο που χαμογελώντας ρούφαγε με καλαμάκι το καφέ του, το είδος του μαγιό του, σορτσάκι φαρδύ, μέχρι φυσικά το πώς το βρεγμένο μαγιό αγκάλιαζε δύο φουσκωτούς, υπέροχους γλουτούς.
Όταν ήρθε σπίτι μου, χωρίς κουβέντα, με το που μπήκε, κατέβασε το παντελόνι με μια λοξή ματιά και μ’ ένα αμυδρό χαμόγελο και στράφηκε στη κουζίνα όπου τον περίμεναν κάτι «άπλυτα» πιάτα, έτσι όπως είχαμε συνεννοηθεί μέσω του chat. Ήξερε την ομορφιά, και την 22χρονη τη δική του, και του κώλου του. Έσφιξε τη ζώνη του λίγο κάτω από τη αδιόρατη δίπλα κάτω από τα κωλομάγουλα να μη του πέφτει το παντελόνι κι ακούμπησε τη κοιλιά του στο νεροχύτη. Κατακαυλωμένος εγώ τον πλησίασα κι έχωσα το χέρι μου ανάμεσα στα πόδια του, να νιώσω τη ζέστη, τη τρύπα, το νιάτο του…

Όλος του ο κώλος ανατρίχιασε με το λιγοστό του χνούδι να στέκεται όρθιο παντού, ίσως από τη προσμονή, το χάδι. Δε ξέρω γιατί, αν και κιόλας ήμουν πανέτοιμος, δεν ήθελα να τον γαμήσω, ήθελα να τον αφήσω διψασμένο. Άνοιξα το συρτάρι με τα μαχαιροπήρουνα και πήρα ένα κουταλάκι του γλυκού. Γονάτισα πίσω του, και ενώ συγχρόνως εκείνος έπλενε τα πιάτα, μάλλον πλατσούριζε αδέξια και άτσαλα με τα νερά και το περιεχόμενο του νεροχύτη, πλάτιασα τη περιοχή της τρύπας και με τη κρύα στρογγυλεμένη βάση του κουταλιού άρχισα να χαϊδεύω όλη τη περιοχή. Από τη βάση των αρχιδιών μέχρι τη τρύπα, γύρω, γύρω, κι όλο να ανατριχιάζει και να τρέμει. Έψαξα απαλά και τη τρυπούλα, ανοίγοντας τη ελαφρά και χώνοντας το κουταλάκι στις δίπλες της, να νοιώθω τον μικρό να τουρλώνει περισσότερο και να τοξιάζει τη μέση του από τη καύλα.
Έχωσα μέσα του το μικρό αντικείμενο. Ακόμα και κάτι τόσο μικρό, μπορεί να κάνει θαύματα στη καύλα της τρύπας. Κρατώντας το και στριφογυρίζοντας το μέσα του οχταριάζοντάς το, σηκώθηκα όρθιος κι έχωσα το κεφάλι μου στο λαιμό του, δαγκώνοντάς τον ελαφρά. Θα μπορούσα να τον φάω, να τον καταπιώ ολόκληρο έτσι μικρόσωμος και φρέσκος που ήταν. Η επιδερμίδα του λεία, καθαρή, μυρωδάτη από καθαριότητα. Έχωσα τα δάχτυλά μου στο στόμα του αναγκάζοντάς τον να το ανοίξει διάπλατα και με το άλλο χέρι, έβγαλα το κουταλάκι και τού το έβαλα στο στόμα από τη πλατιά πλευρά. Πλησίασα την άλλη άκρη στη μύτη του.
- Σε μυρίζεις μωρό;
Κούνησε το κεφάλι του καταφατικά.
- Σ’ αρέσει που σε μυρίζεις μωρό;
Ξαναέκανε τη  ίδια κίνηση.
- Θες σιροπάκι μωρό;
Είχα κατακαυλώσει.
Κατέβασα το παντελόνι μου, του πήρα το κουτάλι από το στόμα κι ακούμπησα τη πλατιά του πλευρά στο πουτσοκέφαλό μου. Έσφιξα λίγο το πούτσο μου και μια χοντρή γουλιά προσπερματικό υγρό έκανε την εμφάνισή της εκείνη τη στιγμή και μ’ ένα ελαφρύ σπασμό τον άδειασα στο κουταλάκι και του το ξανάβαλα στο στόμα.
Ο δικός του σπασμός ήταν σαφώς δυνατότερος όταν κατάλαβε το ζουμί μου στη γλώσσα του.  Έψαξε με τα χέρια του τον πούτσο μου κι αμέσως πήγε να γονατίσει, έτοιμος να με καταπιεί με λύσσα. Τον τράβηξα απότομα από τα μαλλιά.
- Όχι πρωτοβουλίες με μένα μωρό, είπα σηκώνοντάς τον με δύναμη και ρίχνοντας του ένα ελαφρύ χαστούκι.
Κατέβασε το κεφάλι του.
Πήρα το θάρρος και του έριξα άλλο ένα, δυνατότερο.
- Δε μου αρέσουν οι πρωτοβουλίες.
Με κοίταξε στα μάτια τρέμοντας, περιμένοντας.
- Εντάξει, είπε, ότι πεις εσύ, είπε στον άντρα του.
Σαν να μπαίναμε κι οι δύο σ’ ένα παιχνίδι.
- Έτσι, είπα και του έριξα ένα δυνατό αυτή τη φορά, να πέσει ξέπνοο κι απορημένο, και καυλωμένο και κόκκινο το πρόσωπο προς τα αριστερά από τη φόρα.
Δεν είπε τίποτα.
Τον γύρισα πάλι προς τον νεροχύτη.
- Συνέχισε ότι έκανες τώρα.
Πήρα μια καρέκλα, την έστησα δύο βήματα πιο πίσω του, κατέβασα τα παντελόνια μου ως τα γόνατα και κάθισα. Σκληρός, κατάσκληρος, έπιασα να χαζεύω το δέρμα των αρχιδιών μου και τις ορθωμένες τους τρίχες με τις άκρες των δαχτύλων μου.
- Σκούπισε τα χέρια σου.
Μόλις υπάκουσε, πλάτη ακόμα, να περιμένει εντολές, με το κώλο, τον υπέροχο στρογγυλό κώλο στη διάθεσή μου, του είπα να ανοίξει το συρτάρι δίπλα του και να βγάλει τη ξύλινη, βαριά κουτάλα. Του είπα να τουρλωθεί και με το πλατύ μέρος της κουτάλας να ρίξει στα κωλομάγουλα του όσες άντεχε. Αργά, τη μία μετά την άλλη, όπως του έλεγα εγώ, να κοκκινίζουν ίσα, να καυλώνω με τον δυνατό, πλατσουριαστό ήχο κάθε φορά όλο και περισσότερο, πολλές, καμιά 25αριά, δυνατές οι περισσότερες, μερικές ξώφαλτσες, αλλά όλες να με καυλώνουν, σαν πρωτόγνωρα, σαν συνηθισμένα.

Είναι περίεργη η καύλα μου κάποιες φορές. Μερικές φορές τη νοιώθω σαν να είναι η πρώτη – πρώτη φορά και θέλω να κρατήσει για όσο περισσότερο γίνεται, να με βασανίσει, ν’ αγγίζω το πρησμένο πουτσοκέφαλο και να λειώνω, κι άλλες φορές, σαν να’ ναι μία απ’ τα ίδια, να θέλω απλά να χύσω για ν’ αδειάσω.

- Βγάλε τελείως το παντελόνι και το σλιπ.
Χωρίς να βγάλει τα αθλητικά του, έσκυψε κι έκανε αυτό που του είπα με το καλύτερο ποζάρισμα που θα μπορούσε να πάρει. Κι όταν τα πέταξε δίπλα, τού είπα να ανεβάσει το δεξί πόδι στο πάγκο της κουζίνας και να ασχοληθεί με τη τρύπα του και το μακρύ μέρος της ξύλινης κουτάλας. Του είπα στην αρχή να ρίξει 2-3 και μετά να κάνει ότι ήθελε. Μετά από μερικά χτυπήματα, έψαχνε κιόλας λαίμαργα το άνοιγμά του, μ’ αυτή τη καυλιάρικη λύσσα να θες να χώσεις μέσα σου ότι βρεις για να γεμίσεις, γιατί πρέπει να γεμίσεις από κάτι, το λίγο πονεμένο από τα χτυπήματα άνοιγμα, αδιόρατα πρησμένο ίσως, κι έχωνε στεγνή τη λαβή της κουτάλα μέσα του. Του είπα να τη χώσει όσο πιο βαθειά μπορούσε. Υπάκουα, έφτασε μέχρι τέρμα παίζοντας και κουνώντας τη, έτσι που έβλεπα σχεδόν μόνο το πλατύ της μέρος να εξέχει, να το έχει καταπιεί η στενή άτριχη τρυπούλα, αφήνοντας έξω μόνο τη χρήσιμη άκρη, σαν κι όλος ο κώλος να ήθελε να με ταΐσει λες αν μπορούσε, μ’ ότι θα είχα όρεξη.
Τα απαλό κυκλικό χάδι στ’ αρχίδια μου και τη βάση τους είχαν φτάσει το πούτσο μου στα μη περαιτέρω.
- Θα φας ότι έχω να σου δώσω μωρό;
Από τη ζάλη της σκληράδας μου μάλλον το είπα σιγά και καθώς ακόμα έπαιζε με το κομμάτι το ξύλο μέσα του, γύρισε να μου πει ότι δεν άκουσε τι τού είπα. Το πρόσωπο του, αυτό το βλέμμα της νεανικής καύλας, με το μισάνοιχτο στόμα, τα υγρά μάτια, τις μικρές σταγόνες του σαν πυρετικού ιδρώτα στο μέτωπο, με νίκησε. Όχι ότι ήταν και τόσο δύσκολο να με νικήσει, απλά ήθελα να τον αφήσω όσο πιο πεινασμένο γινόταν. Για μια άλλη μέρα, μιαν άλλη φορά, για κάτι περισσότερο, που ίσως και να μη γινόταν, αλλά με μια αίσθηση μαζοχισμού που πάντα ένοιωθα, ήθελα να αφήσω ανικανοποίητο κι εμένα.
Σηκώθηκα και στρέφοντάς τον προς το μέρος μου, έχωσα τη γλώσσα μου και το στόμα μου και το όλο μου μέσα στα στόμα του. Άκαπνο, δροσερό στόμα, υπάκουο κι αυτό, να νοιώθει άβουλα κάπως το βιασμό του και να χαλαρώνει όλο και περισσότερο, να ανοίγει διψασμένα αλλά και καθόλου πρόστυχα, να μου αγκαλιάζει τη γλώσσα με τη δική του, να μ’ αφήνει, και πάλι να χώνομαι όλο και πιο βαθειά, μ’ όλο και περισσότερο σάλιο.
Έχωσα το χέρι μου στο μποξεράκι του. Είχε ένα πολύ μικρό πουλί, κατάσκληρο, μυτερό σχεδόν και υγρό. Έπιασα να του το παίζω, να του χαϊδεύω το γλιστερό κεφαλάκι, την ανασφάλεια της μικράδας του, να του το καμαρώνω με τη χούφτα μου, να ρίχνει το κεφάλι πίσω από τη καύλα και τη προσμονή,
- Θα χύσω, είπε με την ανάσα του.
- Αυτό θέλω, είπα απαλά μέσα στ’ αυτί του.
Σαν να μιλούσαν μονάχα δύο ανάσες…
- Εσύ; ρώτησε.
- Μετά.
- Γιατί;
- Έτσι.
- Μαζί.
- Μετά εγώ.
- Μέσα μου;
- Όχι.
- Γιατί;
- Έτσι.
- Μα…
- Θα με πιεις;
Κόμπιασε.
- Ότι θες.
- Όλα;
- Ναι…
- Σ’ αρέσει να τα πίνεις;
- Όχι.
- Ποτέ;
- Ποτέ.
- Τα δικά μου;
- Ναι…
- Γιατί;
Δεν απάντησε αμέσως. Δυνάμωσα το σφίξιμό μου.
- Χύσε, διέταξα.
Και σχεδόν αμέσως το πουτσάκι του, σαν καπάκι από μπικ σχεδόν το ‘νοιωθα μέσα στο χέρι μου, χωρίς καν να το παίξω κανονικά, σαν αντρικό πούτσο, απλά ανάμεσα από δυό γερά καμαρωτά δήθεν χουφτώματα, άρχισε να μου υγραίνει τη χούφτα, ζεστά, ατέλειωτα. Θαυμάζοντας το πόσο σπέρμα φύλαγαν τα δύο σαν μωρουδίστικα αρχιδάκια, έσφιξα τα δάχτυλά μου μεταξύ τους να μη χάσουν σταγόνα.
- Τέλειωσες;
Και με το πήγε να απαντήσει, τού έφερα τη γεμάτη παλάμη μου στο στόμα.
- Μη χάσεις σταγόνα και θα’ χεις κι άλλο.
Και με τη γλώσσα, λαίμαργα μού καθάρισε τέλεια τη παλάμη. Δε κρατήθηκα να φανταστώ πόσες φορές το είχε κάνει αυτό μόνος του, στο κρεβάτι ή στη μπανιέρα, στη μοναξιά της μαλακίας του.
Τον διέταξα να πέσει στα τέσσερα με το κώλο προς το μέρος μου και με τη κουτάλα ακόμα φορμαρισμένη στη τρύπα, να μου τουρλωθεί. Γονάτισα με τη σειρά μου από πίσω του, γύρισα τη κουτάλα κατάλληλα και μ’ άδειασα προσεκτικά. Αναγκάστηκα να στηριχτώ στο πάγκο της κουζίνας από τους δυνατούς σπασμούς.
Του την έδωσα να τη κρατήσει μπροστά στο πρόσωπο του.
- Μη κάνεις τίποτα μέχρι να σου πω, είπα κι έπιασα να τον ντύσω.
Σαν μάγειρα που διστάζει να δοκιμάσει αλλά και σαν μικρό παιδί συνάμα, του πέρασα το κάθε μπατζάκι από τα παπούτσια, του τα ανέβασα προσεκτικά, έκρυψα τα έχεια του στο φαρδύ μποξεράκι, χούφτωσα για τελευταία ίσως φορά το υπέροχο κωλαράκι και τού έδεσα τη ζώνη.
- Αργά, να μου δείξεις ότι το απολαμβάνεις, είπα σιγανά αλλά με βλέμμα που δε σήκωνε καμιά αντίρρηση. Σαν να είναι το πιο ακριβό έδεσμα που υπάρχει, το πιο εκλεκτό που θα δοκιμάσεις ποτέ, έλα, φέρε το κοντά στο στόμα σου, έτσι μωρό, δοκίμασε το, νόστιμο; Χλιαρό; Μυρίζει, ε; Να τη συνηθίσεις αυτή τη μυρωδιά, είναι του μέσα μου, οι πιο ακριβοί χυμοί μου μωρό, έτσι, γείρε τη κουτάλα στο στόμα, έτσι, κατάπιε, έτσι, κι άλλο μωρό, βγάλε τη γλώσσα, έτσι μωρό, σιγά-σιγά πολύτιμα ζουμιά από τα αρχίδια μου μωρό, με ξανακαυλώνεις μωράκι, το ξέρεις; μη χάσεις σταγόνα, μη χυθεί, γλείφτηνα, καλά, όλο, όλο μου, όλον εμένα…

Έκανα 2-3 βήματα πίσω κι άναψα ένα τσιγάρο προσπαθώντας να μη χάσω στιγμή από το βλέμμα του καθώς τέλειωνε.
- Εντάξει;
Κούνησε το κεφάλι του.
Πόσο πολύ μου άρεσε που δε μίλαγε πολύ. Πόσο πολύ μού άρεσε όλο, το σκηνικό, το chat μας, το βλέμμα του, ο κώλος, η κοιλιά, το μικρό πουλί, το πουκάμισο, το άχαρο φαρδύ μποξεράκι, η ανάσα του, το αγορίστικο στήσιμο, το ντύσιμό του, η πόζα, το ανεπιτήδευτό του, όλα του. Είναι στιγμές που νομίζεις ότι είσαι κιόλας ερωτευμένος αθεράπευτα μέσα σε μια στιγμή, πως όσα κορμιά να έχουν περάσει από τα χέρια σου, όσες θηλές κι αν έχεις δαγκώσει δυνατά, όσες τρύπες κι αν έχεις γλείψει, σ’ όσες σχισμάδες κι αν έχεις χωθεί, αυτό, εκεί, εκεί και τότε, είναι αυτό που πάντα ήθελες, θέλεις, που ξέρεις ότι μπορείς να χαρείς για όσο περισσότερο γίνεται και με χίλιους διαφορετικούς τρόπους, χίλιες και μία φορές.

- Ωραία, κάντηνα τώρα, δε σε χρειάζομαι άλλο.




Μάντευα, ήλπιζα, υπέθετα ότι το άδειο, απορημένο, λυπημένο κιόλας βλέμμα που είδα εκείνη τη στιγμή, θα γέμιζε χαρά και προσμονή και καύλα το ίδιο βράδυ που με το που τον είδα online του έδωσα εντολή να έρθει το επόμενο απόγευμα, την ίδια ώρα.
Δέχτηκε.
Λίγο μετά έχυσα την ανάμνησή του μέσα σ’ ένα σφηνάκι και το’ βαλα στη κατάψυξη…

Για να τον περιμένει…




Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

a perfect NEW life






(αυτοτελής φαντασίωση, στη σειρά "perfect")




Άφησε τ' αρχίδια κι άρπαξε τον μισοκαυλωμένο πούτσο του αγοριού τόσο δυνατά που του έκοψε την ανάσα.
- Κοίτα λοιπόν να το' χεις στητό αυτό το πράγμα όποτε το χρειάζομαι γιατί αλλιώς θα στο ξεριζώσω!
Τραβώντας του το πούτσο με δύναμη ανάγκασε το αγόρι να έρθουνε μούρη με μούρη.
- Όποτε σε φωνάζω για τη δουλειά σου, γρύλισε με βρωμερή ανάσα, κοίτα να το' χεις έτοιμο γιατί θα στο κόψω με το κουζινομάχαιρο.
Κι αφήνοντάς το, κατάφερε μια απότομη σφαλιάρα στο μισοπεσμένο στραβό πουλί μ' όλη του τη δύναμη να τον πονέσει, μα ο μικρός απλά ρουθούνισε θυμωμένα.


Άνοιξε τα μάτια απότομα, σαν έντρομος, μ' ένα έντονο χτυποκάρδι. Ένοιωσε έναν πόνο χαμηλά, αυτό τον είχε ξυπνήσει και τον έκανε να ονειρευτεί ότι θυμόταν; Η κατουρόκαυλα του είχε κάπως εγκλωβιστεί στο λάστιχο απ' το σλιπάκι. Την λευτέρωσε, ξανάκλεισε τα μάτια του, ευτυχισμένος που ήταν μόνο όνειρο, ή μάλλον όχι απλά όνειρο, μια ανάμνηση ήταν, μια μακρινή ανάμνηση. Ο Ρήνος δίπλα του κοιμόταν ακόμα, ανάλαφρα, σα μωρό. Η μακριά του φράντζα σκέπαζε το μισό του πρόσωπο, το χέρι του ήταν πάνω στο μαξιλάρι, τα χείλια μισάνοιχτα, λίγο σάλιο λέκιαζε το μαξιλάρι. Μπορεί το σάλιο να'χε και λίγο σπέρμα, πριν κοιμηθούν είχε τελειώσει μέσα στο στόμα του αγοριού. Τού ήρθε να τον χαϊδέψει στο κεφάλι απαλά, να τον ξεσκεπάσει λίγο να χαζέψει το σώμα του γυμνό έτσι που κοιμόταν στο πλάι, το υπέροχο, σμιλεμένο πια αλλά κι αφράτο σώμα, αλλά ήταν το αγόρι πάντα τόσο "ετοιμοπόλεμο", τόσο στη τσίτα να τον ικανοποιεί κάθε ώρα και στιγμή, που θα ξυπνούσε αμέσως, και με άγχος κιόλας που δεν ξύπνησε πριν από κείνον.

Και δεν το ήθελε.

Τουλάχιστον τώρα.

Σηκώθηκε όσο πιο ανάλαφρα μπορούσε και ξυπόλητος, με αγουροξυπνημένα βήματα πήγε στο μπάνιο, έβγαλε το σλιπάκι του, κάθισε στη τουαλέτα και στήριξε τους αγκώνες του στα μπούτια του.

Μπαίνανε στο δεύτερο χρόνο γνωριμίας πια αλλά δεν είχε αλλάξει τίποτα από τις πρώτες φορές που του είχε κάνει τη τιμή να κοιμούνται μαζί του όποτε μπορούσε. Ακόμα ίσχυε το ότι ήθελε ο Ζήσης, όπως το ήθελε, όποτε το ήθελε. Πριν το χθεσινοβραδινό τσιμπούκι του είχε ρίξει και δυό δυνατές βιτσιές με το καλάμι που είχε πάντα στα πόδια του κρεβατιού, έτσι, για μια ασήμαντη αφορμή, φαντάστηκε το άτριχο κωλί του αγοριού με δύο αχνές κόκκινες γραμμές και σάλεψε ο πούτσος του πάλι.

Το κάθισμα στη τουαλέτα εκτός από κατούρημα και τις σκέψεις και τις αναμνήσεις που ξεκίνησε τ' όνειρο τον βοήθησε ν' αδειάσει καλά, αργά κι απολαυστικά και το έντερό του, χωρίς προσπάθεια, χωρίς να χάσει τη στύση του. Χαζεύοντας τη θυμήθηκε τα "τρία δοκίμια στη θεωρία της σεξουαλικότητας" του Φρόιντ, πως η κένωση δηλαδή είναι από τις πρώτες ηδονές του ανθρώπου και χαμογέλασε.

"Γιατί να μη παρατείνω αυτή την αίσθηση;" σκέφτηκε τραβώντας το καζανάκι κι ανάβοντας ένα σπίρτο για τις μυρωδιές.

Στο χέρι του ήταν, όπως όλα άλλωστε, κάθε στιγμή. Του είχε γίνει καλό συνήθειο, από πείραμα ξεκίνησε τη πρώτη φορά, από υπέρβαση ορίων, όπως τα περισσότερα που είχε κάνει με το αγόρι, κι είχε φτάσει να γίνει υποχρέωση όποτε υπήρχε η ευκαιρία. Μερικές φορές όταν δεν είχαν κοιμηθεί μαζί τού είχε λείψει κιόλας αυτού του είδους η περιποίηση.

- Ρήνο!


- Ζήση!

"Γαμώ το κέρατό μου", σκέφτηκε. Το' ξερε πως θα τον φώναζε εκείνη τη μέρα, η μάνα του είχε βραδινή βάρδια στο νοσοκομείο κι ο ίδιος μην έχοντας φροντιστήριο είχε αναγκαστεί να έρθει νωρίς στο σπίτι.

- Ορίστε πατέρα!

Το σιχαινόταν αυτό το "πατέρα". Ήταν ένα ψέμα, μια συνθήκη, μια συμφωνία, μια παράκληση της μάνας του που λάτρευε, μια γλοιώδης σιχαμάρα, να το λέει και να κολλάει η γλώσσα στον ουρανίσκο του. Άλλος ήταν ο πατέρας του κι αυτός δεν τον έφτανε στο μικρό του δαχτυλάκι.

- Έλα στη κουζίνα που σε θέλω κάτι.

Σηκώθηκε αργά, άθελα, "το ξέρω ότι είσαι στη κουζίνα μαλάκα, από κει σ' άκουσα", σκέφτηκε το τριχωτό κώλο πάλι, τα μουγγητά, το σκατωμένο του πούτσο όταν θα έχυνε και θα τον έβγαζε από κει μέσα, το "ευχαριστώ" που θα αναγκαζόταν να πει για τη  αγγαρεία του και του ανέβηκε κάτι σαν ξερατό στο λαιμό.

- Ήρθα πατέρα, είπε μπαίνοντας και τον είδε έτοιμο κιόλας, με το σώβρακο κατεβασμένο, σκυμμένο στο τραπέζι από φτηνή φορμάικα να κρατάει τα σπυριασμένα κωλομέρια ανοιχτά σαν πουτάνα.

- Έλα, είπε επιτακτικά ο άντρας και το 14χρονο αγόρι ξέροντας τι έπρεπε να κάνει άνοιξε το φερμουάρ του τζιν του και πλησίασε.


Το ανάδεμα απ' τα στρωσίδια τον ξανάβγαλε από τις σκέψεις του.

- Ρήνο! ξαναφώναξε και σε δευτερόλεπτα το αγόρι ήταν ήδη στη πόρτα του μπάνιου, μπροστά του, ολόγυμνο, δοτικό, τέλειο, τρίβοντας ελαφρά τα μάτια του απ' τον ύπνο.

- Δε σας πήρα χαμπάρι, συγγνώμη.

Ο πληθυντικός ήταν ακόμα υποχρεωτικός, πάντοτε, κρατούσε τις ισορροπίες όσο κοντά κι αν βρισκόντουσαν πια, αλλά αυτά τα ενοχικά του όποτε δε προλάβαινε τις ανάγκες του τον τρέλαιναν σαν τη πρώτη στιγμή.

Δεν είπε τίποτα, απλά του έκλεισε το μάτι και κάθισε στην άκρη της λεκάνης βγάζοντας τη στύση του να κρεμαστεί απ' έξω σκύβοντας μπροστά όσο μπορούσε. Το αγόρι αφού τη πρώτη φορά είχε υπακούσει σε οδηγίες και το' χε κάνει αρκετές φορές από τότε, ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Για πρώτη δόση τον καθάρισε απαλά με στεγνό χαρτί, μετά έβρεξε μερικά προσεκτικά διπλωμένα φύλλα στη βρύση του νιπτήρα δίπλα τους και τον καθάρισε καλύτερα και στο τέλος μ' ένα σαπουνάκι ξενοδοχείου που ήταν πάντα πάνω στο καζανάκι γι αυτή τη δουλειά, του σαπούνισε επιμελημένα τη περιοχή, επιμένοντας στη πρησμένη απ' τη προσπάθεια της κένωσης τρύπα, χώνοντας και λίγο δάχτυλο δυο-τρεις φορές, τον ξέπλυνε μετά με την υγρή άκρη μιας πετσέτας και με τη στεγνή άκρη τον στέγνωσε προσεκτικά.

Ο άντρας αναρωτήθηκε αν η υπέροχη σκληράδα του αγοριού μπροστά στο πρόσωπό του τόση ώρα και η γυαλιστερή βάλανός του με μια σταγόνα υγρό που τρεμόπαιζε να στάξει στο πάτωμα οφειλόταν στη πρωινή κατουρόκαυλα ή στη περιποίηση που του έκανε, δε μπορούσε να θυμηθεί αν ήταν ήδη καυλωμένος όταν ήρθε, σταμάτησε να σκέφτεται και του τη πήρε στο στόμα του. Γλυκά υγρή, μυρωδάτη κόκκινη, 21χρονη βάλανος, το αγόρι πισωπάτησε από τη σπάνια έκπληξη. Τον είχε ξαναγλείψει εκεί, και φευγαλέα και πιο έντονα μερικές φορές, αλλά ήταν πάντα μια έκπληξη να βλέπει τον άντρα του να τον γλείφει εκεί. Δεν τον χάλαγε, ίσα-ίσα, η αίσθηση κατανικούσε την όποια δεύτερη σκέψη που είχε σχηματίσει στο μυαλό του για τους ρόλους που κρατούσαν μεταξύ τους.

- Έλα πάλι εδώ, είπε ο άντρας και ξαναπήρε το ξαφνιασμένο όργανο στο στόμα του πάλι.

- Σ' αρέσει να με πλένεις; ρώτησε γυρνώντας το κεφάλι του για να τον κοιτάξει.

- Πάρα πολύ, είπε το αγόρι και χαμογέλασε.

"Αγοράκι μου, λατρεία μου" σκέφτηκε ο Ζήσης, σηκώθηκε όρθιος και τον αγκάλιασε. Ένοιωσε τα όργανα τους να σπρώχνουν το ένα το άλλο και τα χέρια του αγοριού να του χαϊδεύουν τη πλάτη και τη μέση. Τον φίλησε στο στόμα μ' όλο του το πάθος, το είδος του πάθους που περίμενε κάπου δυό χρόνια να του βγει, κοιμισμένο, καλά κρυμμένο. 

- Έλα τότε να μου δείξεις πόσο καλά μου καθάρισες τη σούφρα.


Η μελανιά σούφρα του πατριού περίμενε ανυπόμονα το στραβό πουλί του αγοριού. Οι κολλημένες απ' τον ιδρώτα τρίχες γύρω-γύρω δεν μπορούσαν καθόλου να το ερεθίσουν σαν θέαμα, κι όμως έπρεπε. Η ορμή κι οι χυμοί της ηλικίας του σκλήραιναν το όργανο, αλλά χωρίς τη παραμικρή διάθεση ηδονής, χωρίς καύλα, υποχρεωτικά, μηχανικά.

Δεν ήθελε να μετρήσει τις φορές που είχε γίνει αυτό, "δέκα, δώδεκα;", αλλά θυμόταν πως είχε αρχίσει πέρυσι, με γαλιφιές στη αρχή, με τυχαία χουφτώματα στο καβάλο του, του είχε αρέσει κιόλας κάποιες στιγμές, το κρυφό, το βρώμικο, με ζέστη, απογέματα που έλειπε η μάνα του, σ' ένα καλό τσιμπούκι δεν είπε όχι κανένας ποτέ, και στα 13 στη Ρόδο του '80 δεν έχεις και πολλές επιλογές, ποτέ στο κώλο, πάντα με κολακείες, "μεγάλη που την έχεις", "τυχερός είσαι να πρωτογαμήσεις πιτσιρικάς", άκουγε και 2-3 φίλους που είχαν πάει με τουρίστριες τα καλοκαίρια, καλές κουφάλες κι αυτές να γαμιούνται με ανήλικα, "θα σε μάθω να γαμάς κώλο εγώ", το' χε κι ο μικρός Ζήσης, χάζευε κωλαράκια και πουλάκια στις τουαλέτες στο γυμνάσιο κι ήξερε γιατί, γιατί να μη μάθει, κι άλλη ωραία πίπα, ωραίο να χύνεις σε στόμα, καύλα, άδειασμα, κι ήρθε το γαμήσι, ζεστός ο κώλος, στενός, καυτός, έκλεινε τα μάτια και φανταζόταν, αχόρταγος κώλος, ρούφαγε το πούτσο του κανονικά, ούτε σκεφτόταν που τον είχε στραβώσει σιγά-σιγά έτσι όπως τράβαγε μαλακία στριφτά, "σ' αρέσει που στον παίρνω στο στόμα;", παράνοια μερικές φορές, να γαμάει και να του λέει ο άλλος "σε γαμάω και σκούζεις σα γουρούνι βρωμόπουστα", μπέρδεμα, να δώσει σημασία; καλός ο κώλος αλλά έτσι πάντα να βρωμάει; μα καλά όποτε θες να χέσεις θέλεις και να γαμηθείς; έτσι θα' ναι, απορίες, γαμήσια, βρώμικα, αυτά έχω, αυτά κάνω, φτάνει με το πούστη…

Στηρίχτηκε με τις παλάμες του στις γωνίες του τραπεζιού, κέντραρε το πουτσοκέφαλό του και χώθηκε μέσα με τη μία. Ο άντρας βόγκηξε. Με χέρια που έτρεμαν από το πόνο και τη καύλα κράτησε ακόμα πιο ανοιχτά τα χοντρά του κωλομέρια να χαρεί το όργανο του αγοριού μέχρι τη βάση του, να νοιώσει τα γεμάτα νεανικά αρχίδια να κοπανάνε τα δικά του ανελέητα, έτσι όπως του άξιζε, δίχως ίχνος τρυφεράδας.


Τον οδήγησε στο κρεβάτι κρατώντας του τρυφερά τις άκρες απ' τα δάχτυλα, ξάπλωσε μπρούμυτα, κι άφησε το αγόρι να του κάνει ότι του είχε μάθει. Ο Ρήνος με λατρεία χάιδεψε τους γλουτούς του με τα μάγουλά του, τους φίλησε, έχωσε τη μύτη του στη δίπλα που σχηματιζόταν ανάμεσα στους γλουτούς και τα μπούτια του άντρα του, τους άνοιξε μετά απαλά κι έχωσε το πρόσωπό του μέσα μ' όλο του το είναι.

Σε λίγα λεπτά έτρωγε στη κυριολεξία το καθαρό, μυρωδάτο άνοιγμα, το ρουφούσε, πλατάγιζε τη γλώσσα του, έψαχνε αχόρταγα κάθε πτυχή της σούφρας, σκλήραινε τη γλώσσα κι έχωνε τη κορφή της όσο πιο βαθιά μπορούσε, στέλνοντας ηλεκτρικές εκκενώσεις καύλας στον άντρα, τον άντρα του.


- Σ' αρέσει που σε γαμάω, ε; ρώτησε ο άντρας μέσα στη παράνοιά του.

- Μάλιστα, είπε ο Ζήσης σε υποχρεωτικό πληθυντικό, κλείνοντας να μάτια να φανταστεί εκείνο το αγόρι, πως το έλεγαν το Σάββατο στη ταινία, άτριχος, όμορφος, με δέρμα σαν μωρού, μικρό θεοστρόγγυλο κωλαράκι, να' χει κατακαυλώσει στο σινεμά, Κρίστοφερ Άτκινς, "γαλάζια λίμνη" στον θερινό το κινηματογράφο κοντά στο στάδιο, τον "Διαγόρα", μερικές μέρες πριν.

- Έτσι, να σου σκίζει ο πούτσος μου τη τρύπα, να στη ματώνει, συνέχισε παράλογα, πυρετικά ο άντρας χωνεύοντας το χοντρό όργανο του αγοριού, νοιώθοντας το μέσα του, βαθιά του, να του ανακατεύει τα έντερα κι ότι υπήρχε μέσα σ' αυτά.

Το περιεχόμενο τους όμως έκαναν την εμφάνιση του στη βάση του πέους του 14χρονου περισσότερο από κάθε άλλη φορά, στάζανε βρωμιές στο πάτωμα κι αυτός δεν άντεξε πια, κι ενώ προσπαθούσε να συνεχίσει, το όργανό του δεν ανταποκρινόταν άλλο. Μαλάκωσε και πονώντας από τη προσπάθεια, δίπλωνε και πονούσε, δε κρατήθηκε, το έβγαλε έξω απότομα και πισωπάτησε αμήχανα.

Μια αποπνικτική μυρωδιά έκανε την εμφάνιση της.

- Τι συμβαίνει; Ρώτησε ξέπνοα ο άντρας, γιατί σταμάτησες;

- Δε…, δε ξέρω, είπε το αγόρι, μου' πεσε, είπε κι έκανε κι άλλα βήματα πίσω, με τα χέρια κρεμασμένα και το βρώμικο πουλί να κρέμεται έξω απ' το παντελόνι του.

Ο άντρας σηκώθηκε.

- Τι έγινε μικρέ;


Ο Ζήσης από τις ρυθμικές κινήσεις του στρώματος κατάλαβε ότι το αγόρι όπως και όλες τις άλλες φορές είχε ερεθιστεί φοβερά από αυτό που έκανε και γαμούσε το πάπλωμα κανονικά.

Δεν άντεχε άλλο την αναμονή και των δύο. 

Όχι ότι του έλειπε να πηδηχτεί, ούτε ένοιωθε τη πληρότητα ενός πλήρως παθητικού απ' το σκάψιμο του πούτσου τις λίγες φορές που το είχε κάνει στο παρελθόν με άλλους. Ήθελε όμως να κάνει το αγόρι του άντρα πια, και άντρα εκτός από αγόρι. Σχεδόν παρθένο τον πρωτοπήρε, πριν απ' αυτόν είχε κάνει μια πίπα μόνο στο twingo ενός πειραιώτη 55άρη, όλα αυτός του τα είχε μάθει, όλα απ' αυτόν τα έμαθε.

Και γύρισε ανάσκελα, τράβηξε τον Ρήνο πάνω του τραβώντας τον από τις μασχάλες, άνοιξε τα πόδια του κι ένιωσε το πούτσο του αγοριού στη σχισμάδα του. Τον έπιασε και τον έτριψε λιγάκι στη σαλιωμένη του τρύπα, ν' ανατριχιάσει το αγόρι.

Χωρίς λόγια, χωρίς οδηγίες, χωρίς εντολές, μόνο με τα μάτια, τα λατρεμένα κι υπάκουα μάτια, ακούμπησε η βάλανος την σαλιωμένη, έτοιμη τρύπα και με μια κίνηση το ολόισιο κατάσκληρο έμβολο φώλιασε βαθιά μέσα στον άντρα με μια του βαθιά ανάσα. Δε πόνεσε, δεν ήθελε να πονέσει. Το αγόρι έκλεισε τα μάτια του και το στόμα του χάστηκε ανοιχτό, δε μπορούσε να πιστέψει αυτό που ένοιωθε, τη ζεστασιά, τη καύλα, το χάσιμο.

"Γάμησε αγόρι τον άντρα σου, δικός σου, ένα"

Τα μαλλιά του έπεφταν στο πρόσωπο του άντρα και τον τρέλαινε, τα παραμέρισε να τον φιλήσει και πρόσεξε ότι τα μάτια του ήταν υγρά.

- Κλαις;

- Όχι, …δεν…, ψέλλισε.

Αλλά σε μερικά δευτερόλεπτα του απάντησε με σπασμούς, πολύ πιο έντονους από κάθε  άλλη φορά που είχε τελειώσει μπροστά του, τιναζόταν κυριολεκτικά λες και τον βίτσιαζε κάποιος ανελέητα στη πλάτη, τα υπέροχα μαλλιά του τινάζονταν μαζί του σε κάθε σπασμό. Ένοιωθε το πούτσο του αγοριού του να τον γεμίζει σπέρμα με κάθε έναν απ' αυτούς τους υπέροχους σπασμούς, γλυκό, πολύτιμο σπέρμα. Είχε κρατήσει τόσο όσο το θέλησε, τόσο όσο το χρειαζόταν.

- Συγνώμη, δε…, δε το' θελα, είναι τέλειο, συγνώμη, είπε ξέπνοα, αδειάζοντας ακόμα, συνέχεια, με μύξες και υγρά μάτια.

Έβγαλε απαλά το πουλί του αγοριού από μέσα του, τον έφερε να καθίσει στο στήθος του και το λάτρεψε με τη γλώσσα, να πλυθεί, για ένα σπασμό ακόμα, τελευταίο μέσα στο στόμα του. Το αγόρι έσκυψε και τα χείλια του χώθηκαν στα δικά του να τον γευτούν κι εκείνα, τρυφερά, ανέλπιστα. Έπιασε να παίζει το πούτσο του και με μια απότομη, γνώριμη κίνηση και για τους δύο, τον σφήνωσε στο στόμα τού Ρήνου κι έχυσε πανηγυρικά. Για μια ακόμα φορά το αγόρι κατάπιε λαίμαργα ότι του προσφέρθηκε αλλά για πρώτη ο Ζήσης τραβώντας του το κεφάλι απ' τα μαλλιά, έφερε το στόμα του στο δικό του και μοιράστηκαν όσα υγρά και γεύση και πίκρα και γλύκα και καύλα κι έρωτα και δόσιμο είχαν απομείνει.


Ο Ζήσης από σιχαμάρα δε σήκωσε καν το βλέμμα του να τον δει, και μόνο η ατσούμπαλη, χοντρή φιγούρα θα ήταν ακόμα πιο γελοία με το σώβρακο στα γόνατα και το μηδαμινό πουλί του χωμένο στις δίπλες της κοιλιάς, κατέβασε τα μάτια στο λερωμένο του πουλί.

- Δε ξέρω, λερώθηκα λίγο, χαλάστηκα, δε ξέρω.

Ο άντρας κοίταξε υποτιμητικά το μισοπεσμένο πέος.

- Και τι έγινε ρε μαλακισμένο; Κώλο γαμάς, σκατά θα βγάλει.

Το παιδί δεν άντεξε.

- Δεν ήθελα εγώ να σε γαμήσω, είπε έντονα το παιδί, δεν ήθελα ΕΓΩ να σε γαμήσω!

- Χαμήλωσε τη φωνή σου μη γίνει της πουτάνας κωλόπαιδο! είπε μέσα απ' τα δόντια του κοιτώντας γύρω με την άκρη του ματιού του για αόρατα αυτιά από τα διπλανά σπίτια. Εγώ είμαι αυτός που θέλει εδώ μέσα, γκεγκε; Σε φωνάζω κι έρχεσαι και παρακαλάς άμα λάχει, κατάλαβες; Και λες κι ευχαριστώ κιόλας!

Με μια απότομη κίνηση χούφτωσε τ' αρχίδια του Ζήση.

- Χάρη σου κάνω ρε μαλακισμένο να στα μαθαίνω τα κόλπα. Δικά μου είναι αυτά, το ξέρεις; δικά μου είναι τ' αρχιδάκια σου, κατάλαβες;


Χούφτωσε απαλά τα πλούσια αρχίδια του αγοριού και τα' παιξε μεταξύ τους, χωρίς βία, χωρίς απότομες κινήσεις, σκέφτηκε ότι πρώτη φορά άδειασαν έτσι όπως θα' πρεπε να αδειάζουν πάντα τ' αρχίδια ενός αγοριού και τον κοίταξε. Το αγόρι χαμογέλασε, αυτό το χορτασμένο, ικανοποιημένο χαμόγελο που έχεις μετά τον έρωτα, μόνο που αυτή τη φορά ήταν μια στάλα διαφορετικό, πιο πλήρες, ακόμα πιο χορτάτο, πιο πλατύ, πιο εγκάρδιο.

Ερωτευμένο.

Και το αγόρι χωρίς να πάρει την άδεια, σήκωσε το χέρι του και χάιδεψε το αξύριστο μάγουλο του Ζήση σαν να ήταν το πιο απαλό βελούδο και τον φίλησε στην άκρη των χειλιών.

Χωρίς ερωτήσεις, χωρίς προσδιορισμούς, χωρίς υποσχέσεις.

Σαν να' θελε να σβήσει όλες τις σκιές από το βλέμμα του άντρα του, όλες τις κακές στιγμές που είχε ζήσει, όλα όσα άσχημα μπορεί να θυμήθηκε το πρωί από κείνη τη μαύρη τρύπα στο παρελθόν.  


Άφησε τ' αρχίδια κι άρπαξε τον μισοκαυλωμένο πούτσο του αγοριού τόσο δυνατά που του έκοψε την ανάσα.

- Κοίτα λοιπόν να το' χεις στητό αυτό το πράγμα όποτε το χρειάζομαι γιατί αλλιώς θα στο κόψω απ' τη ρίζα!

Τραβώντας του το πούτσο με δύναμη ανάγκασε το αγόρι να έρθουνε μούρη με μούρη.

- Όποτε σε φωνάζω για τη δουλειά σου, γρύλισε με βρωμερή ανάσα, κοίτα να το' χεις έτοιμο γιατί θα στο κόψω με το κουζινομάχαιρο.

Κι αφήνοντάς το, κατάφερε μια απότομη σφαλιάρα στο μισοπεσμένο στραβό πουλί μ' όλη του τη δύναμη που ο μικρός ρουθούνισε με δύναμη.

- Θα μας σιχαθείς κιόλας που σε χέσαμε λίγο, ακούς εκεί! Κοίτα ένα στραβόπουλο που θέλει και καθαρό κώλο, συνέχισε πασπατεύοντας ατσούμπαλα τα πουλιά του 14χρονου Ζήση.

- Να σου χώσω κανένα χέρι στη τρύπα σου να χέσεις ψιλό σκατό να δεις, απολειφάδι, έ απολειφάδι!

Το αγόρι έβραζε ήδη από μέσα του, μια παραπάνω λέξη κι ήταν έτοιμος να εκραγεί, είχε φτάσει στα όριά του σήμερα, δεν τον ένοιαζε τίποτα πια, ούτε η μάνα του, ούτε η αγάπη της για κείνον, ούτε η ανάγκη της γι αυτόν.

- Χάρη σου κάνω μαλακισμένο! Άμα θες μουνί, να πας να ζητήσεις το μουνί της μάνας σου, είπε ο άντρας ειρωνικά.

Το αγόρι δε πίστεψε αυτό που άκουσε.

- Εκεί να πας να γαμήσεις καθαρά, το μουνί της μάνας σου, που βρωμάει σα ψάρι μιας βδομάδας, σιχαμάρα σκέτη, είπε ο άντρας κι έφτυσε χάμω στο φτηνό πλακάκι.

Ήταν η παραπάνω λέξη.


Ούτε κατάλαβε πώς κι από πού βρέθηκε το κουζινομάχαιρο στα χέρια του, πότε κινήθηκε προς το μέρος του, πως το' χωσε απότομα ανάμεσα στα μπούτια του έντρομου άντρα και πότε τον είχε στριμώξει στη γωνιά της κουζίνας με τη κόψη του μαχαιριού να του σηκώνουν τ' αρχίδια, που με μια κίνηση θα μπορούσε να του ανοίξει τη σχισμάδα του κώλου μέχρι τον αφαλό μπροστά.


Ο καφές δεν ήταν απαραίτητος ακόμα, ο Ζήσης σκέπασε και τους δυο με μια κίνηση κι έφερε το κεφάλι του αγοριού στο στήθος του.

Ή μάλλον όχι του αγοριού.

Του άντρα του πια…  


Ο Ζήσης ένοιωσε άντρας.

- Μη τη ξαναπιάσεις στο στόμα σου τη μάνα μου μαλάκα, είπε το αγόρι αφρισμένα, μη τη ξαναπιάσεις στο στόμα σου, γιατί…, γιατί…

- Γιατί τι ρε παιδί; βρήκε τη δύναμη να ψελλίσει ο άντρας με το μαχαίρι ν' απειλεί ότι του'χε μείνει απ' τον ανδρισμό του. Σιγά, δε σου' πα και τίποτα. Φιλαράκια δεν είμαστε; Γιατί τι; Δε τη λυπάσαι την Ελενίτσα μας; Τι θα κάνεις;

Ο έξαλλος Ζήσης πήρε μια βαθειά ανάσα και είπε ότι ήθελε να πει εδώ κι ένα χρόνο.

- Γιατί κανένα πρωί θα σε βρουν μ' αυτά μέσα στο στόμα σου μαλάκα. Γιατί θα σου κάνω το πούτσο μουνί να μπορείς να γαμιέσαι κι από άλλες τρύπες. Που θα πεις κι Ελενίτσα τη μάνα μου, βρωμιάρη, βρωμιάρη, ΒΡΩΜΙΑΡΗ!

Τον κοίταξε κατάματα.

- Κι αυτό να μη κάνω, υπάρχει κι αστυνομία! είπε κι έκανε το βλέμμα του άντρα να παγώσει.

Τράβηξε το μαχαίρι απ' τα μπούτια του, το πέταξε με σιχαμάρα στο νεροχύτη και πήγε προς το μπάνιο. Στάθηκε μπροστά στο νιπτήρα, κατέβασε τα παντελόνια του κι έπιασε να σαπουνίζει το πουλί του.

- Ρε Ζησάκο, ρε φίλε, άκουσε έναν κλαμένο ψίθυρο έξω απ' τη πόρτα που ήξερε τι έχασε και πως δε θα μπορούσε να το ξαναβρεί ποτέ.

- ΤΕΛΟΣ! ούρλιαξε!

Κι ήταν η τελευταία λέξη που άκουσε από το στόμα του.



Κι οι δύο άντρες βυθίστηκαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου χωρίς λέξεις, καθαροί, ορθάνοικτοι,  ξεπλυμένοι.


Όταν βγήκε ο Ζήσης απ' το μπάνιο, έπιασε να σφουγγαρίσει τη κουζίνα με το παράθυρο ορθάνοικτο να μη μείνει ίχνος βρωμιάς στο πάτωμα και τον αέρα και στη ψυχή του αν γινόταν.

Η τελευταία λέξη που άκουσε από το στόμα του, τουλάχιστον όσο δεν ήταν μπροστά η μάνα του, ως τον επόμενο χρόνο που μια μέρα μετά τα 16 του, της άφησε ένα παρηγορητικό σημείωμα κι έφυγε απ' το νησί.

Στην Αθήνα, για μια καινούργια ζωή, μια καινούργια μέρα...


Και έξω στην Αθήνα ξημέρωσε επιτέλους η καινούργια τους ζωή, μια καινούργια μέρα…






security (on) my foot...! (05.05.2003)

«Έτοιμος» σκέφτηκα επιθεωρώντας το χώρο. Όπου να’ ναι θα' ρχόταν, του είχα πει ότι μ’ αρέσουν τα ακριβή ραντεβ...

ΟΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥΔΙΑΒΑΣΜΕΝΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ MOY